«Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. Όταν άκουσε το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συνέβαινε. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος. Τότε εκείνος άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!». Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο πολύ: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε κι έδωσε εντολή να τον φέρουν κοντά του. Αυτός πλησίασε κι εκείνος τον ρώτησε: «Τι θέλεις να σου κάνω;» «Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου», αποκρίθηκε. Κι ο Ιησούς του είπε: ‘Ν’ αποκτήσεις το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε’. Αμέσως ο τυφλός βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας τον Θεό. Και όλος ο κόσμος, όταν τον είδε, δοξολογούσε τον Θεό» (Λουκ. 18, 35-43).

Μέσα στο πλήθος των ανθρώπων που περιστοιχίζουν τον Χριστό για να ακούσουν τη διδασκαλία του ακούγεται η ικετευτική φωνή ενός τυφλού: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Το πλήθος ενοχλημένο απ’ αυτή τη φωνή προσ­παθεί να τη σταματήσει, γιατί δεν θέλει να χάσει την ωραία διδασκαλία. Αλλ’ ο τυφλός επιμένει να κραυγάζει ακόμη δυνατότερα και να ζητά έλεος. Είναι η δυστυχία του που τον ωθεί στο αίτημα και μάλιστα με επιμονή; Ή μήπως είδε καλύτερα απ’ αυτούς που έχουν μάτια τον Μεσ­σία και ανεγνώρισε τη δύναμη του; Το δεύτερο φαίνεται πιθανότερο από τη συνέχεια της διηγήσεως.

Ένα πλήθος από εμπόδια στάθηκαν ανάμεσα στον τυφλό και στον Μεσσία: Η αρρώστια του, ο πολύς κό­σμος, η ιερότητα της ώρας της διδασκαλίας, οι επιπλήξεις του κόσμου για να σωπάσει. Κανένα όμως από τα εμπόδια αυτά δεν αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ο πόθος του να συ­ναντήσει τον Χριστό, να βρει το φως του, ξεπέρασε κάθε φραγμό. Πόσες φορές η καλή διάθεση που δείχνουν ορι­σμένοι άνθρωποι να πλησιάσουν τον Χριστό, την Εκκλη­σία, τα μυστήρια, δεν σταματά στο πρώτο της κιόλας βήμα! Κι οι αίτιες μπορεί να είναι ποικίλες: Η αδυναμία να πείσει κανείς τον εαυτό του μέχρι τέλους, οι αμφιβο­λίες, οι ορθολογισμοί, οι παρεξηγήσεις. Κι από την άλλη μεριά είναι και τα εμπόδια που προέρχονται από τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά στον Χριστό: Από την υποκρισία και ασυνέπεια τους, από την αδιαφορία τους για τον πεινασμένο και διψασμένο διπλανό τους, από τον εγωκεντρισμό τους, από την ικανοποιημένη συνείδηση τους που βρίσκονται κοντά στον Χριστό και ακούν τη διδασκαλία του.

Στην επιμονή του τυφλού ένας μόνο ανταποκρίνεται κι αυτός είναι ο ίδιος ο Χριστός. Ενώ οι πολλοί προσπα­θούν να καταπνίξουν τη φωνή του δυστυχισμένου για να μην ενοχλούνται, ο Χριστός σταματά, καλεί τον τυφλό κοντά του, του δίνει το φως επαινώντας την πίστη του. Αξίζει τον κόπο να προσελκύσει για λίγο την προσοχή μας αυτό το σημείο. Ο Χριστός διδάσκει συνεχώς την καινούργια διδασκαλία του με αυθεντικότητα και εξουσία. αποκαλύπτει τον Θεό και τη βασιλεία του με συναρπαστι­κούς λόγους και ωραίες παραβολές. Συνάμα όμως δείχνει και έμπρακτα τη δύναμη της βασιλείας, την αγάπη του Θεού, το ενδιαφέρον του για τους ανθρώπους. Ένας Θεός με υψηλές και βαθιές διδασκαλίες αλλά χωρίς αγάπη για την ανθρώπινη δυστυχία δεν θα προκαλούσε κανένα ενδια­φέρον. Ο Θεός όμως που φανερώνει στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός αγάπης με κατ’ εξοχήν εκδήλω­σή της το σταυρό και τη θυσία.

Κι ενώ πορεύεται προς τον σταυρό αυτός που είναι η ενσαρκωμένη αγάπη, περνώντας από την Ιεριχώ στον δρόμο του για τα Ιεροσόλυμα ελεεί έναν τυφλό, έναν ανάμεσα στους πολλούς άλλους που θεράπευσε. Το έργο του δεν είναι μόνο ο ευαγγελισμός αλλά και η διακονία. «Οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι».

Πέρα και πάνω από τις ωραίες διδασκαλίες βρίσκεται η πράξη, που είναι η απόδειξη για τη σωστή πίστη μας, για την ορθοδοξία μας. Συνεπαρμένοι πολλές φορές από τα καθημερινά μας καθήκοντα, από την ενασχόληση μας με υψηλές ιδέες, από την οποιαδήποτε αποστολή μας, ε­νοχλούμαστε από τη φωνή των δυστυχισμένων και θέλου­με να την καταπνίξουμε, γιατί μας φαίνεται ανάρμοστη με την ενασχόληση της στιγμής, με τη θέση μας, με το κύρος μας.

Δύο σημεία προκαλούν ιδιαίτερα την προσοχή μας από το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: Από τη μια μεριά η πίστη και επιμονή του τυφλού που ξεπέρασε κάθε εμπόδιο για να φτάσει στην ποθητή συνάντηση κι από την άλλη με­ριά η προτεραιότητα που έδωσε ο Χριστός στο έλεος σταματώντας τη διδασκαλία. Η Ορθοδοξία χωρίς ορθή πράξη μπορεί να σταθεί εμπόδιο στον καλοδιάθετο άνθρω­πο πού θέλει να συναντήσει τον Χριστό· αλλά κι όποιος πραγματικά ποθεί αυτή τη συνάντηση δεν κάμπτεται ακό­μη και από τα πιο ανυπέρβλητα εμπόδια, που ίσως να προέρχονται ακόμη και από χριστιανούς.

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: