Να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας με τη Ρωσία και την Ουκρανία επιχειρεί ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος, ο οποίος εργάζεται για συναντήσεις με τους προέδρους των δύο χωρών, χωρίς να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τις επαφές. Την πρωτοβουλία περιέγραψε σε αποκλειστική συνέντευξη στο Breitbart News, μέσω γραπτών ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν στην Ιερουσαλήμ.
Η πρωτοβουλία συνδέεται με τη συνάντησή του στις 5 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ο κ. Θεόφιλος είπε ότι τότε έλαβε τη στήριξη του Αμερικανού προέδρου για να συμβάλει ως μεσολαβητής στην προσπάθεια επίλυσης της σύγκρουσης, ενώ ανέφερε ότι την προσπάθεια στηρίζουν επίσης η Ελληνική Πολιτεία και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
«Ο ρόλος μου δεν είναι πολιτικός», ξεκαθάρισε. Ως θρησκευτικός ηγέτης, είπε, επιδιώκει να κρατήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας. Τη δυνατότητα του Πατριαρχείου να συμβάλει σε αυτή την προσπάθεια συνέδεσε με την ιδιαίτερη θέση του στον χριστιανικό κόσμο και την εμπειρία του στους Αγίους Τόπους. Κατά τον ίδιο, η αποστολή του δεν περιορίζεται στη φροντίδα των ιερών προσκυνημάτων, αλλά περιλαμβάνει και τη συμφιλίωση.
Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κατά κύριο λόγο ορθόδοξες χώρες είναι, όπως είπε, ιδιαίτερα επώδυνη και συνδέεται με τις διαιρέσεις που υπάρχουν στον ορθόδοξο κόσμο. «Μέσα από αυτόν τον πόλεμο, η Εκκλησία υποφέρει», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι διαφωνίες δεν πρέπει να ακυρώνουν τη θεμελιώδη ενότητα και ότι χρειάζεται ουσιαστική προσπάθεια για την αποκατάσταση των σχέσεων.
Ως προηγούμενο διαλόγου ανέφερε την αδελφική συνάντηση του Αμμάν για τον διάλογο και την ενότητα, που πραγματοποιήθηκε το 2020 υπό την αιγίδα του βασιλιά Αμπντάλα Β΄ της Ιορδανίας και στην οποία συναντήθηκαν Πατριάρχες και Προκαθήμενοι Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εξέφρασε την ελπίδα ανάλογες συναντήσεις να συνεχιστούν, ώστε η Εκκλησία να αποτελεί παράγοντα ειρήνης και όχι αιτία διαίρεσης.
Δεν περιμένει, πάντως, ότι η συμφιλίωση μπορεί να επιτευχθεί γρήγορα. Εξήγησε ότι οι δύο πλευρές πρέπει να είναι διατεθειμένες να ακούσουν η μία την άλλη, αλλά και τις οικογένειες, τα παιδιά και τις κοινότητες που υφίστανται τις συνέπειες του πολέμου και θέλουν να ζήσουν με ασφάλεια, να μορφώσουν τα παιδιά τους και να ασκούν ελεύθερα την πίστη τους.



