Καθώς η “Περίοδος του Ματθαίου”, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται τις Κυριακές στις εκκλησίες προέρχονται από το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, οδεύει προς το τέλος της που σηματοδοτείται από τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ο Ιησούς αποκαλύπτει μέσα από τα θαύματά του όλο και περισσότερο την αληθινή του ταυτότητα, ώστε να προετοιμάσει τους μαθητές του για να αντιμετωπίσουν σωστά το επικείμενο πάθος του. Το θαύμα του Ιησού που αφηγείται το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Θ´ Κυριακής του Ματθαίου (Ματ 14:22-34) συνέβη αμέσως μετά τον θαυματουργικό χορτασμό χιλιάδων ανθρώπων με πέντε μόνον ψωμιά και δύο ψάρια και έχει τον ίδιο στόχο με εκείνο· να παρουσιάσει αφηγηματικά το ποιος είναι ο Ιησούς και ποιο είναι το έργο του.

Αμέσως μετά τον θαυματουργικό πολλαπλασιασμό των τροφίμων, και καθώς είχε ήδη νυχτώσει, ο Ιησούς έστειλε τους μαθητές του να μπούνε στο πλοίο για να πάνε στη δυτική ακτή της Λίμνης της Γαλιλαίας, ενώ ο ίδιος αποτραβήχτηκε σε κάποιον κοντινό λόφο της ανατολικής ακτής για να προσευχηθεί. Όταν όμως το πλοίο απομακρύνθηκε από την ακτή, ένας δυνατός άνεμος προκάλεσε τέτοια τρικυμία που έθετε σε κίνδυνο τη ζωή των επιβατών του. Ώρες ολόκληρες πάλευαν οι μαθητές με τα μανιασμένα κύματα, όταν, ξαφνικά, ο πανικός τους από τον κίνδυνο που διέτρεχαν έδωσε τη θέση του στον τρόμο από το περίεργο θέαμα που αντίκρισαν· καθώς η νύχτα κόντευε να τελειώσει, είδαν στον ορίζοντα μια μορφή να περπατάει πάνω στα κύματα και νόμισαν ότι έβλεπαν φάντασμα. Ο Ιησούς ερχόταν να τους συναντήσει και, αντιλαμβανόμενος τον τρόμο που τους προκάλεσε, προσπαθεί να τους καθησυχάσει φωνάζοντας από μακριά· «Εγώ είμαι» (14:27).

Όμως οι μαθητές δεν τον πίστεψαν, και ο Πέτρος, μαζεύοντας όσα αποθέματα θάρρους του απέμεναν, αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, φωνάζοντας από μακριά· «Κύριε, αν είσαι πράγματι εσύ, κάλεσέ με να έρθω κοντά σου περπατώντας πάνω στα νερά» (14:28).

Ο Ιησούς ανταποκρίθηκε στο αίτημα του αγαπημένου του μαθητή και τον κάλεσε, αλλά το εγχείρημα απαιτούσε πολύ περισσότερες ψυχικές δυνάμεις από εκείνες που διέθετε ο Πέτρος. Στα τελευταία βήματα αυτής της παράξενης πορείας χάνει το θάρρος του και αρχίζει να βυθίζεται. Ο Ιησούς απλώνει το χέρι του, τον ανασύρει, και τον οδηγεί με ασφάλεια στο πλοίο (14:31). Εντυπωσιασμένοι οι μαθητές προσκυνούν τον Ιησού, αναγνωρίζοντας ότι είναι πράγματι Θεός (14:33), ενώ οι κάτοικοι της ακτής όπου αποβιβάστηκαν σπεύδουν κοντά του για να γιατρευτούν από τις ασθένειες που τους βασάνιζαν.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, στόχος της αφήγησης είναι να απαντήσει στο σχετικό με την ταυτότητα του Ιησού ερώτημα. Στο αμέσως προηγούμενο επεισόδιο, κατά το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων, ο λαός αναγνώρισε στο πρόσωπο του Ιησού τον αναμενόμενο ηγέτη που υποσχέθηκε ότι θα στείλει ο Θεός, έναν νέο Μωυσή που θα φροντίσει τις ανάγκες του λαού του και θα τον απαλλάξει από τις συνέπειες της μακρόχρονης καταπίεσης. Ανάλογα στοιχεία περιέχονται και στην παρούσα περικοπή. Όπως ο Μωυσής ανέρχεται μόνος στο όρος για να συναντήσει τον Θεό, κατά ανάλογο τρόπο ο Ιησούς αποτραβιέται σε ένα λόφο μόνος για να προσευχηθεί. Με το νέο θαύμα όμως αποκαλύπτεται στους μαθητές και μια άλλη, πολύ πιο σημαντική πλευρά της προσωπικότητας του Ιησού.

Αυτό γίνεται κατανοητό μέσα από την επιλογή των εικόνων και των λέξεων που κάνει ο ευαγγελιστής. Το επεισόδιο διαδραματίζεται μέσα στο σκοτάδι, ενώ ισχυρός άνεμος πνέει πάνω στα νερά. Για τις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής τα τρία αυτά στοιχεία, το σκοτάδι, ο άνεμος και κυρίως το νερό, αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του χάους, εκείνες τις απειλητικές για τη ζωή αντίθεες δυνάμεις που κυριαρχούν στον κόσμο πριν επέμβει σ’ αυτόν ο Θεός για να δημιουργήσει την αρμονία του σύμπαντος. Με αυτήν ακριβώς την εικόνα αρχίζει το πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, η Γένεσις, προκειμένου να περιγράψει την κατάσταση που επικρατούσε πριν από την επέμβαση του Θεού: «Η γη ήταν ακόμη αόρατη και ασχημάτιστη, σκοτάδι σκέπαζε την άβυσσο και δυνατός άνεμος έπνεεπάνω από το νερό» (Γεν 1:2).

Αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον μετατρέπεται με μια σειρά από προσταγές του Θεού σε παράδεισο για χάρη του ανθρώπου. Εκεί που κυριαρχούσε το σκοτάδι εμφανίζεται το φως, εκεί που τα πάντα καλύπτονταν από το νερό εμφανίζεται η στεριά, και βαθμιαία διαμορφώνεται ένας χώρος ιδανικός, «καλὸς λίαν», για την ανάπτυξη της ζωής, έτοιμος να υποδεχτεί το τελευταίο και τελειότερο δημιούργημα του Θεού, τον άνθρωπο. Όσο κι αν ο άνθρωπος απομακρύνθηκε αργότερα από τον Θεό, δεν ξέχασε ποτέ ότι η ασφάλεια του κόσμου στον οποίο κατοικεί και η ύπαρξή του ολόκληρη οφείλονται σ’ αυτόν που: «μονάχος του τον ουρανό τεντώνει, και περπατάει σαν σε στεριά πάνω στη θάλασσα» (Ιώβ 9:8).

Σ’ αυτόν απευθύνουν οι άνθρωποι κάθε φορά που βρίσκονται σε κίνδυνο τις ικεσίες τους γιατί του αναγνωρίζουν ότι: «Εσύ κυριαρχείς πάνω στη δύναμη της θάλασσας, τον σάλο των κυμάτων της εσύ τον γαληνεύεις» (Ψαλ 88:10). Και τη βεβαιότητά τους αυτή την έκαναν ύμνο που τον έψελναν γεμάτοι ευγνωμοσύνη στον Θεό που τους σώζει από τις δύσκολες καταστάσεις της ζωής: «Σε είδαν τα νερά, Θεέ, τα νερά σε είδαν και φοβήθηκαν κι οι άβυσσοι ταράχτηκαν»(Ψαλ 76:17). Όλα αυτά έρχονται στο μυαλό των μαθητών, καθώς βλέπουν τον Ιησού να περπατάει πάνω στα κύματα· αδυνατούν όμως να πιστέψουν ότι κάποιος μπορεί να έχει τόση δύναμη που μόνο στον Θεό μπορεί να αποδοθεί. Και τότε είναι που αντηχεί η καθησυχαστική φωνή του Ιησού: «Εγώ είμαι».

Ο Ιησούς προσπαθεί να δώσει θάρρος στους μαθητές του, χρησιμοποιώντας μια φράση που δηλώνει κάτι πολύ πιο σημαντικό από την ταυτότητά του. Για να γίνει κατανοητή η σημασία της φράσης αυτής θα πρέπει να ανατρέξει κανείς σε μια περίοδο που απέχει περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια από τη σημερινή εποχή, τότε που ένας αυτοεξόριστος στην έρημο του Σινά αυλικός του φαραώ έρχεται αντιμέτωπος με ένα παράξενο θέαμα. Μέσα από μια βάτο που φλεγόταν χωρίς να καίγεται ο Θεός καλεί τον Μωυσή να ελευθερώσει τον λαό του που καταδυναστεύεται από τους Αιγυπτίους. Στον διάλογο που ακολουθεί ο Μωυσής διατυπώνει επιφυλάξεις για την ικανότητά του να ανταποκριθεί στη δύσκολη αποστολή που του ανατίθεται. Δεν αρκείται όμως στις διαβεβαιώσεις του Θεού ότι θα του συμπαρασταθεί, αλλά ζητά από αυτόν κάτι πολύ πιο σημαντικό. Ζητά να μάθει το όνομα του Θεού που τον καλεί. Ο έμμεσος τρόπος με τον οποίο θέτει το σχετικό ερώτημα και η μεγάλη επιφύλαξή του (Εξο 3:13) φανερώνουν τη σπουδαιότητα του αιτήματός του. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, το όνομα δεν αποτελεί ένα εξωτερικό μόνο χαρακτηριστικό, που διακρίνει απλώς το ένα πρόσωπο από το άλλο, αλλά σχετίζεται με τη φύση, τον ρόλο και τον χαρακτήρα αυτού που το φέρει. Ζητώντας, λοιπόν, ο Μωυσής να γνωρίσει το όνομα του Θεού, δεν ζητά απλώς μια οποιαδήποτε πληροφορία, αλλά ζητά να γνωρίσει τον ίδιο τον Θεό. Για το λόγο αυτόν η απάντηση του Θεού είναι ανάλογη. Ο Θεός δεν απαντά ευθέως, δηλώνοντας κάποιο όνομα, αλλά περιγράφοντας ένα χαρακτηριστικό του: «Είμαι αυτός που υπάρχει»(Εξο 3:14). Το κύριο δηλαδή χαρακτηριστικό του Θεού που αποκαλύπτεται στον Μωυσή είναι η ύπαρξη, σε αντίθεση με όλους τους άλλους θεούς που λατρεύουν οι άνθρωποι, οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.

Η αποκάλυψη του Θεού στο Σινά αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές, όχι μόνον της ιερής ιστορίας της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και της παγκόσμιας Ιστορίας, καθώς το γεγονός εκείνο και η Διαθήκη που ακολούθησε έμελλε να γίνουν η αφετηρία μιας κοσμοϊστορικής αλλαγής στην πνευματική πορεία της ανθρωπότητας.

Βασικό χαρακτηριστικό της βιβλικής θεολογικής σκέψης συνιστά η αντίληψη ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στους ανθρώπους με το λόγο του. Έτσι διαμορφώνεται μια εντελώς ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, καθώς ο Θεός μιλάει και ο άνθρωπος ακούει. Όσο αυτονόητη και να φαίνεται η σχέση αυτή για τη σύγχρονη θεολογική σκέψη, αποτελεί πραγματική επανάσταση για τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης. Η γειτονική προς τον Ισραήλ αιγυπτιακή θρησκεία, για παράδειγμα, δεν στηρίζεται σε κάποια αποκάλυψη της θεότητας. Οι θεοί των Αιγυπτίων δεν εμφανίζονται με το λόγο τους, που ο άνθρωπος ακούει, αλλά με τις εικόνες τους, που ο άνθρωπος βλέπει και τους τελετουργικούς τύπους, που ο άνθρωπος τελεί. Σε όλες τις αρχαίες θρησκείες η παρουσία της θεότητας δηλώνεται με σύμβολα και τελετουργικές πράξεις. Αυτό έχει ως συνέπεια το να απουσιάζει από τις θρησκείες αυτές κάποια άμεση σύνδεση της λατρευτικής με την ηθική ζωή, καθώς απουσιάζει από τις θρησκείες αυτές το «Εγώ είμαι» με το οποίο ο βιβλικός Θεός απευθύνεται στους ανθρώπους.

Παρ’ όλο, λοιπόν, που όλες οι θεότητες του ειδωλολατρικού κόσμου φέρουν κάποιο όνομα, το οποίο τις χαρακτηρίζει και τις διακρίνει από τις υπόλοιπες που λαμβάνουν μέρος στον μύθο, στον Ισραήλ το όνομα του Θεού παίζει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, καθώς σχετίζεται άμεσα όχι με μύθους, αλλά με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Απευθυνόμενος, δηλαδή, ο Θεός στους ανθρώπους με το «Εγώ είμαι», δεν συστήνεται σαν κάποιος άγνωστος σ’ αυτούς, αλλά δηλώνει ότι είναι αυτός που οι άνθρωποι γνώρισαν μέσα από την Ιστορία τους (Γεν 15:7· Εξο 6:2εξ). Ποιος είναι και τι είναι ο Θεός το γνωρίζουν οι Ισραηλίτες όχι μέσα από μυθολογικές αφηγήσεις ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά από την εμπειρία των θείων ενεργειών μέσα στην Ιστορία τους.

Προκειμένου να καθησυχάσει, λοιπόν, ο Χριστός τους μαθητές του συστήνεται σ’ αυτούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο Θεός αποκαλύφθηκε αιώνες πριν για πρώτη φορά στους προπάτορές τους. Έτσι, η αφήγηση που περιέχεται στη συγκεκριμένη περικοπή δεν είναι μια απλή περιγραφή ενός θαύματος αλλά μια νέα αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους. Αυτός που κυριαρχεί πάνω στις δυνάμεις της φύσης και συστήνεται στους ανθρώπους με τη φράση «Εγώ είμαι» δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Θεό που ενεργεί σε όλους τους αιώνες μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία. Αυτά τα στοιχεία οδηγούν τους μαθητές στο τέλος της αφήγησης να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Ιησού τον ίδιο τον Θεό. Και την ίδια αυτήν αναγνώριση διακηρύσσει παραστατικά η Εκκλησία αναγράφοντας στο φωτοστέφανο του Χριστού τη φράση “Ο ΩΝ” που τον ταυτίζει με τον προαιώνιο Θεό, οποίος επεμβαίνει πάντοτε σωτηριολογικά υπέρ των ανθρώπων.

Και στο σημείο ακριβώς αυτό βρίσκεται το στοιχείο εκείνο της περικοπής που αφορά στους χριστιανούς του σήμερα. Σήμερα όλοι οι χριστιανοί αναγνωρίζουν, όπως ακριβώς και ο Πέτρος, τον Χριστό ως Θεό και σωτήρα τους. Και όπως ακριβώς και ο Πέτρος, κάθε πιστός χριστιανός έχει την πεποίθηση ότι ο Χριστός μπορεί να κάνει το αδύνατο δυνατό. Το αίτημα του Πέτρου να περπατήσει πάνω στο νερό βασίζεται σ᾽ αυτήν ακριβώς την πεποίθησή του. Επομένως, αυτό που  συνέβη στον Πέτρο δεν οφείλεται σε έλλειψη πίστης γενικά, αλλά ήταν μια στιγμιαία απόσπαση της προσοχής, μια στιγμή αποπροσανατολισμού· απέσπασε την προσοχή του από τον πραγματικό του στόχο, να φτάσει στον Χριστό, και την έστρεψε στην ένταση του ανέμου. Κατά ανάλογο τρόπο οι περιστάσεις της ζωής παρασέρνουν συχνά τον χριστιανό και χάνει τον προσανατολισμό του. Όμως μια στιγμή αποπροσανατολισμού της σκέψης από τον πραγματικό στόχο είναι αρκετή για να οδηγήσει στον καταποντισμό. Σε τέτοιες στιγμές μια κραυγή σαν εκείνη του Πέτρου «Κύριε, σώσε με» (14:30) μπορεί να αποβεί σωτήρια για τον άνθρωπο. Ο Χριστός έρχεται πάντοτε αρωγός, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Πέτρου, απλώνοντας το χέρι του, για να σώσει όποιον τον επικαλείται. Αρκεί να βρει κανείς σ’ εκείνες ακριβώς τις στιγμές τη δύναμη να εμπιστευτεί στην παρουσία του Θεού στη ζωή του.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: