Απάντηση στον θόρυβο που ξέσπασε μεταξύ χρηστών του διαδικτύου για το εξώφυλλο του νέου βιβλίου θρησκευτικών της Γ΄ Γυμνασίου σχετικά με την μη ύπαρξη σταυρού στον τρούλο της εκκλησίας που αποτυπώνεται δίνει ο ίδιος ο καλλιτέχνης που το σχεδίαση δίνοντας τέλος ουσιαστικά στις νέες θεωρίες συνωμοσίες που αναπτύχθηκαν γύρω από τις προθέσεις του Υπουργείου Παιδείας.

Όλα ξεκίνησαν όταν χρήστες των κοινωνικών δικτύων σχολίασαν πως στον ναό που εικονίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου έχουν φύγει οι σταυροί, ενώ ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται ο ναός μοιάζει με… τέμενος.

Τελικά η αλήθεια φαίνεται πως ήταν εντελώς διαφορετική αφού όπως σημειώνει ο ίδιος ο δημιουργός στόχος του ήταν να αποτυπώσει τον ναό ως θυμίαμα το οποίο ανεβαίνει στον ουρανό.

Γράφει χαρακτηριστικά ο δημιουργός του έργου, Μπάμπης Πυλαρινός:

«Είχα την τιμή το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων να επιλέξει έργα μου, τα οποία ήδη είχα ζωγραφίσει, για να κοσμήσουν τα εξώφυλλα των βιβλίων του μαθήματος των θρησκευτικών. Να διευκρινίσω ότι εργάζομαι ως αγιογράφος και εντυπωσιάστηκα, αλλά και χάρηκα, που επέλεξαν ζωγραφική και όχι κάποια αγιογραφία, και αυτό το είδα σαν μια προσπάθεια τρυφερής προσέγγισης των παιδιών.

Για το έργο του εξωφύλλου του βιβλίου της Γ΄ Γυμνασίου δημιουργήθηκαν ερωτήματα και αμφιβολίες.

Σε αυτό παρουσιάζεται μια αφαιρετική εικόνα της αγαπημένης μου πατρίδας, του «γλυκού Τζάντε». Όλο το τοπίο είναι παραδείσιο παρά τα πεπτωκότα στοιχεία που το απαρτίζουν (αυτοκίνητα, δρόμοι, βάρκες κτλ.) Αυτή είναι η ουσία και θα έλεγα ο στόχος ή καλύτερα η αγωνία της ζωγραφικής μου: πώς εξαγιάζεται η φθορά; Πώς ο σκουπιδότοπος γίνεται ανθισμένος κήπος;

Στο συγκεκριμένο έργο η παρουσία της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου εξαγιάζει το τοπίο με την προίκα του νησιού αυτού, και η προίκα αυτή είναι η συγγνώμη του Αγίου προς τον φονιά του αδελφού του. Η προίκα αυτή είναι ακριβή, και ευλογημένοι όσοι την έχουμε.

Για το συγκεκριμένο έργο εκφράστηκαν αντιρρήσεις σχετικά με τις ελικοειδείς απολήξεις που μοιάζουν με καπνό, που ξεκινούν από τις απολήξεις της σκεπής του καμπαναριού και του ναού, και κατευθύνονται προς τον ουρανό.

Αυτή είναι μια σουρεαλιστική, ασυνείδητη, ζωγραφική κίνηση που έχει για μένα μεταφυσικό βάθος, σαν ένας τρόπος να επικοινωνήσεις με τον Θεό, κάτι σαν το θυμίαμα που ανεβαίνει στον ουρανό: «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου».

Παρεξηγήθηκε και η αχνή παρουσία μιας μορφής που μπορεί να είναι μέρος του παραδείσου, αλλά μπορεί και να κρατάει μια απόσταση, να αισθάνεται αποκομμένη από τη «γιορτή».

Μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα έργο ζωγραφικής, δηλαδή ένα έργο τέχνης, και πρόκειται για μια συνομιλία του δημιουργού του έργου με το ασυνείδητό του, αλλά και με το ευρύτερο συλλογικό ασυνείδητο της κοινότητας στην οποία ανήκει».

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Ετικέτες: