Η σημερινή Κυριακή, η Κυριακή της Σαμαρείτιδος, μας φέρνει μπροστά σε μια απ᾽ τις πιο αποκαλυπτικές συναντήσεις του Ευαγγελίου, τη συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα.
Ο Χριστός δε περνά απλώς από την Σαμάρεια. Καταλύει όρια, εθνικά, θρησκευτικά, κοινωνικά. Η Σαμαρείτιδα δεν είναι μία «τυχαία» γυναίκα, αλλά τύπος όλου του ανθρωπίνου γένους. Ο Χριστὸς επιχειρεί προσωπική σωτηρία για μία περιθωριοποιημένη γυναίκα, που κανείς δεν θα υπολόγιζε.
Ο Χριστός δεν πλησιάζει έναν άνθρωπο με κοινωνική καταξίωση. Δε συναντά έναν Φαρισαίο, ούτε έναν νομοδιδάσκαλο, ούτε κάποιον που είχε καλή φήμη στην κοινωνία. Συναντά μία γυναίκα πληγωμένη από την αμαρτία, η οποία είχε δεχτεί την απόρριψη των συνανθρώπων της, κι όμως, σ᾽ αυτή τη γυναίκα αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται.
Ο Θεός κατεβαίνει στο φρέαρ της ζωής μας, ζητά επαφή, διάλογο, ανοίγει την καρδιά Του.
Σημειώνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οὐκ ἔλεγεν διὰ νεροῦ μόνον, ἀλλὰ τῆς πίστεως τῆς γυναικὸς ἐδίψα».
Η Εκκλησία ποτέ δεν ωραιοποίησε τη ζωή της Σαμαρείτιδος. Οι Πατέρες μιλούν ξεκάθαρα για την αμαρτωλή ζωή της, όμως ταυτόχρονα θαυμάζουν την ειλικρίνεια της καρδιάς της.
Ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι η Σαμαρείτιδα δεν αγανάκτησε όταν ο Χριστός αποκάλυψε την αμαρτία της, ούτε προσπάθησε να δικαιολογήσει τον εαυτό της. Αντίθετα, στάθηκε με διάθεση μαθητείας και αναζήτησης της αλήθειας και γι’ αυτό ο Χριστός συνέχισε να της αποκαλύπτεται.
Ο ιερός Πατήρ θαυμάζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η γυναίκα αυτή μεταστρέφεται αμέσως σε ιεραπόστολο. «Τοῦ λέει ἡ γυναίκα· Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται Χριστός. Ὅταν ἔρθη ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ φανερώση ὅλα. Ἡ πόρνη φιλοσοφεῖ ζητήματα πνευματικά, φέρνει στὸ στόμα της τὶς Θεῖες Γραφές. Κι ἄν τὸ σῶμα της ἔχη βουτυχτῆ στὴν ἀκαθαρσία τῆς πορνείας, ἡ ψυχή της ἔχει καθαρισθῆ μὲ τὴν ἀναφορὰ καὶ τὴν ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν. Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Ἰδοὺ πνευματικὴ προκοπή, ἰδοὺ πόρνη ποὺ τὰ γνωρίζει ὅλα. Προσέξετε πῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς πέταξε στοὺς οὐρανούς. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ εἶμαι. Αὐτὸ ποὺ σὲ πολλοὺς ἀποστόλους ἔκρυψε, στὴν πόρνη ἀποκαλύπτει φανερά.»
Ο Χρυσορρήμων ολοκληρώνει την ομιλία του, επαινώντας την ιεραποστολική κλίση της Αγίας Φωτεινής: «Ἐκείνη ὅμως ἄφησε τὴν στάμνα της καὶ μπῆκε στὴν πόλη καὶ φώναξε στοὺς πολῖτες: Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός; Τοὺς ξυπνᾶ τὴν ἐπιθυμία, νὰ βγοῦν καὶ νὰ πιαστοῦν. Ὅπως πιάστηκε στὸ δίχτυ, θέλει νὰ πιάση.
Πόρνη μὲ συνείδηση ἀποστόλου, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους πιὸ δυνατή. Γιατὶ οἱ ἀπόστολοι περίμεναν νὰ συμπληρωθῆ ὁλόκληρη ἡ Θεία Οἰκονομία καὶ τότε ἄρχισαν τ’ ἀποστολικά τους κηρύγματα. Ἡ πόρνη ὅμως, πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση, εὐαγγελίζεται τὸν Χριστό. Διαλαλῶ τὰ ἁμαρτήματά μου, γιὰ νὰ ὁδηγήσω σᾶς. Γιὰ νὰ δῆτε σεῖς τὸν Θεὸ ποὺ ἔφτασε στὸν κόσμο, πομπεύω τὰ σφάλματά μου.»
Τί κάνει η Σαμαρείτιδα μόλις καταλάβει ποιος είναι ο Χριστός; Αφήνει την υδρία της και τρέχει στην πόλη: «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον, ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα».
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι η εγκατάλειψη της υδρίας δεν είναι μία απλή πρακτική λεπτομέρεια. Είναι σημείο πνευματικής μεταβολής. Η υδρία συμβολίζει τις γήινες επιθυμίες και τις παλαιές μέριμνες. Η Σαμαρείτιδα αφήνει πίσω ό,τι μέχρι τότε γέμιζε τη ζωή της, γιατί πλέον βρήκε το «ὕδωρ τὸ ζῶν».
Εδώ αρχίζει το μεγάλο πνευματικό contrast που προβάλλει η Εκκλησία. Από τη μία, υπάρχουν οι άνθρωποι της εξωτερικής θρησκευτικότητας. Άνθρωποι που φαίνονται ευσεβείς, αλλά μέσα τους κυριαρχεί η υπερηφάνεια, η κατάκριση, η σκληρότητα, η υποκρισία.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει ότι ο Θεός δεν κατοικεί σε καρδιά γεμάτη εγωισμό, ακόμη κι αν αυτή φαίνεται θρησκευτική. Αντίθετα, η ταπεινή καρδιά γίνεται τόπος θείας επίσκεψης.
Από την άλλη, βρίσκεται η Σαμαρείτιδα. Μια γυναίκα που η κοινωνία είχε στιγματίσει. Μια γυναίκα που απέφευγε τους ανθρώπους και πήγε στο πηγάδι το καταμεσήμερο, μέσα στη ζέστη. Η γυναίκα πήγε να αντλήσει φθαρτό νερό και βρήκε την πηγή της αιώνιας ζωής.
Ο Χριστός αποκαλύπτεται στη Σαμαρείτιδα όταν της λέει: «Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι». Βλέποντας την αγαθή προαίρεσή της, την οδηγεί σταδιακά από τα αισθητά στα πνευματικά, από το νερό του πηγαδιού στο ζωντανό νερό της σωτηρίας, από την περιέργεια στην πίστη, από την πίστη στην αποστολή.
Κι εδώ φαίνεται η τεράστια διαφορά μεταξύ αμαρτωλού και υποκριτή. Ο αμαρτωλός μπορεί να σωθεί όταν έχει ταπείνωση. Ο υποκριτής δυσκολεύεται να σωθεί, γιατί θεωρεί ότι δεν χρειάζεται μετάνοια.
Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος λέει ότι πολλές φορές οι τελώνες και οι πόρνες προπορεύονται στη Βασιλεία του Θεού, όχι επειδή η αμαρτία τους ήταν μικρή, αλλά επειδή η μετάνοιά τους ήταν αληθινή.
Η σημερινή Κυριακή είναι μια ισχυρή απάντηση σ᾽ όλη τη φαρισαϊκή νοοτροπία που μπορεί να φωλιάσει μέσα μας. Ο Χριστός ήρθε ν᾽ αναστήσει τον άνθρωπο εσωτερικά, γι’ αυτό συγκινείται περισσότερο από μία αμαρτωλή, με συντετριμμένη καρδιά, παρά από έναν υπερήφανο “δίκαιο”.
Η Σαμαρείτιδα δεν είχε καθαρό βίο. Είχε όμως καθαρή αναζήτηση. Δεν είχε υπόληψη στον κόσμο. Είχε όμως δίψα για Θεό κι αυτή η δίψα έγινε η αρχή της αγιότητάς της, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας δεν τη θυμάται ως «την πόρνη Σαμαρείτιδα», αλλά ως την Αγία Φωτεινή την Ισαπόστολο.
Ο κόσμος θυμόταν την πτώση της, αλλά η Εκκλησία θυμάται τη μετάνοιά της. Ο κόσμος έβλεπε την αμαρτία της, αλλά ο Χριστός είδε την καρδιά της.
Ας προσέξουμε σήμερα μήπως έχουμε κι εμείς μία εξωτερική τυπική θρησκευτικότητα. Μήπως ξέρουμε να μιλάμε για το Θεό, αλλά δεν αγαπούμε τον άνθρωπο. Μήπως κρίνουμε, καταδικάζουμε και συκοφαντούμε εύκολα, ενώ η καρδιά μας μένει μακριά από τη Χάρη Του.
Ο Χριστός δε ζητά προσωπείο. Δε ζητά θρησκευτική επίδειξη. Δεν ζητά υποκριτική ευσέβεια. Ζητά καρδιά αληθινή και καθαρή.
Στην αποκαλυπτική συνάντησή μας με το Χριστό, η όλη ύπαρξή μας μεταμορφώνεται σε “πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον”. Το ζωντανό νερό, δηλαδή ο λόγος του Θεού, που αναβλύζει μέσα στην Εκκλησία, ζωογονεί τη νεκρωμένη από την αμαρτία ύπαρξή μας.
Στη ζωή μας, κουβαλάμε κι εμείς μια νοητή στάμνα, γεμάτη ανασφάλειες, αμαρτίες, δίψες που δε σβήνουν. Ο Χριστός μάς περιμένει στο «φρέαρ» της προσευχής, τη Θεία Λειτουργία. Θέλει ν᾽ ανοίξουμε διάλογο μαζί Του, όπως άλλοτε έπραξε με τον Κλεόπα και το Λουκά, στην πορεία προς Εμμαούς, σ᾽ έναν αποκαλυπτικό διάλογο, που οδήγησε στο άνοιγμα των οφθαλμών και στο ζέσταμα της καρδιάς των αποστόλων! Ας Τον ακολουθήσουμε κι ας Τον ομολογήσουμε!



