Ὁ Κύριος εὑρισκόμενος στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα τρεῖς φορὲς, λέγοντας: «Πάτερ, εἰ δυνατὸν παρελθέτω ἀπ΄ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο, πλὴν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ».

Ἡ προσευχὴ Του ἐναγώνιος.

Ὁ ἱδρώτας ἔρρεε ἀπὸ τὸ πανάγιο πρόσωπό Του, ὡς θρόμβοι αἵματος.

Οἱ περιγραφὲς τῶν κορυφαίων αὐτῶν στιγμῶν ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Εὐαγγελιστὲς εἶναι συγκλονιστικές.

Στοὺς μελετητὲς τοῦ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης γίνεται ἐμφανὴς ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ.

Ἀλλὰ καὶ ἀποστομώνεται ὁποιοσδήποτε θὰ μποροῦσε νὰ ἀμφισβητήση κατὰ πόσον ὁ Θεάνθρωπος ὑπῆρξε πέρα ἕως πέρα ἄνθρωπος.

Εἶναι ἄνθρωπος.

Τέλειος καὶ ἀναμάρτητος ἄνθρωπος.

Καὶ ὡς ἀναμάρτητος, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος δὲν ἔχει καμμία θέση καὶ ἐξουσία ἐπάνω Του.

Ὁ θάνατος εἶναι γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς.

Τό ξεκαθάρισε ὁ Θεός στόν Παράδεισο: «τήν ἡμέρα, πού θά φᾶτε ἀπό τόν καρπό, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2,17).

Ὁ θάνατος εἶναι μόνο γιά τούς ἁμαρτωλούς.

Ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἁμαρτωλοί, ὅλοι πεθαίνουν.

Στόν Χριστό, ὅμως, δέν εἶχε καμμία θέση ὁ θάνατος.

Ὅταν λέει «παρελθέτω τὸ ποτήριον», τὸ ποτήριο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ θάνατος, ποὺ ἔρχεται.

Ὁ σταυρικὸς θάνατος, ποὺ ἀκολουθεῖ.

Ὅμως ὁ θάνατος δὲν εἶναι γιὰ τὸν ἀναμάρτητο, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς.

Γιὰ τὸν Χριστό δὲν ἔχει καμμία θέση ὁ θάνατος.

Ἑπομένως, φυσιολογικώτατα, ὡς ἄνθρωπος ἀληθινός ὁ Χριστός ἔπρεπε, ἔτσι νὰ πῆ: «Πάτερ, εἰ δυνατόν παρελθέτω…».

Δὲν ἀντιδρᾶ, στό θέλημα τοῦ Θεοῦ!

Δὲν φοβᾶται!

Ἀλλά ἔπρεπε νά τό πῆ αὐτό: «Πάτερ, εἰ δυνατόν παρελθέτω ἀπ΄ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο».

Καὶ συμπληρώνει τό: «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ ὡς σύ», μέ τό ὁποῖο ὑποτάσσεται τελικά στό θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός.

Τὸ ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Χριστοῦ νὰ μὴν πιεῖ τὸ ποτήριο εἶναι πανάγιο καὶ ἀναμάρτητο, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀναμάρτητος.

Ὅταν παραιτεῖται τοῦ θελήματός Του, σημαίνει, ὅτι ὑποτάσσει τό πανάγιο θέλημά Του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός.

Δέν τό ὑποτάσσει μιά φορά.

Κάνει ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Γι΄ αὐτὸ ἦρθε, ὅπως τὸ προφητεύει ὁ Δαβίδ: «Ἰδού ἥκω… τοῦ ποιῆσαι τό θέλημά Σου, ὁ Θεός μου».

Σὲ ἄλλο σημεῖο λέει: «οὐ ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός».

Κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀπαρνηθῆ τὸ δικό του ἀνθρώπινο θέλημα, ὅσο κι ἄν λογικὰ τοῦ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι σωστό.

Καὶ καλεῖται κάθε ἄνθρωπος νὰ ἀπαρνηθῆ τὸ ἴδιον θέλημα προκειμένου νὰ ὑποταχθῆ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ὑπάρξεώς της ἄκουσαν τὴν πρόσκληση τοῦ Κυρίου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι» καὶ ἐφήρμοσαν μὲ τὴν ζωὴ τους τὸ συγκλονιστικὸ καὶ καίριο μήνυμα τῆς Γεθσημανίου προσευχῆς τοῦ Κυρίου.

Ἀποδέκτης αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ὑπῆρξε καὶ ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος Διονύσιος ὁ ἐκ Ζακύνθου ἐπίσκοπος Αἰγίνης.

Διερευνῶντας τὸν βῖο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Διονυσίου, διαπιστώνουμε, ὅτι ἀκολουθεῖ τὰ χνάρια τῆς πορείας τοῦ Ἰησοῦ καὶ βιώνει ἀναλόγως τὴν ἐναγώνιο προσευχὴ τοῦ κήπου τῶν Ἐλαιῶν.

Ἄς δώσουμε γιὰ λίγο τὴν προσοχὴ μας σὲ τέσσερα σημεῖα-σταθμοὺς τῆς ζωῆς του:

Πρῶτον:

Ἡ στιγμὴ τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ κόσμου.

Γονεῖς τοῦ ἁγίου Διονυσίου ἦταν ὁ Μώκιος Σιγοῦρος καὶ ἡ Παυλίνα, τὸ γένος Βάλβη.

Οἱ ἀριστοκράτες στὴν καταγωγὴ καὶ πολὺ πλούσιοι γονεῖς του φρόντισαν γιὰ τὴν πλήρη μόρφωση τοῦ μικροῦ γιοῦ τους Δραγανίνου.

Αὐτὸ ἦταν τὸ μικρό ὄνομα τοῦ ἁγίου.

Ἔτσι ὁ νεαρὸς Δραγανῖνος σπουδάζει «κατ΄ οἶκον» καὶ οἱ καλοὶ διδάσκαλοι μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων τοῦ μαθαίνουν τὴν Ἀρχαία Ἑλληνικὴ καὶ τὴν Ἰταλικὴ γλώσσα.

Προτοῦ συμπληρώση τὸ 21ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, χάνει τοὺς γονεῖς του.

Μορφωμένος καὶ καταρτισμένος βρίσκεται μὲ μιὰ τεράστια περιουσία στὰ χέρια του.

Ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ ὁ πειρασμὸς τῆς καλοπέρασης καὶ τῶν ἀπολαύσεων, ποὺ τοῦ προσέφερε ἡ οἰκονομικὴ ἄνεση καὶ οἱ γνώσεις ἦταν μεγάλος καὶ δελεαστικός.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά ἡ σκέψη γιὰ μιὰ χριστιανικὴ ζωὴ «ἐν τῷ κόσμῳ» μὲ κοινωνικὴ προσφορὰ καὶ μὲ καλὴ καὶ χρηστὴ διαχείριση τοῦ πλούτου του ἀποτελοῦσε μία δεύτερη πρόκληση.

Ὅμως ὁ ἅγιος στέκεται μπροστά στὸ ποτήριο τῆς στενῆς καὶ τεθλιμμένης ἐσταυρωμένης ὁδοῦ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀποδέχεται ἀπαντώντας: «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ».

Πτωχεύει κατὰ κόσμον.

Δωρίζει ὁλόκληρη τὴν περιουσία του στὸν μοναδικὸ ἀδελφὸ του, τὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἐγκαταλείπει τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου.

Ἀφοσιώνεται στὸν Θεὸ, ὅπου ὁ ἀληθινὸς θησαυρὸς καὶ ἡ πραγματικὴ γνώση.

Ἡ γνώση ἐκείνη, ποὺ κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο δὲν φυσιεῖ –δὲν τὸν κάνει νὰ φουσκώνει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια, δὲν τὸν καθιστᾶ ὑπερόπτη καὶ ἀλαζόνα- ἀλλὰ ἡ γνώση ἡ ἀληθινή, ποὺ οἰκοδομεῖ τὸν ἄνθρωπο.

Παραδίδεται μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ αὐταπάρνηση στὸν Θεό καὶ γίνεται μοναχός.

Ἔλαβε τὸ ὄνομα Δανιήλ.

Μὲ πίστη βαθειά καὶ θεῖο ἔρωτα ζεῖ τὴ δύσκολη, ἀλλὰ ὡραία μοναχικὴ ζωή.

Ἀγρυπνίες καὶ προσευχές, κόποι καὶ κακουχίες…

Ποικίλοι πνευματικοὶ ἀγῶνες τὸν ὁδηγοῦν στὰ δυσανάβατα ὕψη τῆς «ἐν Χριστῷ» τελειώσεως.

Δεύτερον:

Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος στὴν δοκιμασμένη Αἴγινα.

Στὴν ἐπιθυμία καὶ τὸν θεῖο ζῆλο του νὰ πραγματοποιήση προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους διέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.

Ἐκεῖ, ὅταν μὲ σεβασμὸ ὑπέβαλλε τὰ σέβη του στὸν ποιμενάρχη τῶν Ἀθηνῶν Νικάνωρα, ἐκεῖνος τοῦ ζήτησε νὰ σηκώση στοὺς ὤμους του ἕναν νέο σταυρό.

Τοῦ ζήτησε νὰ ἀπαρνηθῆ τὴν πατρίδα του, νὰ ματαιώση τὴν πορεία του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ ἀποδεχθῆ μιὰ καινούργια δύσβατη πορεία.

Ἕνα νέο ποτήριο πικρό αὐτὴ τὴν φορά βρισκόταν στὸν ὁρίζοντα. Ἐκαλεῖτο νὰ δεχθῆ νὰ γίνη ἀρχιεπίσκοπος στὴν Αἴγινα.

Στὴν σύγχρονη κοινωνία τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα ἴσως φαντάζει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων εἴτε ὡς μία κοινωνικὴ καταξίωση εἴτε ὡς προσφερόμενο προνόμιο ἤ σὰν μιὰ προσωπικὴ ἄνοδος καὶ ἀνέλιξη.

Γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου ἡ ἀποδοχὴ αὐτὴς τῆς ἐπισκοπικῆς πορείας ἀποτελοῦσε ἄνοδο πρὸς ἕναν νέο Γολγοθᾶ.

Περίοδος τουρκοκρατίας.

Μὲ τὴν καταστροφὴ τοῦ Βαρβαρόσα τὸ 1537, εἶχε ἐξοντωθεῖ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Αἴγινας καὶ εἶχε λεηλατηθεῖ ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη ὁλόκληρο τὸ νησί.

Γιὰ σαράντα χρόνια δὲν βρισκόταν κανεὶς γιὰ νὰ ἀναλάβει τὸν θρόνο τῆς Αἴγινας.

Ἔτσι τὸ 1577, ποὺ ἀνέλαβε ὁ ἅγιος νὰ ἀναδιοργανώσει τὴν Ἐκκλησία τοῦ νησιοῦ βρέθηκε μὲ λιγοστοὺς κατοίκους.

Οἱ κίνδυνοι μεγάλοι καὶ ἀπειλητικοί.

Μπορεῖ νὰ στοίχιζαν καὶ τὴν ἴδια τὴν ζωή τοῦ Ἁγίου.

Ἀλλὰ ὁ πιστὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀψηφᾶ τοὺς κινδύνους καὶ ἀναφωνεῖ πρὸς τὸν Θεό: «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ».

Ἔτσι ἀποδέχεται «χάριν τοῦ Χριστοῦ» νὰ σηκώση στοὺς ὤμους του τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνη τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἔργου τῆς Αἴγινας.

Ταπεινὰ, μὲ αὐτοθυσία καὶ αὐταπάρνηση διακονεῖ τὸν λαό, ἔχοντας πάντοτε ὑπ΄ ὄψιν του τὸν λόγο τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν μου…».

Ἁπλὸς στοὺς τρόπους, ἄκακος, πρᾶος καὶ «ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», διεκήρυττε μὲ τὴν ἴδια του τὴν ζωὴ, ὅτι «οὐ ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν», ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός.

Τρίτος σταθμός:

Ἡ στιγμὴ τῆς φυγῆς ἀπὸ τὸ λογικὸ ποίμνιο τῆς Αἴγινας.

Τὸ τρίτο ποτήριο, ποὺ ἔπρεπε γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποδεχθῆ ὁ ἅγιος ἦταν τὸ πικρὸ ποτήριο τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Αἰγίνης.

Προσέφερε.

Παρέδωσε ὅλο του τὸν ἑαυτό.

Παραστάθηκε σὰν ἀληθινὸς πνευματικὸς πατέρας σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες καὶ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες τὼν ἀποίκων καὶ τῶν ἐλαχίστων ἀρχικῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ.

Συσταυρωνόταν καὶ συνανασταινόταν μὲ τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ καθημερινά…

Ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοί: «διὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπον τοῦτον, τὸν τόσον εὐσυνείδητον καὶ εὐθὺν τὸν χαρακτῆρα, ἡ παραμονὴ εἰς τὸν θρόνον κατέστη μαρτύριον».

Ὅταν διέκρινε, μὲ τὸν θεῖο φωτισμό, ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγη καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἅγιο, τότε ταπεινὰ παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπισκοπικὴ καθέδρα γιὰ νὰ βαδίση τὸν δρόμο τῆς ἐρήμου, πρὸς τὴν Ἀναφωνήτρια, τὸ μοναστήρι τῆς Ζακύνθου, ὅπου διετέλεσε μετέπειτα ἡγούμενος, λέγοντας καὶ πάλι: «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ».

Τέταρτος καὶ τελευταῖος σταθμός:

Δὲν μποροῦμε νὰ μὴν συμπεριλάβουμε στὰ πικρὰ ποτήρια τῆς ἁγίας βιοτῆς τοῦ ταπεινοῦ ἐπισκόπου τῆς Αἴγινας, τοῦ σεμνοῦ καὶ πράου καὶ ἀμνησικάκου ἡγουμένου τῆς Ζακύνθου, τὸ γνωστό περιστατικὸ τῆς δολοφονίας τοῦ ἀδελφοῦ του.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη θανάσιμη ἔχθρα πότιζε τὶς καρδιὲς δύο οἰκογενειῶν.

Τῶν Σιγούρων, ἀπ΄ ὅπου καταγόταν ὁ ἅγιος, καὶ τῶν Μονδίνων.

Μὲ τὸ ἀνθρωποκτόνο πᾶθος τοῦ μίσους καὶ τῆς μισαλλοδοξίας μιὰ νύκτα δολοφονικό χέρι ὑψώνεται καὶ σφαγιάζει τὸν ἀδελφὸ τοῦ ἁγίου Διονυσίου τὸν Κωνσταντῖνο.

Ὁ φονιὰς γίνεται γνωστὸς καὶ καταδιώκεται ἀπὸ τὴν ἀστυνομία.

Ξεφεύγει καὶ βρίσκει καταφύγιο στὴν Ἀναφωνήτρια.

Ἐκεῖ φιλοξενεῖται μὲ καλωσύνη, μὲ ἀνθρωπιὰ καὶ μὲ ἁγιότητα ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Διονύσιο, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τὶ εἶχε συμβῆ.

Εἶχε δικαίωμα νὰ τὸν καταγγείλει στὶς ἀρχὲς καὶ νὰ τιμωρηθῆ.

Καὶ ἐάν τὸ ἔκανε -ἀνθρωπίνως-δὲν θὰ διέπραττε ἁμαρτία.

Θὰ ἦταν σύμφωνος μὲ τὸν νόμο.

Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν στιγμή, τὴν πικρή στιγμή καὶ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ὥρα τῶν γεγονότων, στὸ μεταίχμιο μεταξὺ θείου καὶ ἀνθρωπίνου νόμου, ὑπήκουσεσ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης «ἐὰν ἀγαπᾶτε, τοὺς ἀγαπῶντας ἡμᾶς ποία ἡμῖν χάρις ἐστί, καὶ γάρ οἱ ἁμαρτωλοί τὸ αὐτό ποιοῦσιν».

Ὕψωσε τὸ βλέμμα του στὸν Οὐρανό καὶ ἀναφώνησε μὲ ὅλη του τὴν καρδιά «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω ἀλλ΄ὡς σύ», ὑποτασσόμενος καὶ πάλι στὴν ἐπιταγή τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατρός.

Συγχώρησε τὸν φονιά…

Τὸν περιέθαλψε…

Καὶ τοῦ ἄνοιξε τὶς προϋποθέσεις τῆς πραγματικῆς καὶ λυτρωτικῆς μετανοίας, ὥστε νὰ ἀναφωνήση κι ἐκεῖνος μαζί μὲ τὸν ληστή τό: «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου»

«Πάτερ, εἰ δυνατὸν παρελθέτω ἀπ΄ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο, πλὴν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ».

Ἔχω τὴν γνώμη, ἀδελφοὶ μου, ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ ἄνθρωποι διαβαίνουμε ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς προσωπικῆς μας Γεθσημανῆ.

Γονατίζουμε καὶ περνοῦμε τὶς στιγμὲς τῆς ἐναγωνίου προσευχῆς.

Αὐτῆς ποὺ βίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ οἱ ἅγιοι καὶ ὁ Ἅγιος Διονύσιος.

Ὁ καθένας μας ἔχει σταθεῖ μπροστὰ στὸ δίλημμα τῆς ἀποδοχῆς ἤ τῆς ἀρνήσεως τοῦ πικροῦ ποτηρίου.

Τέτοιο ποτήριο μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ πίκρα στὴν καρδιὰ τῆς γυναικὸς ἐξ αἰτίας τῆς ἀπότομης καὶ ἀδιάφορης συμπεριφορᾶς τοῦ συζύγου!

Ἡ στενοχώρεια τοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ τὴν δυστροπία καὶ τὸ πεῖσμα τῆς γυναικὸς του!

Πικρὸ ποτήριο εἶναι καὶ τὸ βᾶρος τοῦ πόνου ἀπὸ κάποιο παιδὶ, ποὺ μὲ τὴν διαγωγὴ του κάνει τὸν πατέρα ἤ τὴν μάνα νὰ πεθαίνουν κάθε ἡμέρα!

Μιὰ ἀξεπέραστη δυσκολία στὶς σχέσεις μὲ τὰ πεθερικὰ, τοὺς συγγενεῖς.

Ἡ σκληρότητα στὸν ἐργασιακὸ χῶρο.

Ἡ ἀπαξία τῶν συνεργατῶν μας!…

Ἄλλοτε πάλι μπορεῖ σὰν πικρὸ ποτήριο μᾶς ἐπισκέπτεται κάποια ἀρρώστεια ἤ κάποια δοκιμασία, μία ἀποτυχία, ποὺ δὲν τὴν περιμέναμε!…

Τότε τί κάνουμε;

Μποροῦμε ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ κυττάξουμε μὲ θάρρος τὸν Θεό καὶ νὰ ποῦμε: «Πάτερ, εἰ δυνατὸν παρελθέτω ἀπ΄ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο, – ἀλλὰ, καὶ νὰ προσθέσουμε κατόπιν μὲ πίστη τὸ – πλὴν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ», πού σημαίνει ἀποδέχομαι, Θεέ μου, αὐτὴν τὴν σταυρική ὁδό, ποὺ παραχώρησες γιὰ μένα;

Τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρει, ὅτι ὅταν ὁ Κύριος προσευχήθηκε στὴν Γεθσημανῆ καὶ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, ποὺ προαναφέραμε τρεῖς φορὲς, κατόπιν φανερώθηκε ἄγγελος ἀπὸ τὸν Οὐρανό, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνίσχυε.

Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐάν ἔχουμε ἀληθινή πίστη στὸν Θεό καὶ πραγματικὴ αὐταπάρνηση, τότε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τοὺς ἀγγέλους του καὶ μᾶς ἐνδυναμώνουν.

Καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος, ἄλλωστε, μὲ ποιὸν ἄλλο τρόπο βρῆκε δύναμη καὶ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίση, ὅσα προείπαμε;

Μὲ τὴν δι΄ ἀγγέλων ἐνδυνάμωσή του ἀπὸ τὸν Θεό.

Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερο.

Ἄς εὐχηθοῦμε -μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Διονυσίου ἐπισκόπου Αἰγίνης, τοῦ ἐκ Ζακύνθου – μέσα στὶς δυσκολίες, τὶς ἀνηφοριές καὶ τὰ πικρά ποτήρια τοῦ βίου τούτου νὰ κατορθώσουμε νὰ παραδοθοῦμε ἄνευ ὅρων στὸν Θεό καὶ νὰ ἀναφωνήσουμε κι ἐμεῖς τὸ: «πλὴν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ ὡς Σύ», ὥστε νὰ ἀποσταλῆ ἄγγελος Κυρίου, πιστὸς ὁδηγὸς καὶ φύλακας ψυχῶν καὶ σωμάτων γιὰ ἐνίσχυση μας. Ἀμήν.

Το παρόν κήρυγμα εκφωνήθηκε σήμερα στον πανηγυρίζοντα ναό Αγίου Διονυσίου Αχαρνών

Ο . Ιωαννίκιος Γιαννόπουλος είναι ιεροκήρυξ της Ι.Μ. Ιλίου

Ετικέτες: