Τα λόγια του Ιησού στο ανάγνωσμα της Β΄ Κυριακής που διαβάζεται το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο προέρχονται από την «Επί τόπου πεδινού ομιλία» του Χριστού την οποία διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Είναι η αντίστοιχη της «Επί του όρους ομιλίας» του κατά Ματθαίου ευαγγελίου. Το ανάγνωσμα είναι σε μετάφραση το ακόλουθο:

«’Οπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από τον Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ’ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από τον Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. ‘Ετσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας» (Λουκ.6,31-36).

Τα λόγια του Χριστού στο παραπάνω ανάγνωσμα μας δίνουν μέσα σε λίγες γραμμές την ουσία και το αποκορύφωμα της χριστιανικής Ηθικής. Κέντρο αυτής της Ηθικής είναι η αγάπη, που πηγάζει από τον ίδιο τον Θεό, τον οικτίρμονα Πατέρα, και όχι από κάποια κοινωνική συμβατικότητα. Χωρίς την αγάπη του Θεού για τον κόσμο δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, εκτός αν με την τελευταία αυτή εννοούμε μια αμοιβαία εκδήλωση αισθημάτων ή πράξεων που διευκολύνουν την ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων. Η χριστιανική αγάπη όμως έχει άλλο χαρακτήρα που σχετίζεται με τη θυσία, την προσφορά και την ανιδιοτέλεια. Ας δούμε εγγύτερα τα χαρακτηριστικά της έτσι όπως διαγράφονται στα λόγια του Χριστού που αποτελούν το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.

Η πρώτη φράση συνιστά αυτό που ονομάσθηκε «χρυσός κανόνας» της συμπεριφοράς των ανθρώπων μεταξύ τους. Τη βρίσκουμε και σε αρχαίους συγγραφείς, όπου δηλώνει έναν τρόπο συμπεριφοράς, βασισμένο στο αίτημα του περιορισμού της αυθαιρεσίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων του συνανθρώπου. Ενώ όμως αρνητικά διατυπώνεται ο κανόνας αυτός στον αρχαίο κόσμο ή ακόμη και στην Παλαιά Διαθήκη – π.χ. «ὅ μισεῖς μηδενὶ ποιήσῃς» (Τωβίτ 4, 15) – ο Ιησούς τον διατυπώνει κατά τρόπο θετικό: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (:«’Οπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς»). Το «ποιεῖν», λοιπόν, η έμπρακτη προσφορά, είναι το πρώτο χαρακτηριστικό της χριστιανικής αγάπης.

Η ανιδιοτέλεια παρουσιάζεται σαν ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της αγάπης στα επόμενα λόγια. Ο νόμος της αμοιβαίας εξυπηρετήσεως και ανταποδόσεως καθορίζει πολλές φορές σιωπηρώς τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Αγαπά συνήθως κανείς επειδή τον αγαπούν, «ἀγαθοποιεῖ» αυτούς που τον «ἀγαθοποιοῦν», δανείζει ελπίζοντας στον τόκο. Η εντολή του Χριστού υπερβαίνει τα μέτρα των ανθρώπινων σχέσεων που υπαγορεύονται από κάποια λογική. Το «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» δεν είναι τόσο αυτονόητη εντολή για τον σημερινό άνθρωπο ούτε τόσο εύκολα εφαρμόσιμη. Ο λογικός άνθρωπος προστατεύεται από τον εχθρό του, αμύνεται με κάθε τρόπο, ακόμη και επιτιθέμενος. Η αγάπη προς τους εχθρούς είναι η επανάσταση που προτείνει ο χριστιανισμός στις σχέσεις των ανθρώπων. Όσο κι αν αυτό φαίνεται ανεφάρμοστο, γίνεται πραγματικότητα μέσα στην περιοχή της χάριτος του Θεού. Ο γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ έγραφε: «Όποιος δεν αγαπά τους εχθρούς του, δεν κατάλαβε ακόμη τι είναι ο χριστιανισμός». Κι αυτό μας οδηγεί σε ένα τρίτο χαρακτηριστικό της χριστιανικής αγάπης που εξάγεται από τις τελευταίες φράσεις της περικοπής.

«Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας». Ο άνθρωπος που αγαπά δείχνει ότι είναι υιός του οικτίρμονος Θεού, ή μάλλον πρέπει αυτό να εκφραστεί με την αντίστροφη σειρά: Όποιος είναι υιός του ουράνιου Πατέρα δεν μπορεί παρά να αγαπά όλους και να δείχνει αυτήν την έμπρακτη αγάπη ακόμη και προς τους εχθρούς. Η αγάπη είναι δυνατή μόνο στην υιϊκή σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό. Χωρίς την πίστη στον Θεό Πατέρα και την εμπειρία της θείας αγάπης που φθάνει μέχρι του σταυρού κάθε εντολή περί αγάπης των ανθρώπων μεταξύ τους αποτελεί απλώς μια προσπάθεια καλής θελήσεως, στερείται όμως του σταθερού θεμελίου που επιτρέπει την πραγματοποίησή της. Ο οικτίρμων Πατέρας αποτελεί την πηγή της αγάπης προς όλους και τον στόχο εξομοιώσεως του χριστιανού.

Τελικά, η ζωή της αγάπης, θέλει να τονίσει η περικοπή μας, που είναι ένα απάνθισμα από τα ωραιότερα και βαθύτερα λόγια του Ιησού, δεν είναι μια ενδοανθρώπινη και κοινωνική υπόθεση των χριστιανών αλλ’ απορρέει από τη στενή υιϊκή σχέση του χριστιανού προς τον Θεό Πατέρα. Όποιος βιώνει έντονα την αγάπη του Θεού Πατέρα προσφέρει την αγάπη του προς όλους με τρόπο θετικό, ανιδιοτελή και ολοκληρωτικό.

Ιωάννης Καραβιδόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

Tagged: