Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022 | 19:40

Νομοθετικές προβλέψεις σχέσεων Εκκλησίας & Πολιτείας

ΤΟΣΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ
Ο κ. Γρηγόριος Α. Καλαφάτης, είναι κάτοχος MSc «Θεολογίας και Πολιτισμού», Πρωτοψάλτης και καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής.

Του ιδίου συγγραφέα:

Αναμφίβολα, το τελευταίο διάστημα θα έχουμε βρεθεί σε κάποια συζήτηση είτε θα έχουμε ακούσει άλλους, να συζητούν σε σχέση με τα υγειονομικά μέτρα εντός των εκκλησιών και ακόμη περισσότερο για την απόφαση να εισέρχονται (εντός των χώρων λατρείας) οι ανεμβολίαστοι πιστοί μόνο με μοριακό τέστ – PCR ή με τεστ ανίχνευσης αντιγόνου – rapid test. Πριν σκεφτούμε να κατηγορήσουμε την Πολιτεία για την εν λόγω απόφαση ή να σχηματίσουμε την πεποίθηση ότι αυτή λειτουργεί με εμπάθεια απέναντι στον θεσμό είτε να ταχθούμε υπέρ αυτής, καλό θα ήταν να λάβουμε υπόψη τα κάτωθι.

Είναι γεγονός ότι στην Ελληνική πραγματικότητα, υπάρχει διαχρονικά μια στενή σχέση του Έθνους με την Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτό προκύπτει ξεκάθαρα, καθότι σε όλα τα Συνταγματικά κείμενα από το 1821 έως και σήμερα καθιερώνεται η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως «επικρατούσα».

Ο συντάκτης λοιπόν του Συντάγματος μέχρι και σήμερα [1] διατηρεί τον συγκεκριμένο τιμητικό όρο, αναλυτικότερα αναφέρει επ’ ακριβώς «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Xριστού. H Oρθόδοξη Eκκλησία της Eλλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Eκκλησία του Xριστού  τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις».

Παράλληλα, ενισχύεται και κατοχυρώνεται η Θρησκευτική ελευθερία[2] όλων των ανθρώπων οι οποίοι βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια, όμως στις παραγράφους 3 & 4 του άρθρου 13, αναφέρεται ειδικότερα πως:  «Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας», και «Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους».

Επιπλέον, κατοχυρώνονται τα αυτονόητα δικαιώματα του κάθε ανθρώπου, τόσο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του όσο και στην εν γένει προσωπική του ελευθερία,[3] μέσα στα πλαίσια της οποίας ανήκουν και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος σημειώνεται πως «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία κάθε προσώπου έναντι των βιοϊατρικών παρεμβάσεων.» Ομοίως και σε επόμενο άρθρο[4] συναντάται να γίνεται εκ νέου αναφορά προστασίας της υγείας, ήτοι «Tο Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων».

Περαιτέρω, αναφέρεται ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους[5], όμως  οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να τονίσουμε και την πρόβλεψη που παρέχεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[6] σχετικά με την ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και Θρησκείας καθώς και της απρόσκοπτης ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. Παρ’ όλα αυτά ακόμη και στην εν λόγω Σύμβαση σημειώνεται: «Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής».[7] Ομοίως παρατηρείται να προστατεύονται τα προρρηθέντα και από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[8].

Ως εκ τούτου το σύνολο των ανωτέρω, μαρτυρεί το γεγονός ότι τα δικαιώματα των ανθρώπων σχετικά με το Θρησκευτικό τους συναίσθημα, πράγματι προστατεύονται επαρκώς και μνημονεύονται σε κορυφαία νομοθετικά κείμενα από πλευράς Ελληνικής Πολιτείας όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση της οποίας τυγχάνουμε μέλος. Θεωρείται ορθώς, πως τα θρησκευτικά πιστεύω του κάθε ατόμου, είναι αναφαίρετο δικαίωμα το οποίο οφείλει ευρύτερα τόσο η Ευρωπαϊκή οικογένεια όσο και η πολιτεία κάθε κράτους να προστατεύει.  

Αναγκαίο είναι όμως και η εκάστοτε Θρησκεία καθώς και τα καθήκοντα που απορρέουν από την φύση αυτής, να μην συγκρούονται – αναιρούν το γεγονός του σεβασμού και τη συμμόρφωση με τα νομοθετικά κείμενα της Πολιτείας, τόσο από πλευράς των πιστών όσο και από την πλευρά των Θρησκευτικών λειτουργών.

Συμπερασματικά πέρα από τις προβλέψεις οι οποίες μνημονεύθηκαν, να τονίσουμε πως για τη λήψη κάθε απόφασης η οποία έρχεται σε αντίθεση με τα προρρηθέντα, λαμβάνεται υπόψη η «Αρχή της Αναλογικότητας», η οποία και αποτελεί το κλειδί για κάθε νομοθετική ρύθμιση συγκρουόμενη με τις Συνταγματικές μας επιταγές. Σύμφωνα μάλιστα και με την απόφαση του Αρείου Πάγου[9] η εν λόγω αρχή, η «οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι, α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται». Τέλος χρήσιμο θα ήταν να σημειωθεί, πως η εκκλησία με ίδια πρωτοβουλία έχει προτρέψει ήδη τους πιστούς (εμβολιασμένους και μη) μέσω της Ιεράς Συνόδου να πραγματοποιούν συχνά τα σχετικά τεστ, όμως υπογραμμίζει ότι αυτή δεν διαθέτει ούτε το προσωπικό για να πραγματοποιεί τον απαραίτητο έλεγχο (καθότι απαρτίζεται κυρίως από εθελοντές), ούτε και τη δυνατότητα – αρμοδιότητα να απαγορεύει την πρόσβαση σε οποιονδήποτε επιθυμεί να εισέλθει εντός του ναού.  


  • [1] Σύνταγμα της Ελλάδος άρθρο 3 «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας»
  • [2] Σύνταγμα της Ελλάδος άρθρο 13 «Θρησκευτική Ελευθερία»
  • [3] Σύνταγμα της Ελλάδος άρθρο 5 «Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προσωπική ελευθερία»
  • [4] Σύνταγμα της Ελλάδος άρθρο 21 «Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες»
  • [5] Σύνταγμα της Ελλάδος άρθρο 25 «Αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων»
  • [6] Ε.Σ.Δ.Α. άρθρο 9 «Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας»
  • [7] Ε.Σ.Δ.Α. άρθρο 9 «Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας»
  • [8] Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων Ε.Ε. άρθρο 10 «Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας»
  • [9] Απόφαση Αρείου Πάγου 5/2013

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ