Ήδη από την μέρα της ενθρόνισής του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Κλήμης έθεσε ως έναν από τους βασικούς σκοπούς της ποιμαντορίας του την πνευματική και διοικητική ανασυγκρότηση της επαρχίας του. Πολλά και σημαντικά έχουν στο διάστημα που πέρασε προς αυτή την κατεύθυνση, για τα οποία κατά καιρούς έχουμε γράψει. Εδώ θα επικεντρωθούμε στο ουσιώδες ζήτημα της ίδρυσης και καθιέρωσης νέων ενοριών στο Περιστέρι, ένα έργο που έγινε μετά από σχεδιασμό και περίσκεψη, για να ολοκληρωθεί πρόσφατα, με την έκδοση των σχετικών Προεδρικών Διαταγμάτων και τις εκκλησιαστικές τελετές για την ίδρυση των νέων ενοριών.

Συγκεκριμένα ανυψώθηκαν από παρεκκλήσια σε ενορίες οι ναοί της Υπαπαντής του Κυρίου, του Εσταυρωμένου, της αγίας Άννης και του αγίου Αθανασίου  που συνεορτάζεται στο συγκεκριμένο ναό με την αγία Ευγενία.

Τέσσερεις νέες ενορίες σε μια πολυάνθρωπη αστική Μητρόπολη, με ευλαβή λαό, με δημοτική αρχή που συνεργάζεται άψογα με την τοπική Εκκλησία, και, το κυριότερο, με κλήρο πρόθυμο και εργατικό, επικεφαλής του οποίου βρίσκεται Ποιμενάρχης έμπειρος και δραστήριος, ο οποίος νυχθημερόν δεν φείδεται κόπων για το ποίμνιό του.

Μπορεί το ζήτημα της ίδρυσης νέων ενοριών σε μια Μητρόπολη να φαίνεται απλή διοικητική πράξη, δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Πριν πραγματοποιηθεί πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά: να γίνει υπολογισμός του πληθυσμού που θα εξυπηρετεί, των εγκαταστάσεων και του ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει, των κληρικών και των λαϊκών συνεργατών τους, των ποιμαντικών και πνευματικών αναγκών της περιφέρειας της ενορίας.

Κι αυτό επειδή κάθε ενορία έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό, μέσα στο γενικό πλαίσιο της συγκρότησης της Μητρόπολης στην οποία ανήκει. Και όλοι αυτοί οι παράγοντες μελετήθηκαν εμβριθώς από τον Σεβασμιώτατο κ. Κλήμη και τους συνεργάτες του, πριν ληφθούν οι αποφάσεις και συγκροτηθούν οι σχετικές προτάσεις, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι διοικητικές και εκκλησιαστικές αποφάσεις για την ανύψωση των παρεκκλησίων αυτών σε ενορίες.

Οι περιπτώσεις αυτές, εισάγουν το σπουδαίο ζήτημα της πνευματικής και λειτουργικής διάρθρωσης της ενορίας, στα πλαίσια ενός αστικού κέντρου, όπως το Περιστέρι. Στην πόλη, με τα ετερόκλητα πληθυσμιακά στοιχεία, το λειτουργικό και εθιμικό πλαίσιο κάθε ενορίας, τα ιδιαίτερη ήθη και έθιμα που πιθανόν να τελούνται σε αυτήν, αποτελούν προϊόν των επιλογών των ιερέων ή των επιτρόπων, κάποιων δραστήριων συλλόγων ή και ιδιωτών, που επιβάλλουν τις ιδιαίτερες παραδόσεις των τόπων καταγωγής τους στο γενικότερο σύνολο.

Οι υπόλοιποι ενορίτες πάλι, αποδέχονται τις εθιμικές αυτές μορφές, δεδομένης της ευσέβειας του ανθρώπου του λαού και του φιλακόλουθου χαρακτήρα του, με βάση τον οποίο συμμετέχει στις τελετές και στις τελετουργίες, που αναζωπυρώνουν και το θρησκευτικό του συναίσθημα. Έτσι, κάθε ενορία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, που χρήζει ξεχωριστής μελέτης. 

Είναι γνωστό ότι η χριστιανική ζωή και η εκκλησιαστική ύπαρξη του ορθόδοξου χριστιανού δομείται με βάση την ενορία, το βασικό αυτό και ζωντανό κύτταρο πνευματικής παρουσίας και δράσης. Η σχέση του ορθόδοξου χριστιανού με την ενορία του υπήρξε, ανά τους αιώνες, ζωντανή και παραγωγική, τόσο για την πνευματική συγκρότηση και την λατρευτική πράξη, όσο και για την εθνική, θρησκευτική και πολιτισμική ταυτότητα του λαού μας. Γι’ αυτό και σε πολυάνθρωπες περιοχές όπως το Περιστέρι, με πλήθος ποιμνίου αλλά και ανάλογων πνευματικών αναγκών, όσο περισσότερες ενορίες διαθέτουμε, τόσο το εκκλησιαστικό έργο της σωτηρίας των ψυχών τελείται με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Το ζήτημα της λειτουργικότητας των ενοριών, έχει μακρές και στέρεες ιστορικές ρίζες: ας μην ξεχνούμε ότι μέσα στα ενοριακά πλαίσια, κατά τους μακρούς και κρίσιμους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας, οργανώθηκαν και έδρασαν τα ζωντανά και ενεργά στοιχεία των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων, τα οποία δημιούργησαν το περίφημο κοινοτικό σύστημα, με βάση το οποίο το Γένος πορεύτηκε, διατήρησε την φυσιογνωμία και την ιδιοπροσωπία του, και οδηγήθηκε, ακμαίο και δυναμικό, στην επαναστατική διεκδίκηση της ελευθερίας και την αυτόνομης εθνικής και πολιτικής του ύπαρξης.

Στα πλαίσια των ενοριών οργανώθηκε το κοινωνικό, φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας, μέσα στην ενορία ξεκίνησαν οι παραδοσιακές εθιμικές εκδηλώσεις του λαού μας, με κέντρο και επίκεντρο το ναό οι υπόδουλοι γιόρταζαν και θυμούνταν, λάτρευαν και κατάρτιζαν ιδεολογικά, θρησκευτικά και εθνικά τα παιδιά τους, που θα συνέχιζαν με ευθύνη το νήμα της παράδοσης, κατά την διαδοχή των γενεών.

Καθώς περάσαμε σταδιακά σε νέες μορφές ομαδικής κοινωνικής ζωής και οργάνωσης, σε αστικούς τρόπους δράσης και έκφρασης, οι ενορίες ως ζωντανά κύτταρα της πνευματικής αλλά και της κοινωνικής ζωής προσαρμόστηκαν ανάλογα. Έτσι σε περιοχές όπως το Περιστέρι, πέρα από το πρωταρχικό έργο της σωτηρίας δια των ιερών μυστηρίων και ακολουθιών, οι ενορίες αποτελούν επίσης πυρήνες άσκησης κοινωνικού, φιλανθρωπικού και πολιτιστικού έργου, επισημαίνοντας την αξία και την πολλαπλή λειτουργικότητά τους. Τις διαστάσεις αυτές του ενοριακού έργου ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Κλήμης έχει με οξυδέρκεια κατανοήσει πλήρως, και με πνευματικότητα οργανώσει, καθώς φαίνεται από τους λόγους και τις πράξεις του.

Το ζήτημα αυτό είναι βεβαίως πολυδιάστατο και πολυσημαντικό, αφού οι ενορίες και το ενοριακό σύστημα συνεχίζουν να αποτελούν ζωντανές μονάδες πίστης και λατρείας, μέσα στο μεγάλο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, και έχουν να προσφέρουν πολλά και σημαντικά στον ταλαιπωρημένο και γεμάτο αγωνία άνθρωπο των ταραγμένων καιρών μας. Φυσικά, οι αλλαγές συνθηκών επέβαλαν και αλλαγές στις εξωτερικές εκδηλώσεις και τις δράσεις των ενοριών, αφού το κέντρο και η ουσία παραμένουν πάντοτε τα ίδια: η ενορία αποτελεί μέρος του σώματος των πιστών, κεφαλή του οποίου είναι ο Χριστός, έναν ουσιώδη και μοναδικό τρόπο οργάνωσης των πιστών μέσα στην αγάπη της παρουσίας του ίδιου του Κυρίου μας. Όπως παλαιότερα εύστοχα έγραψε ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, η ενορία είναι «ο Χριστός εν μέσω ημών».

 Αποτελεί αναμφισβήτητη διαπίστωση ότι στις μέρες μας η σχέση των μελών της ενορίας μεταξύ τους, αλλά και με τους εφημερίους και τους κληρικούς που υπηρετούν εκεί, κινδυνεύουν να διαταραχθούν στα πλαίσιο των πολυάνθρωπων και απρόσωπων μεγάλων πόλεών μας. Ξέρουμε από τις διάφορες λαογραφικές καταγραφές ότι παλαιότερα, σε ορισμένα χωριά, ο ιερέας δεν έψαλε το «Χριστός Ανέστη», αν δεν ήταν παρόντα όλα τα μέλη της ενορίας, που δεν κωλύονταν από ανυπέρβλητα προβλήματα, για να το ακούσουν.

Φυσικά, κάτι τέτοιο θα ήταν σήμερα αδιανόητο, σε μεγάλες ενορίες των αστικών μας κέντρων, όπου οι εφημέριοι, παρά την καλή τους θέληση και τις συνεχείς εργώδεις προσπάθειές τους, είναι αδύνατον να γνωρίζουν προσωπικά όλους τους ενορίτες τους, και, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη και να καλύψουν όλη την έκταση της ενορίας τους αγιάζοντας τα σπίτια κατά τα Θεοφάνεια. Η πολυανθρωπία και τα μεγέθη αποκλείουν ή περιορίζουν την ουσιαστική επαφή, ψυχολογική και πνευματική, μεταξύ του συνόλου των πιστών και των ποιμένων τους.

Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, οι ενορίες έχουν αναπροσαρμόσει την κοινωνική και φιλανθρωπική δράση τους, αλλά και μέρος της ποιμαντικής διακονίας τους, ώστε να ανταποκρίνεται προς τις νέες συνθήκες. Μεγάλες γιορτές, σε πνευματικά κέντρα και εκκλησιαστικές αίθουσες, κύκλοι ερμηνείας των καινοδιαθηκικών αναγνωσμάτων της θείας λατρείας ή της Καινής Διαθήκης, συνεστιάσεις και εκδρομές, με προσκυνηματικό χαρακτήρα, έκδοση ημερολογίων και εντύπων, όλα αυτά αποτελούν τρόπους πραγματώσεως του ενοριακού έργου που ήταν άγνωστοι στις παραδοσιακές κοινωνίες, ενώ αντιστοίχως πολλές από τις δράσεις των ενοριών της τουρκοκρατίας έχουν τώρα περάσει σε άλλους φορείς, στην τοπική και τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, αλλά και σε υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Έτσι, η προσφορά της Εκκλησίας, δια των ενοριών, είναι διαρκής και πάντοτε εκσυγχρονιζόμενη, με στόχο πάντοτε την αδιάκοπη και θερμή θεία λατρεία, την ανακούφιση του εμπεριστάτου ανθρώπου, την ηθική ανύψωση του ποιμνίου, την αγάπη.

 Αυτές ακριβώς τις ανάγκες και αυτούς τους σχεδιασμούς εξυπηρετεί η μελετημένη και με σχέδιο ίδρυση νέων ενοριών, σε πολυάνθρωπες μάλιστα αστικές Μητροπόλεις, όπως η Ιερά Μητρόπολη Περιστερίου. Γι’ αυτό και παραπάνω διαπιστώσαμε ότι η ίδρυσή τους δεν είναι απλή διοικητική πράξη, αλλά ουσιώδης ποιμαντική επιλογή, που στην περίπτωση του Περιστερίου, έγινε μετά από σκέψη, σχεδιασμό και συστηματική ποιμαντική μέριμνα, ώστε ο λαός του Θεού, το ποίμνιο που η Εκκλησία εμπιστεύθηκε στα άξια και στιβαρά χέρια του Σεβασμιωτάτου κ. Κλήμεντος, να ποιμαίνεται θεοφιλώς και επαξίως.

Είχα τη χαρά και την τιμή να παραστώ στις εκκλησιαστικές εκδηλώσεις για την καθιέρωση ορισμένων από τις νέες αυτές ενορίες, και διαπίστωσα από κοντά την ειλικρινή χαρά των ενοριτών τους, που έβλεπαν το ναό τους να ανυψώνεται σε καθεστώς ενορίας, με ενοριακό συμβούλιο και εφημερίους. Χαρά που απηχεί τα αισθήματα τιμής και ευγνωμοσύνης του λαού του Περιστερίου για τον άξιο και οτρηρό Πνευματικό Πατέρα του, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Κλήμεντα, ο οποίος κοπιάζει νυχθημερόν για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του. Και η προσπάθεια του οποίου χρειάζεται τη στήριξη όλων μας, της Εκκλησίας, των κληρικών και των λαϊκών, για να αποδώσει τους εύχυμους πνευματικούς καρπούς της, που ήδη οι Περιστεριώτες έχουν αρχίσει να γεύονται.

Κλείνω με την ευχή σύντομα να αξιώσει ο Θεός τον Σεβασμιώτατο να ιδρύσει και άλλες ενορίες στο Περιστέρι, επεκτείνοντας και καλλιεργώντας έτι περισσότερο τον αμπελώνα του Κυρίου, ως πιστός και αγαθός οικονόμος Του.

Μ.Γ. Βαρβούνης

Ο καθηγητής κ. Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ είναι Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Ετικέτες: