Μέσα στήν ἀναστάσιμη καί εὐφρόσυνη περίοδο τοῦ Πάσχα, μέ ἐκκλησιαστική λαμπρότητα, ἑορτάστηκε κι ἐφέτος ἡ μνήμη τῆς ἁγίας καί ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος καί Ἰσαποστόλου Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, πολιούχου καί προστάτιδος τῆς πόλεως τῆς Νέας Σμύρνης καί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας.
Στήν ἐφετινή πανήγυρη οἱ προσκεκλημένοι Ἱεράρχες ἦταν οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Θεόκλητος καί Παραμυθίας, Φιλιατῶν καί Γηρομερίου κ. Σεραπίων.
Τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου στίς 7, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, τελέσθηκε μέ κάθε ἱεροπρέπεια ὁ Μέγας Πανηγυρικός πολυαρχιερατικός Ἑσπερινός χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Παραμυθίας κ. Σεραπίωνος, ὁ ὁποῖος καί ἐκήρυξε τόν θεῖο λόγο μετά τήν προσφώνηση τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου μας.
Ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης Παραμυθίας κ. Σεραπίων ἄρχισε τό κήρυγμά του προσφωνώντας τόν Σεβασμ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης καί σεπτό καί πολιό Ποιμενάρχη τῆς θεοσώστου ἐπαρχίας τῆς Νέας Σμύρνης ὅσο καί τόν Σεβασμ. Μητροπολίτη Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Θεόκλητο, τόν ἕτερο προσκεκλημένο, τούς σεβαστούς Πατέρες, τόν Δήμαρχο τῆς πόλεως, καθώς καί τούς λοιπούς ἐκπροσώπους τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν καί τόν εὐλογημένο λαό τοῦ Θεοῦ. Μέ αἰσθήματα ἰδιαίτερης χαρᾶς συμμετέχει στήν φετινή Πανήγυρη τῆς ἁγίας ἐνδόξου καί ἰσαποστόλου Φωτεινῆς, τῆς πολιούχου καί προστάτιδος τῆς πόλεως ταύτης καί γι᾽ αὐτό ὀφείλει ἐγκάρδιες εὐχαριστίες στόν ποιμένα καί διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Νέας Σμύρνης, στήν εὐγενική πρόσκληση τοῦ ὁποίου ὀφείλει τήν παρουσία του ἐδῶ.

«Ἡ Σαμαρείτις μέσα ἀπό τήν εὐαγγελική περικοπή πού θά ἀκούσουμε αὔριο ἀλλά ἤδη ἔχουμε ἀκούσει τά νοήματά του μέσα ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπόψε στόν Ἑσπερινό, παρουσιάζεται «ὡς τύπος τοῦ πεπτωκότος κόσμου», ἡ ὁποία ἄν καί ἔφερε πάνω της τήν πληγή τῆς ἁμαρτίας ταυτοχρόνως διακρινόταν γιά τήν ἀληθινή της δίψα πού θά τῆς φέρει τήν ἀληθινή, τήν πραγματική, τήν ὄντως ζωή. Ἐμφανίζεται στά μάτια μας ὡς ἀλλόφυλη, ὡς ἀλλοεθνής καί ξένη ὡς πρός τίς ἐπαγγελίες καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι στό πρόσωπό της πολύ εὔκολα ὁ καθένας μας διακρίνει τήν ἀπόσταση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁγιότητα, τοῦ εἰδωλολάτρη καί ἄρα ἄθεου ἀπό τόν περιούσιο λαό τοῦ Θεοῦ. Σέ ἐκεῖνο ὅμως τό σημεῖο φανερώνεται τό μυστήριο τῆς θείας συγκαταβάσεως. Γιατί ὁ Χριστός πάντοτε προπορεύεται ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά φτάσει μόνος του καί μετατρέπει τήν ἀποξένωση τοῦ πλάσματός Του σέ τόπο σωτηρίας.
Στό ἐρώτημα τῆς Σαμαρείτιδος περί τοῦ ὀρθοῦ τόπου τῆς προσκυνήσεως τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὁ Χριστός μεταφέρει τό ἐρώτημα ἀπό τόν τόπο στόν τρόπο, μετατρέπει τόν ἄξονα ἀπό τό γεωγραφικό σημεῖο στό πνευματικό γεγονός. Στήν ἀπάντησή Του ὅτι ὁ Θεός πρέπει νά λατρεύεται «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» σημαίνει ὅτι ἡ λατρεία πρός τόν ἅγιο Θεό, πρέπει νά εἶναι ἐμποτισμένη ἀπό τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νά εἶναι θεμελιωμένη στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας. Ἑπομένως, ἡ χριστιανική λατρεία πού ὀφείλουμε πρός τόν ἅγιο Θεό δέν περιορίζεται σέ τύπους ἄνευ νοήματος, οἱ ἑορτές τῶν Ἁγίων δέν εἶναι μιά θρησκευτικότητα ἐξωτερική καί ἄκαρπη, ἀλλά εἶναι προσφορά, εὐχαριστία, συμμετοχή στά Μυστήρια, εἶναι κοινωνία ζωῆς μέ τόν ἅγιο Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί πρόγευση τῆς οὐράνιας Βασιλείας.
Ὅταν ἡ Σαμαρείτις τοῦ κάνει λόγο γιά τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία, Ἐκεῖνος τῆς λέει: «Ἐγώ εἰμί ὁ λαλῶν σοι». Καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκαλύπτει ὅτι «οὗτος ἐστίν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου» καί δεύτερον ἀναγγέλλει ἐκείνη τή στιγμή ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ πλέον στόν χρόνο τῆς προσδοκίας, ἀλλά ἤδη ζεῖ τήν παρουσία τοῦ ἐρχομένου Νυμφίου Χριστοῦ. Ἡ Σαμαρείτις ἔρχεται στό φρέαρ μέ τή στάμνα, τό δοχεῖο της, μέ τό ὁποῖο ἔχει σκοπό νά κουβαλήσει νερό, γιά νά θεραπεύσει μιά ἀνθρώπινη ἀνάγκη, τή δίψα, καί ἀναχωρεῖ ἀφήνοντας τή στάμνα της, γεγονός βαθύτατα συμβολικό, γιατί ὁ ἄνθρωπος πού συναντᾶ τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀποθέτει τά παλαιά στηρίγματα, τίς ψεύτικες βεβαιότητες καί τίς φθαρτές ἐξαρτήσεις τοῦ κόσμου τούτου, ἐπειδή ἔχει βρεῖ τόν θησαυρό τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τον Ἰησοῦ Χριστό.
Ἡ Σαμαρείτις μετά ἀπό αὐτή τη συνάτηση ἔγινε ἀπό τύπος τῆς ἁμαρτίας κυριολεκτικά τύπος τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὅπως ἐκείνη δέχτηκε τόν λόγο τοῦ Ἰησοῦ, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία δέχεται τό Εὐαγγέλιο, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καί ὅπως ἐκείνη ἀπαλλάχτηκε ἀπό τίς συνήθειες τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία ἐξαγνίζει τά παιδιά της μέσα ἀπό τά ἱερά Μυστήρια, καί κυρίως μέσα ἀπό τό κορυφαῖο καί ἀνεπανάληπτο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Καί ὅπως ἐκείνη ἔτρεξε πρός τούς συμπολίτες της νά τρέξουν γιά νά δοῦν τόν Χριστό, ἔτσι και ἡ Ἐκκλησία κινεῖται ἱεραποστολικῶς πρός τόν κόσμο. Καί δῶ στηρίζεται και ὁ χαρακτηρισμός πού τῆς ἔχει δώσει ἡ Ἐκκλησία ὡς ἰσαπόστολος, διότι πρίν ἀκόμη οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου συνειδητοποιήσουν τό ἐκπληκτικό γεγονός πού συνέβαινε μπροστά τους, ἐκείνη ἔγινε ὁ κήρυξ τοῦ Χριστοῦ μεταφέροντας τό μήνυμα στήν πόλη της καί ὁδηγώντας πολλούς στή χριστιανική πίστη.
Τό μήνυμα αὐτό τῆς Σαμαρείτιδος προσλαμβάνει ἰδιαίτερο νόημα σέ μία πόλη ὅπως ἡ Νέα Σμύρνη, ἡ ὁποία θεμελιώθηκε πάνω στή δοκιμασία τοῦ ξεριζωμοῦ καί στηρίχθηκε πάνω στήν πίστη τῶν προσφύγων πατέρων μας, πού ἔφεραν μαζί τους ἱερές εἰκόνες, μνῆμες μαρτύρων, λειτουργικό ἦθος καί ἀκατάβλητη ἐλπίδα. Ἡ πολιοῦχος μεγαλομάρτυς ἁγία Φωτεινή ἀποτελεῖ γέφυρα μεταξύ Σμύρνης καί Νέας Σμύρνης, μεταξύ μνήμης καί προόδου, μεταξύ τοῦ πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ περίφημος Ναός τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς στή Σμύρνη ἀποτέλεσε τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως τῶν Σμυρνέων, ἀλλά καί τόν ἱερό τόπο, ὅπου ἡ τιμή τῆς Ἁγίας ἦταν συνυφασμένη μέ τήν καθημερινότητα τοῦ λαοῦ. Καί ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τῆς μεγάλης δοκιμασίας, τοῦ ξεριζωμοῦ, οἱ πρόσφυγες πού ἔφτασαν στήν Ἑλλάδα ἔφεραν μαζί τους την ἐκκλησιαστική παράδοση, τήν βαθιά σχέση τους μέ τήν Ἁγία Φωτεινή καί τή βεβαιότητα ὅτι ἡ πολιοῦχος τους θά συνοδεύει τόν λαό της στή νέα γῆ, στή νέα πορεία. Ἔτσι ἡ Ἁγία Φωτεινή ἀνεδείχθη φυσικῶς καί ἀβιάστως πνευματική μητέρα τοῦ ἰδίου λαοῦ. Ὁ περικαλλής ναός πού βρισκόμαστε σήμερα μαρτυρεῖ ὅτι ὁ πολιτισμός τῆς πίστεως μεταφέρεται ἀπό γενεά σέ γενεά. Ἔτσι γίνεται εὔκολα ἀντιληπτό ὅτι ὁ λαός ὅταν μένει ἑνωμένος μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, καί ἄν κάποτε χάσει τή χωρική του πατρίδα, οὐδέποτε ἀποκόπτεται ἀπό τίς ρίζες καί τήν ταυτότητά του.
Ἡ κάθε πανήγυρη σημαίνει συνάντηση τριῶν σημείων: τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, τῆς ἔνδοξης Σμύρνης καί τῆς Νέας Σμύρνης. Ἔτσι ἡ Ἁγία Φωτεινή γίνεται κρίκος τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος».

Τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς, 10 Μαΐου, ὁ Ὄρθρος ἄρχισε στίς 7. Στόν Ὄρθρο χοροστάτησε ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Θεόκλητος, ὁ ὁποῖος καί προέστη τῆς πολυαρχιερατικῆς θείας Λειτουργίας πού ἀκολούθησε.
Στό κήρυγμά του ὁ Σεβασμ. Σταγῶν ἄρχισε λέγοντας ὅτι στό ἐπίκεντρο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος πού μέσα στήν κατρακύλα του, μέσα στήν πτώση καί μέσα στόν βόρβορο πού ἔχει πέσει, ἐάν συνεργαστεῖ μέ τόν Θεό, μπορεῖ νά φτάσει στά ὑψηλότερα ἐπίπεδα. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Θεός ἔσπασε ὅλα τά στερεότυπα τῆς ἐποχῆς καί μίλησε μέ μία γυναίκα, διότι οἱ Ραββίνοι τότε καί σήμερα, ὅπως καί οἱ μουσουλμάνοι ἀπαγορεύουν νά συνδιαλέγεσαι, να μιλᾶς μέ μία γυναίκα στή μέση τοῦ δρόμου. Μάλιστα δέ ὅταν αὐτή ἡ γυναίκα, ἡ Σαμαρείτιδα ἦταν αἱρετική, δεν ἦταν ὅπως ἦταν οἱ ἄλλοι Ἰσραηλίτες. Ἀλλά καί πέρα ἀπό αὐτό ἦταν μία γυναίκα πού εἶχε ἔκλυτη ζωή, ἤθη χαλαρά και πέντε ἄνδρες, ἐκ τῶν ὁποίων μέ κανένα δέν ἔμεινε μαζί καί αὐτόν πού τώρα εἶχε συζοῦσε χωρίς νά εἶναι παντρεμένη. Ὁ Κύριος τά γνώριζε αὐτά, παρόλα αὐτά σπάει τά στερεότυπα καί μόνος Του μίλησε μέ αὐτή τή γυναίκα, τῆς ὁποίας ἀκόμη δέν γνωρίζουμε τό ὄνομά της, πρίν τήν ὀνομάσουν Φωτεινή.
Σκηνοθέτησε ὁ Κύριος ὅλο αὐτό πού ἀκούσαμε στήν εὐαγγελική περικοπή. Περπατοῦσε ἀπό τήν Ἰουδαία γιά νά φθάσει στή Σαμάρεια. Ἔφθασε στή Σαμάρεια καί ἀπό κει στήν πόλη τῆς Σιχέμ ἤ Σιχάρ. Ἐκεῖ ἐπέλεξε ὁ Χριστός νά ξεκουραστεῖ μέσα ἀπό τόν σκληρό καί ἀπάνθρωπο καί ἀνηλεῆ ἤλιο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, τοῦ καλοκαιριοῦ, κουρασμένος «κεκοπιακώς», ὅπως λέει ἀπό τήν ὁδοιπορία, σταμάτησε σέ ἕνα πηγάδι γιά νά ξεκουραστεῖ. Στό χεῖλος, στό στόμιο αὐτό καί περίμενε «ὡς σκύμνος οἰκῶν ἐν ἀποκρύφοις», σάν ἕνα μικρό λιονταράκι πού περιμένει νά ἁρπάξει τό θύραμά του. Ἐπάνω στό χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ περίμενε ἐκείνη πού εἶχε κανονίσει μέσα στό σχέδιό Του. Τό στόμιο αὐτό, τά μάρμαρα δηλαδή αὐτά ὑπάρχουν καί βρίσκονται τά μέν μισά στό ὑπέρθυρο τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνστραντινουπόλεως καί τά ἄλλα μισά εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τῶν ἁγίων Σεργίου καί Βάκχου στήν Κωνσταντινούπολη.
Ἦρθε λοιπόν μία γυναίκα γιά νά ἁντλήσει ὕδωρ ἀπό τό πηγάδι. Καί τότε ἀρχίζει ὁ Κύριος νά ταπεινώνεται καί νά ἐξευτελίζεται μπροστά της λέγοντας: «Διψῶ». Ἤθελε νά Τοῦ δώσει νερό, καθώς τό πηγάδι ἦταν βαθύ καί δέν εἶχε μέ τί νά τό ἁντλήσει. Σκέφτηκε ὁ Κύριος αὐτό τό τέχνασμα γιατί, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «ὡς ὄσμήν εὐωδίας», σάν μία ὄμορφη μυρωδιά τό μυαλό τῆς Σαμαρείτιδας, ἡ καρδιά της ἔψαχνε νά βρεῖ τήν Ἀλήθεια, τή σωστή ζωή, καί μάλιστα Τόν εἵλκυσε αὐτή ἡ πνευματική μυρωδιά καί ἔφτασε ὁ Κύριος νά μιλάει μέ μία γυναίκα ἀλλοεθνῆ, μέ μία γυναίκα χωρίς σωστή ζωή, γιά νά μᾶς δείξει ὅτι ὅσοι εἶναι κάτω ἀπό τόν Χριστό, εἶναι ὅλοι ἴσοι. Γιά νά ἔρθει ἀργότερα ὁ Παῦλος καί νά πεῖ: «Οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολοσ. 3, 11). Εἴμαστε ὅλοι τό ἴδιο, ἀρκεῖ νά εἴμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί. Δέν ὑπάρχουν Ἕλληνες, δέν ὑπάρχουν Ἰουδαῖοι, Ρῶσοι, Ρουμάνοι, δέν ὑπάρχει κανένας. Δέν ὑπάρχει καμία γλώσσα πού νά ἀγαπᾶ ὁ Χριστός, ἀλλά ὅλοι εἴμαστε ἴσοι καί ἀδέρφια. Αὐτή τήν ὑψηλή ἀλήθεια τήν εἶπε ὁ Θεός μέ τή Σαμαρείτιδα καί ὅταν ἄρχισε ἡ Σαμαρείτιδα νά ἀνοίγει τό μυαλό της καί νά καταλαβαίνει περισσότερα, τότε τῆς μίλησε ὁ Χριστός σάν τόν Ἴδιο τόν Θεό καί τῆς λέει πώς Ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας, καί Ἐγώ θά σοῦ πῶ πώς νά λατρεύσετε τόν Θεό, γιατί εἶμαι Ἐγώ ὁ Θεός. Τῆς εἶπε τόν τρόπο καί τόν τόπο. Παράλληλα, τήν ἔλεγξε γιά τούς πέντε ἄνδρες, χωρίς νά τήν κατακρίνει. Ἐγώ ἁπλῶς σοῦ τό λέω, χωρίς νά σέ μαλώνω ἀλλά σοῦ ἀναφέρω αὐτά πού ἔχεις κάνει γιά νά τά διορθώσεις. Δέν πρέπει νά ἐλέγχουμε τούς ἀνθρώπους, γιατί μετά μένει ἡ ἐνοχή μέσα τους.
Αὐτές τίς ἀλήθειες ἀποκάλυψε στήν τελευταία γυναίκα τοῦ χωριοῦ, πού δέν μποροῦσε νά βγεῖ ἔξω γιατί ἦταν δακτυλοδεικτούμενη καί παρόλα αὐτά τῆς ἀποκαλύφθηκε, γιατί πάνω ἀπό ὅλα ὑπάρχει ἡ συγχώρεση καί ἡ ἀγάπη. Καί ἔτσι ὅπως ἀνέχεται ὁ Θεός τούς ἀνθρώπους, ἔτσι πρέπει νά τούς ἀνεχόμαστε κι ἐμεῖς καί νά ἐργαζόμαστε γιά τή σωτηρία τους.
Στό τέλος, εὐχήθηκε χρόνια πολλά καί εὐλογημένα καί μέ τίς εὐχές τοῦ σεπτοῦ ποιμενάρχου τῆς Νέας Σμύρνης νά ἑορτάζουμε γιά πολλά-πολλά χρόνια τήν ἁγία Φωτεινή καί νά ἔχουμε τίς εὐχές τῶν προγόνων μας πού ἦρθαν ἀπό ἐκεῖνα τά ἁγιασμένα μέρη.

Στίς 6.30 τό ἀπόγευμα τελέστηκε ὁ μεθέορτος Ἑσπερινός στόν ὁποῖο χοροστάτησε ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Θεόκλητος.
Μετά τό πέρας τῆς ἀκολουθίας πραγματοποιήθηκε ἡ λιτανεία τῆς ἱερᾶς Εἰκόνας τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς καί τῶν τιμίων λειψάνων πού φυλάσσονται στόν Ἱερό Ναό. Πλῆθος λαοῦ συμμετεῖχε στή λιτανευτική πομπή ἀρχίζοντας ἀπό τόν Ἱερό Ναό μέχρι καί τήν Κεντρική Πλατεία τῆς πόλεως.
Φθάνοντας στήν Πλατεία, μετά τήν καθιερωμένη δέηση, ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης μας κ. Συμεών ἀπηύθυνε πρός τόν λαό τόν ἀκόλουθο χαιρετισμό:
Ἡ πόλη καί ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας, προσφιλεῖς ἀδελφοί καί ἀδελφές, γιορτάζει καί πάλι. Τιμοῦμε οἱ χριστιανοί τήν πολιοῦχο καί προστάτιδά μας Μεγαλομάρτυρα ἁγία Φωτεινή.
Τό πρωί τελέσαμε τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας, τή θεία Λειτουργία. Κι ἀπόψε λιτανεύουμε τήν ἱερή εἰκόνα καί τά λείψανα τῆς Ἁγίας μας γιά νά εὐλογηθεῖ ὁλόκληρη ἡ πόλη στήν ὁποία ζοῦμε καί δραστηριοποιούμαστε.
Καί τό ἐρώτημα πού πολύ φυσικά τίθεται εἶναι: Γιατί τά κάνουμε ὅλα αὐτά; Ἀπό συνήθεια; Ἀπό παράδοση; Γιατί ἔτσι τό βρήκαμε;
Προφανῶς καί γι᾽ αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεσμός παραδόσεως· μιᾶς παραδόσεως ὅμως ζωντανῆς πού βιώνουμε ἀδιάκοπα τά μέλη της. Καλοί οἱ τύποι καί οἱ εὐλαβεῖς συνήθειες. Ὑπό τή βασική προϋπόθεση ὅμως ὅτι διαφυλάσσουν τήν οὐσία τῶν πραγμάτων καί συνεισφέρουν μήνυμα ζωῆς καί ἐλπίδας στούς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς. Ὁ ἑορτασμός τῆς ἁγίας Φωτεινῆς μᾶς καλεῖ ν᾽ ἀνοίξουμε τά παράθυρα τῆς ψυχῆς μας γιά νά εἰσπνεύσουμε τό ζείδωρο ὀξυγόνο τῆς πίστεως.
Οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς προβάλλουν ὑποδείγματα ζωῆς. Πῶς οἱ χριστιανοί ὀφείλουμε νά ζοῦμε καί νά πολιτευόμαστε.
Καί ἡ ἀποψινή λειτανεία μας διαμηνύει ὅτι οἱ ἄνθρωποι, δημιουργήματα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιά τούς ὁποίους σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χωρίς τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας.
Αὐτή ἡ εὐλογία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου εὐχόμαστε οἱ σεπτοί Ἱεράρχες πού τιμοῦν τήν πανήγυρή μας καί ὁ ταπεινός ἐπίσκοπός σας νά συνοδεύουν τή ζωή ὅλων μας.



