Μιά προσπάθεια κοινού εορτασμού του Πάσχα στην Αρχαία Εκκλησία

Αγαθάγγελος Μητροπολίτης Φαναρίου
Αγαθάγγελος Μητροπολίτης Φαναρίουhttp://www.apostoliki-diakonia.gr
Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθαγγελος, είναι Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Του ιδίου:

Ὑποσημειώσεις

(1) Μαρτύρησε διά ξίφους ἐπί Ἀντωνίνου Πίου καί ὑπατείας Κλάρου καί Σεβήρου καί ἔλαβε τόν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καί τοῦ μαρτυρίου «ὥσπερ ὁλοκαύτωμα δεκτόν τῷ Θεῷ ἡτοιμασμένον» στίς 11 Ἰουλίου. Ἐνταφιάσθηκε δίπλα στό ἱερό λείψανο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, βλ. Liber Pontificalis: «Qui etiam sepultus est iuxta corpus beati Petri, in Vaticanum…». Ὁ ἐνταφιασμός τοῦ ἁγίου Εὐσεβίου δίπλα στόν τάφο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἀναφέρεται σέ σχετικό πίνακα στό Βατικανό στόν ὁποῖο ἀναφέρονται ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι Ρώμης πού ἔχουν ταφεῖ ἐκεῖ. «Ὁ Πέτρος ἐτάφη ἐπί τοῦ λόφου τοῦ Βατικανοῦ, ἔνθα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἵδρυσε βασιλικήν, ἐπ’ αὐτῆς δέ βραδύτερον ᾠκοδομήθη ὁ καί νῦν σῳζόμενος περικαλλέστατος ναός», Χρήστου Σπ. Βούλγαρη, Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, τόμος β΄, ἐν Ἀθήναις 2003, σελ. 328. Β. Ν. Γιαννόπουλου, «Πέτρος», Χριστιανική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμος 10ος, Ἀθῆναι 1967, σελ. 351: «Ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Πέτρου ἐκτίσθη κατά τόν ΙΣΤ΄ αἰῶνα, ἐπί τῆς θέσεως παλαιᾶς βασιλικῆς, τήν ὁποίαν εἶχεν ἀνεγείρει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, κατεδα-φίσας τό μικρόν παρεκκλήσιον, ὅπερ εἶχεν ἱδρύσει ὁ Πάπας Ἀνάκλητος εἰς τόν τόπον τοῦ Μαρτυρίου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ὁ ναός τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἦτο μεγαλοπρεπέστατος καί ἐχρησίμευσεν ἐπί ἕνδεκα αἰῶνας ὡς ὁ κατ’ ἐξοχήν ναόςτῆς Ρώμης, ὅπου ἐτάφησαν πάντες σχεδόν οἱ Πάπαι». Θ. Παπακωνσταντίνου, «Ρώμη», Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμος 11ος, ἐκδ. Πυρσός, Ἀθῆναι 1933, σελ. 318. Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, Bibliotheca «Ephemerides Liturgicae», C.L.V., Edizioni Liturgiche, Roma 1998, σελ. 167. Ἕνα χρόνο πρίν τό μαρτυρικό τέλος τοῦ ἁγίου Εὐσεβίου, ὁ ἱερομάρτυς Πολύκαρπος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης, ἐπισκέφθηκε τήν Ρώμη ὅπου Ἐπίσκοπος ἦταν ὁ Ἅγιος Ἀνίκητος, διάδοχος τοῦ Ἁγίου Πίου. Συνεπῶς προκύπτει ὅτι τό ἔτος τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου τοῦ Ἁγίου Εὐσεβίου ἦταν περί τό 155 μ.Χ., βλ. Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ΙV, 11, 1, ΙV, 6, 4, V 24, 14, P.G. 20, 328 BC, 445 B, 505 A. J. Patinot, «Πῖος», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμος 10ος, Ἀθῆναι 1967, σελ. 395.

(2) Franz Xaver Seppelt-Georg Schwaiger, Geschichte der Päpste, Berlin 1965, σελ. 15.

(3) J. Patinot, «Πῖος», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμος 10ος, σελ. 395, Ἀθῆναι 1967. Francesco Scorza Barcellona, Pio I, Ε nciclopedia dei Papi, Roma 2000, σελ. 220-222. Περί τοῦ βίου τοῦ ἁγίου βλ. Bartolomeo Platina, Lives of the Popes, volume I-Antiquity, edited and translated by Anthony F. D’ Elia, Harvard University Press, London, England 2008, σελ. 79-83.

(4) Σύμφωνα μέ τήν παράδοση ἡ πόλη πῆρε τό ὄνομά της λόγῳ τῶν ἄφθονων νερῶν πού ὑπῆρχαν στήν περιοχή.

(5) Ὁ ἀρχαιότερος γνωστός Κανόνας τῆς Καινῆς Διαθήκης πού συντάχθηκε πιθανώτατα περί τό 200 μ.Χ. Ὁ L. A. Muratori († 1750), πού βρῆκε σέ χειρόγραφο τοῦ 8ου αἰῶνος μ.Χ. στήν Ἀμβροσιανή Βιβλιοθήκη τοῦ Μεδιολάνου ἀκρωτηριασμένο κατάλογο τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, γράφει σχετικά: «Pastorem…Hermas conscripsit, sedente in cathedra urbis Romae Ecclesiae Pio episcopo, frater ejus». Πάντως ἡ πιθανωτέρα συγγραφή τοῦ Ποιμένος κατά τά μέσα τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ., ὡς φαίνεται καί ἀπό τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου, ὡς καί οἱ σχετικές ἀναφορές τῶν ἱστορικῶν, εἶναι οἱ ἰσχυρές ἀποδείξεις περί περί τῶν αὐταδέλφων Εὐσεβίου καί Ἑρμᾶ.

(6) Le Liber pon ti ficalis, a cura di L, Duchesne, Paris 1886 : βιβλίο στή λατινική γλώσσα πού ἀφηγεῖται τήν ἱστορία τῶν Ἐπισκόπων Ρώμης ξεκινώντας ἀπό τόν Ἀπόστολο Πέτρο καί συνεχίζοντας ὥς τόν 14ο αἰώνα μ.Χ., ὑπό μορφή συναξαρίων. Περί τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Εὐσεβίου ἀναφέρονται τά ἀκόλουθα: «1. Pius, natione Italus, ex patre Rufino, frater Pastoris, de ciuitate Aquilegia, sedit ann. XVIIII m. IIII d. III. Fuit autem temporibus Antonini Pii, a consolatu Clari et Seueri (146). 2. Sub huius episcopatum Hermis librum scripsit in quo mandatum continet quod ei praecepit angelus Domini, cum uenit ad eum in habitu pastoris ; et praecepit ei ut Paschae die dominico celebraretur. 3. Hic constituit hereticum uenientem ex Iudaeorum herese suscipi et baptizari ; et constitutum de ecclesia fecit. † 5 Hic fecit ordinationes V per mens. Decemb., presbiteros XVIIII, diaconos XXI ; episcopos per diuersa loca numero XII. Qui etiam sepultus est iuxta corpus beati Petri, in Vaticanum, V id. Iul. Et cessauit episcopatus dies XIIII. † 4 Hic ex rogatu beate Praxedis dedicauit ecclesiam thermas Nouati, in uico Patricii, in honore sororis sue sanctae Potentianae, ubi et multa dona obtulit; ubi sepius sacrificium Domino offerens ministrabat. Inmo et fontem baptismi construi fecit, manus suas benedixit et consecrauit; et multos uenientes ad fidem baptizauit in nomine Trinitatis».

(7) Ὁ Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ εἶναι τό ἐκτενέστερο ἀπό τά συγγράμματα τῶν καλουμένων Ἀποστολικῶν Πατέρων τό ὁποῖο συνδυάζει προφητεία καί ἀποκάλυψη, διαφέρον ὅμως τῶν συνήθων προφητικῶν κειμένων κατά τό ὅτι εμφανίζει οὐράνια πρόσωπα ἀποκαλύπτοντα μυστικά περί μέλλοντος. Τόπος συγγραφῆς του ἦταν ἡ Ρώμη. Βλ. σχετικά «Ὁ Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ», εἰσαγωγικά, Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων ( ΒΕΠΕΣ ), τόμος 3 ος, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1955, σελ. 31-37. «Ἐσχάτως κατά τόν χρόνον ἡμῶν συνεγράφη ὑπό τοῦ ἐν Ἑρμᾶ ἐν Ρώμῃ, ὅτε εἰς τήν ἕδραν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ρώμης ἦτο ἐπίσκοπος ὁ Πῖος, ὁ ἀδελφός αὐτοῦ»: Χρήστου Σπ. Βούλγαρη, Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, τόμος β΄, ἐν Ἀθήναις 2003, σελ. 1216.

(8) Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, V, 23. Βλασίου Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 2002 3, σελ. 274-275.

(9) Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, V, 24, 14, 17. Βλ. Βλασίου Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 2002 3, σελ. 281.

(10) Ἁγίου Εἰρηναίου: «…Καί μετ’ εἰρήνης ἀπ’ ἀλλήλων ἀπηλλάγησαν, πάσης τῆς Ἐκκλησίας εἰρήνην ἐχόντων, καί τῶν τηρούντων (=Μικρασιατῶν) καί τῶν μή τηρούντων (=Ρωμαίων)». βλ. Βλασίου Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 2002 3, σελ. 281-282. Francesco Scorza Barcellona, Pio I, Εnciclopedia dei Papi, Roma 2000, σελ. 221. Τό ζήτημα αὐτό γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα ρυθμίσθηκε τελικά σέ οἰκουμενικό πλαίσιο μέ Ἀπόφαση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό 325 μ.Χ.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ