Η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα του θανάτου του εθνικού ποιητή της Ελλάδας, έχει θεσπιστεί ως Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας από το 2017, ύστερα από πρόταση του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νάπολης της Ιταλίας Γιάννη Κορινθίου και κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργείων Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας της Ελλάδας. Λογοτεχνικοί μαραθώνιοι, διαλέξεις και ομιλίες, παρουσιάσεις ελληνικών βιβλίων, απαγγελίες ποιημάτων και ποικίλες άλλες εκδηλώσεις διοργανώνονται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα και πανεπιστημιακά τμήματα ελληνικής γλώσσας σε όλο τον κόσμο.

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες ποιητές, ο Γιώργος Σεφέρης, κατά την ομιλία του στη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών του 1963, όταν βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας: «Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα».

Ίσως τον πιο σημαντικό μάρτυρα αυτής της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας αποτελεί η περίπτωση της «Μετάφρασης των Εβδομήκοντα». Όπως είναι γνωστό, η συνεχώς εντεινόμενη ελληνική πολιτισμική επίδραση στην Ανατολή, κυρίως μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ιδιαίτερα μετά την ίδρυση των βασιλείων των Επιγόνων, είχε ως συνέπεια την υιοθέτηση από τους τοπικούς πληθυσμούς της ελληνικής γλώσσας, η οποία σε ορισμένες περιοχές αντικατέστησε πλήρως την ομιλούμενη μέχρι τότε στο πλαίσιο της Περσικής Αυτοκρατορίας αραμαϊκή γλώσσα και κατέστησε αναγκαία τη μετάφραση της Εβραϊκής Βίβλου και στα ελληνικά.

Αποφασιστικό ρόλο στην εκπόνηση ελληνικής μετάφρασης της Βίβλου έπαιξε η ανάδειξη της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου σε παγκόσμιο εμπορικό και πολιτισμικό κέντρο της εποχής και η εγκατάσταση σε αυτήν πολυπληθούς ιουδαϊκής κοινότητας η οποία μιλούσε ελληνικά. Οι αρχαιότερες πληροφορίες για μετάφραση βιβλικών έργων στα ελληνικά προκύπτουν από ένα κείμενο που τιτλοφορείται Επιστολή Αριστέα. Πρόκειται για επιστολή που απευθύνει κάποιος Ιουδαίος Αριστέας προς τον αδελφό του Φιλοκράτη, προκειμένου να τον πληροφορήσει για τη μετάφραση του Νόμου από τα εβραϊκά στα ελληνικά. Σύμφωνα με την επιστολή, ο βασιλιάς Πτολεμαίος [πρόκειται πιθανότατα για τον Πτολεμαίο Β΄ Φιλάδελφο (285-246 π.Χ.)] θέλησε να συγκεντρώσει στην Αλεξάνδρεια όλα τα βιβλία του κόσμου. Όταν πληροφορήθηκε από το βιβλιοθηκάριό του, Δημήτριο Φαληρέα, ότι στη βασιλική βιβλιοθήκη δεν συμπεριλαμβάνονται οι νόμοι των Ιουδαίων, έστειλε επιστολή στον αρχιερέα της Ιερουσαλήμ, Ελεάζαρο, ζητώντας την αποστολή 72 μορφωμένων πρεσβυτέρων (6 από κάθε ισραηλιτική φυλή), προκειμένου να μεταφράσουν τον Νόμο στα ελληνικά. Στην επιστολή περιέχονται και διάφορες άλλες πληροφορίες, όπως περιγραφή του ναού της Ιερουσαλήμ και των ενδυμάτων του αρχιερέα, σχόλια για τους μεταφραστές και συζητήσεις του βασιλιά μαζί τους, κ.ά.

Όταν έφτασαν οι μεταφραστές στην Αλεξάνδρεια, έγιναν δεκτοί με τιμές από τον βασιλιά και ο Δημήτριος Φαληρέας τους εξασφάλισε άνετη εγκατάσταση στη νησίδα Φάρος, στην είσοδο του κόλπου της Αλεξάνδρειας, όπου εργάστηκαν επί 72 μέρες και ολοκλήρωσαν τη μετάφραση. Το έργο τους εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Ιουδαίους της Αλεξάνδρειας και θεωρήθηκε τόσο τέλειο, ώστε θεσπίστηκαν κατάρες εναντίον οποιουδήποτε θα τολμούσε να επιφέρει κάποια αλλαγή σ᾽ αυτό. Ο ίδιος ο βασιλιάς, εντυπωσιασμένος από το περιεχόμενο του Νόμου, αναγνώρισε τη θεία προέλευσή του και προσέφερε στους μεταφραστές πλούσια δώρα για τους ίδιους και για τον αρχιερέα. Αν και η αξιοπιστία του κειμένου αυτού, στο περιεχόμενο του οποίου αναφέρονται συχνά οι αρχαίοι Ιουδαίοι και Χριστιανοί συγγραφείς, αμφισβητείται από πολλούς σύγχρονους ερευνητές, είναι βέβαιο ότι τον γ΄ π.Χ. αιώνα η ιουδαϊκή κοινότητα της Αιγύπτου διέθετε μια πλήρη μετάφραση του Νόμου στα ελληνικά. Από τον θρυλούμενο αριθμό των μεταφραστών που συμμετείχαν στην εκπόνησή του, το έργο ονομάστηκε “Μετάφραση των Εβδομήκοντα” και δηλώνεται στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία με τα σύμβολα “Ο΄” και “LXX” αντίστοιχα. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η ονομασία οφείλεται στις αντιλήψεις της εποχής, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στο κεφάλαιο 10 του βιβλίου της Γενέσεως, ότι σε ολόκληρο τον κόσμο υπήρχαν 70 λαοί, οπότε το όνομα δηλώνει τον παγκόσμιο χαρακτήρα του έργου.

Στους αιώνες που ακολούθησαν μεταφράστηκε στα ελληνικά το σύνολο σχεδόν της αρχαίας εβραϊκής θρησκευτικής γραμματείας, ενώ νέα έργα έκαναν την εμφάνισή τους γραμμένα πρωτοτύπως στα ελληνικά. Έτσι, με τον όρο “Μετάφραση των Εβδομήκοντα” και τα αντίστοιχα σύμβολα (Ο΄ και LXX) δηλώνεται σήμερα το σύνολο των ελληνόγλωσσων κειμένων που η ελληνόφωνη ιουδαϊκή διασπορά αναγνώρισε πριν από τη διαμόρφωση και παγίωση του κανόνα της Βίβλου ως βιβλικά έργα.

Το ζήτημα της προέλευσης των κειμένων που απαρτίζουν τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα συνιστά ένα ιδιαίτερα δυσεπίλυτο για τη σύγχρονη έρευνα πρόβλημα. Συναφές με το πρόβλημα αυτό είναι και το ζήτημα του σκοπού για τον οποίο έγινε η Μετάφραση των Εβδομήκοντα. Στα ερωτήματα αυτά έχουν δοθεί από τους ερευνητές διάφορες απαντήσεις, όλες όμως οι σχετικές θεωρίες κινούνται στο επίπεδο της υπόθεσης, χωρίς κάποια να γίνει ευρύτερα αποδεκτή.

Τους αρχαιότερους μάρτυρες του κειμένου των Ο΄ συνιστούν πάπυροι που χρονολογούνται από το β΄ π.Χ. μέχρι τον α΄ μ.Χ. αιώνα και περιέχουν μικρά αποσπάσματα από διάφορα βιβλικά έργα. Ιδιαίτερη όμως σημασία για την ιστορία του κειμένου των Ο΄, αλλά και της Βίβλου γενικότερα, έχουν οι μεγαλογράμματοι κώδικες του δ΄ και ε΄ μ.Χ. αιώνα που περιέχουν ολόκληρη τη χριστιανική Βίβλο (Παλαιά και Καινή Διαθήκη).

Ο αρχαιότερος και σημαντικότερος από τους κώδικες αυτούς είναι ο Codex Vaticanus (συμβολίζεται με το γράμμα “Β”) που χρονολογείται από τον δ΄ μ.Χ. αιώνα (μεταξύ 328 και 360 μ.Χ.). Γράφτηκε πιθανότατα στην Αίγυπτο από δύο γραφείς (ένας για την Παλαιά και ένας για την Καινή Διαθήκη) και αργότερα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά σήμερα φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού (Cod. Gr. 1209). Από την ίδια εποχή προέρχεται και ο εξίσου σημαντικός Codex Sinaiticus (S ή a) που γράφτηκε από τρεις γραφείς στην Αλεξάνδρεια ή στην Καισάρεια της Παλαιστίνης ή στην Ρώμη και ανήκε μέχρι τον ιθ΄ μ.Χ. αιώνα στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Λίγο μεταγενέστερος από τους δύο προηγούμενους είναι ο Codex Alexandrinus (A), ο οποίος χρονολογείται από τις αρχές του ε΄ μ.Χ αιώνα. Ανήκε στη βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στο Κάιρο, αλλά σήμερα φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο.

Στους τρεις παραπάνω μεγαλογράμματους κώδικες βασίζεται η εγχειρίδια κριτική έκδοση του κειμένου των Ο´ που επιμελήθηκε ο Alfred Rahlfs και κυκλοφόρησε το 1935, λίγο πριν από το θάνατό του. Η μικρή αυτή έκδοση γνώρισε από τότε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις και συνιστά μέχρι σήμερα το πιο διαδεδομένο κείμενο των Ο΄. Στην ίδια έκδοση βασίζεται και το κείμενο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από την αδελφότητα “ΖΩΗ” με επιμέλεια του καθηγητή Π. Μπρατσιώτη, ενώ αργότερα το κείμενο του Rahlfs επανεκδόθηκε με άδεια της Γερμανικής Βιβλικής Εταιρίας από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ανεξάρτητα πάντως από την προέλευση και το σκοπό της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα, η σημασία του κειμένου αυτού για τις βιβλικές σπουδές σήμερα είναι τεράστια. Κατ᾽ αρχήν αποτελεί έναν πολύτιμο μάρτυρα της προχριστιανικής ιουδαϊκής σκέψης. Στο βαθμό που κάθε μετάφραση ενός κειμένου προϋποθέτει την ερμηνεία του, το κείμενο των Ο΄, ως η πρώτη μετάφραση της ιουδαϊκής Βίβλου, παρέχει σημαντικότατες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι ιουδαίοι της προχριστιανικής εποχής κατανοούσαν και ερμήνευαν το περιεχόμενο των ιερών τους βιβλίων. Πολύτιμο μάρτυρα αποτελεί ακόμη η Μετάφραση των Εβδομήκοντα και για την ιστορία της εξέλιξης του βιβλικού κειμένου, καθώς διασώζει αναγνώσεις κατά πολλούς αιώνες αρχαιότερες του αρχαιότερου πλήρους εβραϊκού χειρογράφου της Βίβλου. Αλλά και για την εξέλιξη της χριστιανικής θεολογικής σκέψης η Μετάφραση των Εβδομήκοντα αποτελεί έναν επίσης πολύτιμο μάρτυρα, καθώς αυτή συνιστούσε τη μοναδική Βίβλο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας. Σχεδόν κάθε φορά που οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης στηρίζουν τη διδασκαλία τους στις “θεόπνευστες Γραφές” με τον όρο αυτόν χαρακτηρίζουν το κείμενο των Ο΄, και σ᾽ αυτό κυρίως παραπέμπουν τους αναγνώστες τους, και όχι στο εβραϊκό. Και αργότερα, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όταν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς αναπτύσσουν τη θεολογία τους με βάση τις Γραφές, στο κείμενο των Ο΄ στηρίζονται κατά κύριο λόγο. Έτσι, η Μετάφραση των Εβδομήκοντα συνιστά πολύτιμη πηγή για την κατανόηση σειράς ολόκληρης θεολογικών όρων και αντιλήψεων τόσο της Καινής Διαθήκης όσο και των αρχαίων εκκλησιαστικών συγγραφέων.

Με βάση τα παραπάνω καθίσταται προφανής η φιλολογική, θρησκευτική και θεολο­γική αξία της Μετάφρασης των Ο΄. Η φιλολογική της αξία έγκειται στο γεγονός ότι διασώζει κείμενο που βασίζεται σε μια παράδοση εβραϊκού κειμένου κατά πολλούς αιώνες αρχαιότερη του μασοριτικού (εβραϊκού), το οποίο αρχίζει να συστηματοποιείται μετά τον ε΄ μ.Χ. αιώνα, για να ολοκληρωθεί μόλις το ιδ΄ αιώνα. Αυτό προσφέρει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα στη Μετά­φραση των Ο΄, η μαρτυρία της οποίας μπορεί να είναι πολύτιμη τόσο για την κριτική αποκατάσταση του μασοριτικού κειμένου όσο και για τη διασάφηση δυσνόητων σημείων του. Ανάλογη είναι και η θρησκευτική αξία της Μετάφρασης των Ο΄, εφόσον βέβαια γίνεται λόγος για ιερή Βίβλο της Εκκλησίας και όχι για κάποια φιλολογική παραγωγή της αρ­χαιότητας. Από την άποψη αυτή είναι αδιαμφισβήτητο ότι το κείμενο αυτό αποτέλεσε τη Βίβλο της αδιαίρετης Εκκλησίας, το κείμενο πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν οι απόστολοι και οι εκκλησιαστικοί πατέρες για να διατυπώσουν τη θεολογία τους, το κείμενο που διευκόλυνε περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο την εξά­πλωση του χριστιανισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, το κείμενο που έπαιξε ρόλο πρωτοτύπου για πλήθος άλλων αρχαίων εκκλησιαστικών μετα­φράσεων και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την υμνογραφία και την εικο­νογραφία της Εκκλησίας. Αλλά και ως μάρτυρας μιας συγκεκριμένης ερμη­νευτικής τάσης, που ήταν κυρίαρχη κατά την εποχή της εμφάνισης του χρι­στιανισμού, έχει η Μετάφραση των Ο΄ ιδιαίτερη σημασία από θεολογική άποψη για την κατανόηση του περιεχομένου της Καινής Διαθήκης.

Από τα παραπάνω εξηγείται το παγκόσμιο ενδιαφέρον για το κείμενο των Ο΄ και το πλήθος των μεταφραστικών προγραμμάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν ολοκληρωθεί, ώστε να καταστήσουν αυτό το πολυτιμότερο κληροδότημα του ελληνόφωνου ιουδαϊσμού προσιτό σε όλους τους επιστήμονες. Σε ελληνικό επίπεδο το εγχείρημα της απόδοσης του κειμένου των Ο΄ στα νέα ελληνικά το έχει αναλάβει η Ελληνική Βιβλική Εταιρία, το έργο της οποίας στον συγκεκριμένο τομέα έχει ήδη αποδώσει με τη στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος σημαντικότατους καρπούς. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Βιβλική Εταιρία, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ποιμαντικές ανάγκες της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε επιστημονικά και θεολογικά αξιόπιστες μεταφράσεις του βιβλικού κειμένου, προχώρησε σε συνεργασία με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην έκδοση δύο βιβλίων που παραθέτουν το πρωτότυπο κείμενο των λειτουργικών αναγνωσμάτων από την Παλαιά Διαθήκη όλων των ακολουθιών του έτους με παράλληλη μετάφρασή του στα νέα ελληνικά. Στο πρώτο βιβλίο με τίτλο “Προφητολόγιον” περιλαμβάνονται τα αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, ενώ το δεύτερο με τίτλο “Ψαλτήριον” περιέχει τους Ψαλμούς. Στο προσεχές μέλλον αναμένεται να κυκλοφορήσει και μια νέα έκδοση ολόκληρου του κειμένου των Εβδομήκοντα με παράλληλη απόδοσή του στα νέα ελληνικά.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: