Ως αποκατάσταση μιας μισθολογικής εκκρεμότητας που παρέμενε ανοιχτή επί περισσότερα από είκοσι χρόνια παρουσιάζει ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος την αύξηση των αποδοχών του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 56 του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και διαμορφώνει τις μεικτές μηνιαίες αποδοχές των Ιεραρχών στα 4.671,90 ευρώ. Οι αυξήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη διάταξη, κυμαίνονται από 60% έως 95%, προκαλώντας αντιδράσεις λόγω της οικονομικής πίεσης που αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά.
Μιλώντας στα «Παραπολιτικά», ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για προνομιακή μεταχείριση, αλλά για επαναφορά της μισθολογικής αντιστοιχίας που είχε θεσπιστεί το 2003, όταν οι αποδοχές των Αρχιερέων είχαν εξομοιωθεί με εκείνες των ανώτατων δικαστικών.
«Η απόφαση αυτή είναι μια δίκαιη επίλυση ενός αιτήματος που υπήρχε ήδη από το 2003», ανέφερε, εξηγώντας ότι μέχρι το 2017 δεν είχε γίνει καμία αναπροσαρμογή, καθώς οι Μητροπολίτες υπάγονταν σε ειδικό μισθολόγιο θέσεως, χωρίς επιδόματα ή χρονοεπιδόματα.
Όπως είπε, το 2017 οι αποδοχές τους εντάχθηκαν στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και συνδέθηκαν με τη θέση του γενικού γραμματέα υπουργείου. Η σημερινή ρύθμιση, κατά τον ίδιο, διορθώνει αυτή την αναντιστοιχία.
Ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος διαχώρισε τις προσωπικές ανάγκες των Επισκόπων από τη θεσμική θέση που κατέχουν. «Είναι άλλο οι πραγματικές ανάγκες και άλλο αν ανταποκρίνεται στα μισθολογικά κλιμάκια και στις θέσεις τις οποίες κατέχουμε ως δημόσιοι λειτουργοί. Το δεύτερο ισχύει», σημείωσε.
«Δεν είναι θέμα εκκλησιαστικής λιτότητας»
Απαντώντας στην κριτική ότι οι αυξήσεις δεν συνάδουν με το πνεύμα της εκκλησιαστικής λιτότητας, ο Μητροπολίτης υποστήριξε ότι πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα.
«Δεν είναι θέμα εκκλησιαστικής λιτότητας. Είναι θέμα ότι στο ελληνικό Δημόσιο υπάρχει μια αναλογία μεταξύ θέσεως στο Δημόσιο και αντίστοιχης μισθολογικής απολαβής», δήλωσε.
Αναγνώρισε ότι πολλοί πολίτες αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, αντέτεινε όμως ότι η σύγκριση με το κόστος της ρύθμισης παραγνωρίζει το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, η Εκκλησία διαθέτει κάθε χρόνο 117 εκατ. ευρώ για κοινωνικές, ποιμαντικές και φιλανθρωπικές ανάγκες, ενώ η συνολική επιβάρυνση από τις αυξήσεις υπολογίζεται σε 7,2 εκατ. ευρώ.
«Μιλάμε για άνισα πράγματα. Συγκρίνουμε άνισα πράγματα», ανέφερε, σημειώνοντας ότι πολλοί Μητροπολίτες διαθέτουν μέρος των προσωπικών τους αποδοχών για την ενίσχυση ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη, χωρίς να το δημοσιοποιούν.
«Ούτε επειδή πεινάνε κάποιοι πρέπει να πεινάσουν όλοι»
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας χαρακτήρισε λαϊκιστική τη σύνδεση των αυξήσεων με τα μισθολογικά προβλήματα άλλων κοινωνικών ομάδων.
«Είναι, νομίζω, λαϊκισμός να κάνουμε τέτοιου είδους συγκρίσεις. Ούτε επειδή πεινάνε κάποιοι πρέπει να πεινάσουν όλοι, ούτε επειδή είναι κάποιοι πλούσιοι πρέπει να γίνουν όλοι πλούσιοι», δήλωσε.
Ο κ. Χρυσόστομος ξεκαθάρισε ότι η αντιμετώπιση των γενικότερων οικονομικών, μισθολογικών και συνταξιοδοτικών προβλημάτων αποτελεί ευθύνη της Πολιτείας και όχι της Εκκλησίας, η οποία, όπως είπε, παρεμβαίνει επικουρικά σε τοπικό επίπεδο.
«Η Εκκλησία δεν είναι για να λύνει τα προβλήματα αυτά. Βοηθάει να λυθούν επικουρικά και, όποτε κληθεί, ανταποκρίνεται», σημείωσε.
Απαντώντας, τέλος, σε όσους αμφισβητούν το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, αναφέρθηκε στην οικονομική στήριξη φοιτητών, ασθενών και παιδιών, τονίζοντας ότι η προσφορά αυτή δεν γίνεται με στόχο τη δημόσια προβολή.
«Πρέπει να βγω και να πω πόσα δίνω κάθε μήνα από τον δικό μου μισθό για να βοηθήσω φοιτητές ή ασθενείς; Αυτή είναι η δουλειά μου ή η δουλειά μου είναι να τους βοηθήσω;», διερωτήθηκε.



