Τὴν Παρασκευὴ τῆς ἕκτης ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν κλείνει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ καὶ λαμβάνει τέλος τὸ μακρὺ πέλαγος τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐντατικότερης προσευχῆς. Οἱ χριστιανοί, ὡς νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἁγνισμένος ἡμέρες σαράντα ὅπως παλιὰ ὁ Μωϋσῆς, δὲν ἀνεβαίνουν στὸ Σινᾶ, ἀλλὰ συναναβαίνουν νοερὰ καὶ καρδιακὰ μὲ τὸν Κύριό τους «εἰς Ἱεροσόλυμα», ὅπου Ἐκεῖνος ἐπάνω στὸν σταυρὸ τῆς θυσίας θὰ συντρίψει τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ θὰ ἀνακεφαλαιώσει τὰ πάντα, τὰ παρελθόντα μὲ τὴν πίστη καὶ τὰ μέλλοντα μὲ τὴν ἐλπίδα, στὸ σωστικὸ παρὸν τῆς θεϊκῆς ἀγάπης.

Σύνδεσμος τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς μὲ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶναι τὸ Σάββατο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Αὐτὲς οἱ δύο ἑορτὲς μαζὶ μὲ τὶς τρεῖς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἀποτελοῦν μία λειτουργικὴ ἑνότητα. Προτοῦ νὰ εἰσέλθει ὁ Χριστὸς στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀνέστησε τὸν τετραήμερο νεκρὸ Λάζαρο, «πιστούμενος» τὴν κοινὴ τῶν πάντων ἀνάσταση πρὸ τοῦ πάθους του, προαναγγέλλοντας ἔτσι τὴ νίκη καὶ τὸν θρίαμβο κατὰ τοῦ θανάτου. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, εἰσοδεύει ὡς πρᾶος καὶ ταπεινὸς βασιλεὺς «ἐπὶ πώλου ὄνου» στὴν ἁγία Πόλη. Ἔρχεται «ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάθος», γιὰ νὰ προδοθεῖ, νὰ παραδοθεῖ καὶ νὰ σταυρωθεῖ «ὑπὲρ γένους ἀνθρώπων». Μὲ βαΐα φοινίκων τὸν προϋπάντησε ὁ παλαιὸς λαός. Μὲ κλάδους νοητοὺς κεκαθαρμένων ψυχῶν καὶ διανοιῶν τὸν προϋπαντᾶ ὁ νέος λαός του, γιὰ νὰ συναναβεῖ αὐτοπροαίρετα καὶ ἐθελούσια μὲ τὸν Κύριό του, γιὰ νὰ συμπορευθεῖ, νὰ συσταυρωθεῖ, νὰ συζήσει, νὰ συναναστηθεῖ μαζί του στὴν ὕψωση τοῦ δοξασμοῦ τῆς ἄνω Ἱερουσαλὴμ «ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».

Μεγάλη Ἑβδομάδα, καὶ καθήμενοι «παρὰ τοὺς πόδας» τῶν ἱερῶν ὑμνογράφων καὶ μελωδῶν, συνειδητοποιοῦμε ὅτι λόγος καὶ μέλος συμπορεύονται. Λατρεία καὶ καλλιτεχνία ἀλληλοπεριχωροῦνται. Κατάνυξη καὶ ὡραιότητα συνυπάρχουν. Λογικὴ καὶ συναίσθημα ἰσορροποῦν. Πίστη καὶ ἐπιστήμη φιλιάζουν. Οὐρανὸς καὶ γῆ συνεορτάζουν. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος κοινωνοῦν. Ἡ δωρικὴ στιβαρότητα τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς ἁμαρτωλότητας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τοὺς ἤχους τοῦ διατονικοῦ γένους, στρέφεται τὴν ἑπόμενη στιγμὴ στὴ θρηνητικὴ κραυγὴ ποὺ διαζωγραφεῖται τονικὰ μὲ τὶς κλίμακες καὶ τὶς μελωδίες τοῦ χρωματικοῦ γένους, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ λυγηρὰ μέλη τοῦ ἐναρμονίου γένους, ποὺ ἐπενδύει τὸ νικητικὸ βίωμα τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς. Ἡ προσευχὴ τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν κατευθύνεται ταπεινὰ καὶ κατανυκτικὰ πρὸς τὸν Κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὡς μύρο ψυχῆς μαζὶ μὲ τὴν εὐωδία τοῦ ὑλικοῦ θυμιάματος. Πλήρωσις τοῦ τόπου καὶ πλήρωσις τοῦ τρόπου τῆς λογικῆς λατρείας τῶν ἀληθινῶν καὶ τιμίων λατρευτῶν τοῦ ἁγίου Θεοῦ.

Ἡ ἐνεπίγνωστη μετοχὴ στὰ λειτουργικὰ δρώμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ποὺ μοιάζουν μὲ χρυσὴ ἁλυσίδα λειτουργικῶν βιωμάτων καὶ μὲ ἀρχοντικὴ τράπεζα λειτουργικῆς πνευματικῆς εὐωχίας, εἶναι ἡ κλίμακα τῆς σταδιακῆς ἀναβάσεως πρὸς τὴν πρόσψαυση τοῦ πάθους καὶ τὴ μέθεξη τῆς ἀναστάσεως, ὀντολογικὰ καὶ ὑπαρξιακά, μέσα στὸν στίβο τῶν συσταυρουμένων μὲ τὸν Χριστὸ ἀγωνιστῶν καὶ ποτὲ στὴν κερκίδα τῶν ἀναπαυομένων ἢ ἀπαθῶν θεατῶν. Μὲ προηγιασμένες λειτουργίες, μεγάλα ἀπόδειπνα καὶ ὀρθρινὲς ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου, οἱ ὁποῖες σήμερα τελοῦνται, ἀντὶ τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν τῆς κυρίας ἡμέρας, κατὰ τὶς βραδινὲς ὧρες τῆς προηγουμένης, γιὰ νὰ προσαρμοσθοῦν στὶς ἐργασιακὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ ποιμαντικὰ δεδομένα τῶν ἐνοριῶν.

Μεγάλη Δευτέρα. Ἡ κατανυκτικότατη ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, σύνθεση ἀρχαιοτάτων λειτουργικῶν στοιχείων ποὺ ἀπαρτίζουν τὴν ὀρθρινὴ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας (ὅπως ψαλμοί, αἰτήσεις, εὐχές, ἐκφωνήσεις, στιχολογήσεις, ἀπολυτίκια, τροπάρια, καθίσματα, εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, κανόνες, συναξάρια, μηνολόγια, ὑπομνήματα γιὰ τὸ λειτουργικὸ καὶ πνευματικὸ περιεχόμενο τῶν ἡμερῶν, ἐξαποστειλάρια, αἶνοι, ἀπόστιχα κ.λπ.), εἰσάγει τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν, μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου, στὴ βιωματικὴ παροντοποίηση τῶν συγκλονιστικῶν γιὰ τὴ σωτηρία τους γεγονότων ποὺ συνέβησαν 2000 χρόνια πρίν.

Ἔτσι «τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μνήμην ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης καὶ ξηρανθείσης συκῆς». Ἀλλὰ καὶ γεγονότων ποὺ συνέβησαν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα μέχρι τὴν προδοσία. Ὁ Ἰωσὴφ προτυπώνει τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ τὸ ταπεινό, τὸ πρᾶο καὶ τὸ ἡσύχιο ἦθος, γιὰ τὴν καθαρότητα, γιὰ τὴν ἔνσταση στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὶς θλίψεις. Ἡ ἄκαρπη συκή, ποὺ ξηραίνεται ἀπὸ τὴν προσταγὴ τοῦ Κυρίου, ὑποδηλώνει τὴν ἄκαρπη Συναγωγὴ τῶν θρησκευτικῶν ταγῶν τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ τὴν κάθε ψυχή, ποὺ δὲν καρποφορεῖ «τὸν ἀνήκοντα τῆς ἀρετῆς καρπόν». Γιὰ νὰ καλέσει τοὺς πιστοὺς ἀνθρώπους στὴ συμπόρευση πίστεως καὶ ἤθους, θεωρίας καὶ πράξεως, λόγων καὶ ἔργων. Σήμερα ἰδιαίτερα, στὸν καιρὸ τῆς ἀκαρπίας τῆς θείας ὑπακοῆς, στὸν καιρὸ τοῦ παραχαραγμένου, βολεμένου καὶ κατεστημένου Χριστιανισμοῦ, στὸν καιρὸ τῆς ἐθελοδουλείας τῶν παθῶν, τῆς ἐθελοθρησκείας τοῦ θελήματος, τῆς ἀκράτητης πλησμονῆς τῶν λόγων, τῶν φοβικῶν καὶ περιδεῶν συνειδήσεων, τῆς κωδικοποιημένης καὶ ἐπίπλαστης ἠθικῆς.

Μεγάλη Τρίτη. Μέσα στὸ ἴδιο λειτουργικὸ πλαίσιο, «τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Τρίτῃ τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς, τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα». Τὸ γνωστὸ ἀφήγημα παρουσιάζει τὸν Χριστὸ ὡς Νυμφίο, ὁ ὁποῖος ἔρχεται «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Ὁ ποιητικὸς λόγος ἀναπλάθει τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση μὲ τὸν ἰδανικότερο τρόπο: «Ἰδοὺ ὁ Χριστός, ὡς γαμπρὸς τῆς ψυχῆς, ἔρχεται ἀπρόσμενα στὴ μέση τῆς νύχτας. Τρισευτυχισμένος θὰ ᾽ναι ὅποιος βρεθεῖ ξυπνητός· κι ἀντίθετα ἀνάξιος ὅποιος θὰ μείνει ράθυμος καὶ ἀμελής. Ψυχή μου, πρόσεχε μὴ καταβυθιστεῖς στὸν ὕπνο, γιὰ νὰ μὴ παραδοθεῖς στὸν πνευματικὸ θάνατο καὶ κλειστεῖς ἔξω ἀπὸ τὴν αἰώνια βασιλεία του». Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γρηγορεῖ στὴν πίστη, στὴν ἐλπίδα, στὴν ἀγάπη, στὸν ἀγώνα. Ἀνάξιος ὅμως ἐκεῖνος ποὺ ραθυμεῖ στὰ πάθη, στὴ χλιαρότητα, στὴν ὑλομανία, στὸ ἀντίθεο κοσμικὸ φρόνημα. Βλέπουμε τὸ γαμπριάτικο σπίτι στολισμένο καὶ λαμπρό. Ὅμως ροῦχο καθαρὸ δὲν ἔχουμε γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στοὺς θείους γάμους τῆς σωτηρίας. Μόνο ἕνας μπορεῖ νὰ λαμπρύνει τὴ στολὴ τῆς ψυχῆς μας, νὰ ἄρει τὸν νυσταγμὸ τῆς ραθυμίας καὶ νὰ χαρίσει «καιομένην λαμπάδα τὴν ἐξ ἀρετῶν», ὁ φωτοδότης καὶ Σωτήρας Χριστός.

Μεγάλη Τετάρτη. Τὴν ἡμέρα αὐτή, «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε». Καλεῖται κάθε ζωντανὸ πλάσμα νὰ αἰνέσει τὸν Κύριο, ἡ κτίση, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἄγγελοι, στὴν ψαλμωδία τῶν αἴνων τῆς Μεγάλης Τετάρτης. Ἐκεῖ τροπαριακὰ ὑπομνηματιζόμενη ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία ἐξεικονίζει τὴν τρεπτότητα καὶ τὴ ροπὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ πρὸς τὸ καλὸ καὶ πρὸς τὸ κακό, μὲ δύο παραδείγματα· τῆς μετανοούσης πόρνης, μὲ τὴν μυριπνοοῦσα εὐρυχωρία τῆς ψυχῆς, καὶ τοῦ προδίδοντος μαθητοῦ, μὲ τὸν ράθυμο νυσταγμὸ καὶ τὸν σκοτισμένο συγκλεισμὸ τῆς φιλαργυρίας. «Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα πρόσφερε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ τὸ μύρο, ὁ μαθητὴς συμφωνοῦσε τὴν προδοσία· ἡ μὲν ἔχαιρε ποὺ θυσίαζε τὸ πανάκριβο μυρωδικό, ὁ δὲ ἔτρεχε καὶ βιαζόταν νὰ πουλήσει τὸν ἀτίμητο Σωτήρα του· αὐτὴ γνώριζε τὸν Κύριο καὶ ἐκεῖνος χωριζόταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη του· αὐτὴ ἐλευθερωνόταν καὶ ὁ Ἰούδας καταντοῦσε δοῦλος τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου. Μεγάλο κακὸ ἡ ραθυμία! Ἄπειρο καλὸ καὶ μεγάλο ἡ μετάνοια!».

Οἱ ἑπόμενες τρεῖς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος «εἶναι οἱ σεβασμιώτερες καὶ ἱερώτερες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους», κατὰ τὸν μακαριστὸ δάσκαλό μας, καθηγητὴ τῆς Λειτουργικῆς, Ἰωάννη Φουντούλη. «Αὐτὲς ἀποτελοῦν τὸν πυρῆνα ὅλης τῆς πρὸ τοῦ Πάσχα περιόδου. Πρῶτες αὐτὲς διεμορφώθησαν σὲ παμπάλαια ἐποχὴ καὶ γύρω ἀπὸ αὐτὲς μὲ βαθμιαῖες προσαυξήσεις ἔχει οἰκοδομηθῆ ἀπὸ τοὺς Πατέρας ἡ πρὸ καὶ ἡ μετὰ τὸ Πάσχα λειτουργικὴ περίοδος. Τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ τριημέρου οἱ ἀκολουθίες εἶναι ἀπαράμιλλες. Δὲν θὰ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καταλληλότερο λειτουργικὸ ἔνδυμα γιὰ τὰ κεφαλαιώδη θέματα, τὰ ὁποῖα ἑορτάζομε».

Μεγάλη Πέμπτη. Ἡμέρα, ἱστορικὰ καὶ λειτουργικά, τεσσάρων γεγονότων. Τῆς νίψεως τῶν ποδῶν τῶν μαθητῶν ἀπὸ τὸν Κύριό τους, τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου κατὰ τὸν ὁποῖο παραδόθηκε τὸ ἱερὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, τῆς θαυμασίας ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς προδοσίας τοῦ «τῇ γνώμῃ φιλαργυρήσαντος» μαθητοῦ.

Ὁ Κύριος καὶ Διδάσκαλος πλένει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του, χαρίζοντας ἀνεπανάληπτο ὑπόδειγμα διακονικῆς ταπεινωσύνης (σήμερα ἡ ἀνάμνηση γίνεται μὲ τὴν τελούμενη σὲ ἐλάχιστα πλέον μέρη ἀκολουθία τοῦ Νιπτῆρος). Παραθέτει τὸ πασχάλιο δεῖπνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, «ξενία δεσποτικὴ καὶ τράπεζα ἀθάνατη», τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του, στοὺς ἁγίους ἀποστόλους καὶ τὴν Ἐκκλησία, ὡς ἀέναη σωστικὴ ψυχοτροφία, γιὰ τὸ «νῦν» τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως τῶν χριστιανῶν καὶ τὸ «ἀεὶ» τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν (σήμερα τελεῖται τὸ πρωΐ, ἐνῶ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία κατὰ τὸ ἑσπέρας, ἡ ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου). Προσεύχεται πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα, γιὰ τοὺς πιστοὺς μαθητές του καὶ γιὰ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ὥστε νὰ μὴ μείνουν ὀρφανοὶ καὶ ἐγκαταλελειμμένοι. Παραδίδεται, τέλος, αὐτοθελήτως, μετὰ τὴ φρικτὴ προδοσία, γιὰ νὰ ὁδεύσει στὸν μαρτυρικὸ δρόμο τῆς θυσίας.

Μεγάλη Παρασκευή. Καὶ ἐπιτελοῦμε, κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Τριωδίου, «τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαῖναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην καὶ πρὸ πάντων τὸν σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι᾽ ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο». Ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας πορεύεται πρὸς τὸ ἑκούσιο πάθος, πρὸς τὸν ὑπέρτατο σκοπὸ τῆς θείας ἀγάπης του. «Σήμερον», ὅπως καὶ τότε, «κρεμᾶται» θυσιαστικὰ «ἡ ζωὴ ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν».

Ἐμεῖς τὸν ἀκολουθοῦμε στὸν κῆπο τῆς ἀγωνίας, στὴν ἄνανδρη σύλληψη, στὸ ἄδικο κριτήριο, στοὺς ἐξευτελισμοὺς τῶν στρατιωτῶν, στὶς ἐπιθετικὲς κραυγὲς τοῦ ὄχλου, στὴν πορεία τοῦ Γολγοθᾶ, στὴ σταύρωση, τὸν θάνατο, τὸν λογχισμό, τὴν ἀποκαθήλωση, τὴν ταφή, τὴ σφράγιση τοῦ τάφου. Γεγονότα ποὺ ὑπομνηματίζονται λειτουργικὰ ἀπὸ τὶς ἀνυπέρβλητες ἀκολουθίες τῶν Μεγάλων Ὡρῶν μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀποκαθηλώσεως, καθὼς καὶ τὸν Ὄρθρο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ποὺ τελοῦνται σήμερα ἀντίστοιχα στὶς ἐνορίες τοῦ κόσμου τὸ πρωῒ καὶ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Μέγα Σάββατο. Κυριακὴ Ἀναστάσεως. Ὁ Χριστὸς λιτανεύθηκε στὸ κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἔλαβε τέλος, μέσα στὸν θρῆνο τῶν παλαιῶν μυροφόρων καὶ τῶν συγχρόνων πιστῶν, γιὰ τὴν ἐπὶ τοῦ τάφου συμβολικῶς κειμένην πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀναστάσεώς τους. Τὸ Μέγα Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σιγῆς καὶ τῆς προσδοκίας. Ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία προανακρούεται τὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς ἀναστάσεως. Ἡμέρα προεόρτιας χαρᾶς, γιὰ τὴν λαμπροφόρο ἑορτὴ τῆς δεσποτικῆς ἐγέρσεως.

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν ζωὴν χαρισάμενος», γιατί, χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ πίστη μας καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου ματαιώνονται.

Ἀκροτελεύτια, νομίζω πὼς θὰ μπορούσαμε καὶ θὰ ἦταν ἀνάγκη νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι, μέσα στὸ πλαίσιο τῆς λειτουργικῆς βίωσης τῆς ἡσυχαστικῆς, ἀσκητικῆς καὶ φιλοκαλικῆς Ὀρθοδοξίας μας, τὰ δραματοποιούμενα λειτουργικά, κατὰ τὴν πορεία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, γεγονότα τῆς σωτηρίας μας δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ προσεγγίζονται μονοσήμαντα, συναισθηματικὰ δηλαδὴ καὶ ρομαντικά, ἀλλὰ συνθετικὰ καὶ πολυσήμαντα· καὶ λογικὰ καὶ καρδιακὰ καὶ βιωματικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ καὶ ἀγαπητικά. Μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς διανοίας, μὲ ὅλη τὴ ζέση τῆς καρδιᾶς, μὲ ὅλο τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς, μὲ ὅλη τὴ στιβαρότητα τῆς πίστεως, μὲ ὅλη τὴν ἀφελότητα τῶν λογισμῶν, μὲ ὅλο τὸ χαρισματικὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης, μὲ ὅλο τὸν φωτισμὸ τῆς εὐλαβείας. Τότε γίνονται τροφοδοσία ἀλήθειας καὶ ζωῆς. Ἀλλιῶς καταντοῦν πρόσκαιροι νεκρωτικοὶ ἀναλώσιμοι τύποι.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρόν κείμενο απηχεί τις απόψεις του συγγραφέως στον οποίο τις προηγούμενες ημέρες αποδόθηκε λανθασμένα από διάφορες άλλες ιστοσελίδες, κείμενο το οποίο δεν είχε συντάξει ο ίδιος


  1. Ματθ. 20, 18. Μάρκ. 10, 33. Λουκ. 18, 31.
  2. Ρωμ. 13, 9. Ἐφεσ. 1, 10.
  3. Σάββατον τοῦ Λαζάρου, Ὄρθρος, Ἀπολυτίκιον. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 788.
  4. Ἰωάν. 12, 15. Λουκ. 19, 35. Πρβλ. Ζαχ. 9, 9.
  5. Βλ. στὶς προηγηθεῖσες ὑποσημειώσεις 104, 105.
  6. Βλ. Ὄρθρος Μεγάλης Πέμπτης, συναπτομένη Πρώτη Ὥρα, ἐν ᾗ καὶ τὸ τροπάριον τῆς Προφητείας: «Ὁ ραπισθεὶς ὑπὲρ γένους ἀνθρώπων καὶ μὴ ὀργισθεὶς ἐλευθέρωσον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωὴν ἡμῶν, Κύριε, καὶ σῶσον ἡμᾶς». Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 886.
  7. Πρβλ. Ματθ. 3, 2. 5, 19·20. 7, 21. 8, 11. 10, 7. 18, 1. Β´ Τιμ. 4, 18.
  8. Λουκ. 10, 39. Πράξ. 22, 3.
  9. Πρβλ. Ρωμ. 6, 6. Γαλ. 2, 20. 5, 24. 6, 14.
  10. Μηνολόγιον Μεγάλης Δευτέρας. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 830. Πρβλ. Ματθ. 21, 19-20. Μάρκ. 11, 20-21.
  11. Ὅπ.π. Ὑπόμνημα Μηνολογίου, ἀκροτελεύτια φράσις. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 832.
  12. Μηνολόγιον Μεγάλης Τρίτης. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 847.
  13. Πρβλ. Ματθ. 25, 1-13.
  14. Ὄρθρος Μεγάλης Δευτέρας, Ἀπολυτίκιον: «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς …». Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 828.
  15. Ὄρθρος Μεγάλης Δευτέρας, Ἐξαποστειλάριον: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον …». Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 833.
  16. Ὄρθρος Μεγάλης Τρίτης, Στιχηρὸν ἰδιόμελον β´ τῶν αἴνων. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 849.
  17. Μηνολόγιον Μεγάλης Τετάρτης. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 860.
  18. Ὄρθρος Μεγάλης Τετάρτης, Στιχηρὸν ἰδιόμελον γ´ τῶν αἴνων. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 865.
  19. Βλ. «Μεγάλη Ἑβδομὰς (Β´), ΛΛ, σ. 80.
  20. Ὄρθρος Μεγάλης Πέμπτης. Μηνολόγιον. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 879. Βλ. καὶ Ὄρθρος Μεγάλης Τρίτης, μετὰ τὴν γ´ στιχολογίαν, Κάθισμα: «Ὁ Ἰούδας τῇ γνώμῃ φιλαργυρεῖ κατὰ τοῦ Διδασκάλου, ὁ δυσμενὴς …». Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 846. Γιὰ τὰ ἀναφερόμενα γεγονότα, βλ. Ματθ. 26, 14-30. Μάρκ. 14, 10-25. Λουκ. 22, 1-23. Ἰωάν. 13, 1 ἕως 17, 26.
  21. Βλ. Τριῴδιον, ὅπ.π., σσ. 892-894.
  22. Ὄρθρος Μεγάλης Πέμπτης, Κοσμα Μελωδου, Κανών, ᾠδὴ θ´, ὁ εἱρμός. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 883.
  23. Πρβλ. Ἰωάν. 14, 18.
  24. Ὄρθρος Μεγάλης Παρασκευῆς, Μηνολόγιον. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 910.
  25. Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Παθῶν, τροπάριον α´ τοῦ ΙΕ´ Ἀντιφώνου. Τριῴδιον, ὅπ.π., σ. 905.
  26. Πρβλ. Δευτ. 28, 66.
  27. Βλ. προηγηθεῖσα ὑποσημείωση 119.
  28. Πρβλ. Α´ Κορ. 15, 14 καὶ 17.
  29. Πληθωρικὲς ἀναλύσεις, γιὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα, βλ. Ι. Μ. Φουντουλη, ΛΛ, σσ. 11-94. Του Ιδιου, ΛΘ, τ. Β´, σσ. 9-22, 25-38, 55-70, 73-92. Του Ιδιου, ΛΘ, τ. Δ´, σσ. 75-89, 93-110. Του Ιδιου, ΤΘ, τ. Α´, σσ. 49-87. τ. Β´, σσ. 40-44, 145-160. π. Αlexander Schmemann, Μεγάλη Σαρακοστή. Πορεία πρὸς τὸ Πάσχα (μτφρ. Ἑλένη Γκανούρη) [Σειρά: Ὀρθόδοξη Μαρτυρία – ἀρ. 6], ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 92005 (ἐκδ. Πορφύρα, Ἀθήνα 2015). Του Ιδιου, Μικρὸ ὁδοιπορικὸ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2001. Πρωτοπρ. Αλκιβιαδη Κ. Καλυβα, Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα στὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἐκκλησία (μτφρ. Δήμητρας Α. Κούκουρα), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999. Π. Β. Πασχου, Ὁ γλυκασμὸς τῶν ἀγγέλων, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 21983, σσ. 105-214. Του Ιδιου, Ἔρως Ὀρθοδοξίας, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1978, σσ. 111-222. Συλλογικοσ Τομοσ, Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση [Σειρά: «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, ἀρ. 10], ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 21984. π. Φιλοθεου Φαρου, Πρὶν καὶ μετὰ τὸ Πάσχα [Σειρά: Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, ἀρ. 41], ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1992. Μητροπ. Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιηλ, Ἡ Ψυχωφελής. Σχόλια σὲ θέματα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἔκδ. Ἱ. Μ. Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ, Καισαριανὴ 2006 [Σειρά: «Ἀναβαθμοί»: ἀριθμ. 1]. Ἀρχιμ. Συμεων Βενετσιανου, Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἡ ψυχωφελής, Πειραιᾶς 2002. Π. Σκαλτση, «Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα», Τὸ Χριστιανικὸν Ἑορτολόγιον [Σειρὰ Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη 5], Πρακτικὰ Η´ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Βόλος, 18-20 Σεπτεμβρίου 2006, ἔκδ. τοῦ Κλάδου Ἐκδόσεων τῆς Ἐπικοινωνιακῆς καὶ Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2007, σσ. 99-125. Αθ. Σ. Φραγκοπουλου, «Τὸ Πάσχα ἡμῶν». Ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Ἑβδομάδα, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1973. Του Ιδιου, Ἡ πύλη τῆς μετανοίας. Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατανυκτικώτατον Τριῴδιον, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1988. Του Ιδιου, Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν. Ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1972 R. Cantalamessa, La Pasqua nella Chiesa antica, Società Editrice Internazionale, Torino 1978, ὅπου πλούσια ταμίευση σχετικῶν μὲ τὸ Πάσχα πατερικῶν κειμένων τῶν πρώτων αἰώνων.

Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Σκρέττας

Ο Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Σκρέττας, είναι καθηγητής Λειτουργικής, στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ

Ετικέτες: