Σειρά επαφών με την πολιτειακή ηγεσία του Λουξεμβούργου πραγματοποίησε τη Δευτέρα ο Μητροπολίτης Βελγίου και Έξαρχος Κάτω Χωρών Αθηναγόρας, θέτοντας επί τάπητος τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η αναπτυσσόμενη ορθόδοξη κοινότητα της χώρας.
Ο ιεράρχης συναντήθηκε διαδοχικά με τον πρωθυπουργό Λουκ Φρίντεν και τον πρόεδρο της Βουλής Κλοντ Βίζελερ, ζητώντας την επικαιροποίηση του πλαισίου συνεργασίας ανάμεσα στην Εκκλησία και το κράτος.
Συνοδευόμενος από τον πρωτοπρεσβύτερο Παναγιώτη Μοσχονά και τον αρχιδιάκονο Παντελεήμονα Μπακάλη, ο κ. Αθηναγόρας ανέλυσε τις σύγχρονες προκλήσεις που προκύπτουν από την αύξηση του ορθόδοξου πληθυσμού.
Παρά τη σύμβαση που υπογράφηκε το 2015, το ισχύον νομικό πλαίσιο αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες των νέων ενοριών που ιδρύθηκαν πρόσφατα για τους πιστούς ουκρανικής και βουλγαρικής καταγωγής, ενώ δεν προβλέπει πόρους ούτε για την αντικατάσταση των κληρικών στις ήδη αναγνωρισμένες κοινότητες.
Το ζήτημα της ανεπαρκούς χρηματοδότησης τέθηκε αναλυτικά και στον αναπληρωτή γενικό γραμματέα της κυβέρνησης για θρησκευτικές υποθέσεις, Νταβίντ Ντελ Νιν.
Παράλληλα, η ορθόδοξη αντιπροσωπεία κατέθεσε πρόταση για τη θεσμοθέτηση ποιμαντικής διακονίας στις φυλακές του Λουξεμβούργου, προκειμένου να καλυφθούν οι πνευματικές ανάγκες των κρατουμένων που ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η παρουσία της Ορθοδοξίας στο Μεγάλο Δουκάτο καταγράφει σταθερή άνοδο από τα μέσα του 20ού αιώνα.
Σήμερα, βάσει της σύμβασης του 2015, το κράτος αναγνωρίζει επισήμως τέσσερις ενορίες (ελληνόφωνη, ρωσόφωνη, σερβόφωνη και ρουμανόφωνη), με τον Μητροπολίτη Βελγίου να αποτελεί τον επίσημο εκπρόσωπο της Εκκλησίας έναντι των κρατικών αρχών.
Οι επαφές ολοκληρώθηκαν σε θετικό κλίμα, περιλαμβάνοντας και ξενάγηση της αντιπροσωπείας στην αίθουσα ολομέλειας του κοινοβουλίου.



