Σε ποινές κάθειρξης δώδεκα και πλέον ετών καταδικάστηκαν από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ένας πρώην αρχιμανδρίτης και ο συνεργός του, για την πολύκροτη υπόθεση απάτης σε βάρος πιστών.
Οι δύο κληρικοί, οι οποίοι έχουν ήδη απομακρυνθεί από τα καθήκοντά τους, αποκόμισαν ποσό που ξεπερνά το ενάμισι εκατομμύριο ευρώ, πείθοντας τα θύματά τους ότι τα χρήματα προορίζονταν για την εξασφάλιση της εκλογής του πρώτου στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Το δικαστήριο επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και έξι μηνών, καθώς και χρηματικό πρόστιμο είκοσι χιλιάδων ευρώ στον καθένα, κρίνοντάς τους ένοχους χωρίς ελαφρυντικά για απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύσταση συμμορίας και πλαστογραφία.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η δράση τους τοποθετείται χρονικά την πενταετία από το 2018 έως το 2023, με επίκεντρο τον ιερό ναό Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Οι καταδικασθέντες ζητούσαν δωρεές με το πρόσχημα ότι απαιτείται οικονομική ενίσχυση για παρασκηνιακές διεργασίες και αγορά πανάκριβων δώρων σε πρόσωπα επιρροής, τα οποία δήθεν θα εξασφάλιζαν την ανέλιξη του εβδομηντάχρονου στην κορυφή της τοπικής εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Για να πείσουν τους πιστούς, οι δύο άνδρες φέρονται να κατασκεύαζαν έγγραφα με πλαστές σφραγίδες ανώτατων θεσμών, συμπεριλαμβανομένων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Προεδρίας της Δημοκρατίας, του υπουργείου Οικονομικών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Τα θύματα κατέθεσαν στη δικαιοσύνη ότι οι κατηγορούμενοι υπόσχονταν την επιστροφή των χρημάτων μετά την πολυπόθητη εκλογή, προσφέροντας μάλιστα ως αντάλλαγμα κομβικές θέσεις στη διοίκηση της τοπικής Εκκλησίας.
Η απάτη άρχισε να ξετυλίγεται όταν ορισμένοι εκ των δωρητών σταμάτησαν τη χρηματοδότηση και ξεκίνησαν προσωπική έρευνα σε άλλες μητροπόλεις και στο Άγιον Όρος, διαπιστώνοντας το μέγεθος του εγκλήματος.
Ο βασικός κατηγορούμενος δεν παρέστη στην ακροαματική διαδικασία, αποστέλλοντας επιστολή από το κατάστημα κράτησης όπου παραμένει έγκλειστος.
Αντίθετα, ο εξηντατριάχρονος συνεργός του βρέθηκε στο εδώλιο, υποστηρίζοντας στην απολογία του ότι λειτουργούσε αποκλειστικά ως ταμίας, εκτελώντας εντολές λόγω της πνευματικής εξάρτησης και της ευγνωμοσύνης που έτρεφε προς τον πρώην αρχιμανδρίτη.
Ισχυρίστηκε πως είχε λάβει τη διαβεβαίωση ότι θα αναλάμβανε τη θέση του πρωτοσύγκελλου, αγνοώντας την παράνομη διάσταση της συγκέντρωσης των χρημάτων.
Το δικαστήριο διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για τον εξηντατριάχρονο, επιβάλλοντας περιοριστικούς όρους λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, ενώ με την ίδια απόφαση αθώωσε δύο ακόμη πρόσωπα που φέρονταν να εμπλέκονται στην υπόθεση.



