Σάββατο 13 Απριλίου 2024 | 12:47

Ιστορικολειτουργική προσέγγιση της Α΄ Κυριακής των Νηστειών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Γραφείο Ρεπορτάζ
Γραφείο Ρεπορτάζhttp://www.orthodoxia.info
Κείμενα από την συντακτική ομάδα του orthodoxia.info.

Του ιδίου συγγραφέα:

Η πρώτη Κυριακή των νηστειών είναι η επονομαζομένη σήμερα Κυριακή της Ορθοδοξίας. Όπως θα εξεταστεί λεπτομερώς στην συνέχεια, το παλαιό (εορτή των Προφητών) και το νέο (εορτή της Ορθοδοξίας) θέμα συνυπάρχουν στις ακολουθίες της ημέρας, αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, επιτελώντας το καθένα ξεχωριστά τον ρόλο του. 

Κατά την προλογική τυπική διάταξη της ημέρας στο Τυπικό του Μεγάλου Μετεώρου (του έτους 1580), σημειώνεται ότι: «μνείαν ἐπιτελοῦμεν τῶν ἁγίων προφητῶν, Μωϋσέως, Ἀαρὼν καὶ τῶν λοιπῶν Προφητῶν, καὶ τῆς τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἀναστηλώσεως»[1]. Γίνεται εμφανής από το μεγαλομετεωρίτικο Τυπικό η διπλή εορτολογική θεματολογία της ημέρας, με το παλαιό θέμα να επιβιώνει μέχρι τουλάχιστον και τα τέλη του 16ου αι., προτασσόμενο μάλιστα στην σχετική αναφορά.

1.1. Παλαιά θεματολογία της Κυριακής

Όπως έχει ήδη αναλυθεί εκτενώς σε άλλη στιγμή, οι Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής παρουσιάζουν πέραν του ενός θέματα. Συνήθως υπήρχε κάποιο παλαιότερο, από την ιεροσολυμιτική παράδοση, το οποίο με την πάροδο του χρόνου επικαλυπτόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από κάποιο νεώτερο. Έτσι, διαμορφώθηκε το νέο εορτολογικό θέμα κάθε Κυριακής, και μέσα από διάφορες τροποποιήσεις μας παραδόθηκε στην σημερινή μορφή.

Αρχικά, σύμφωνα με το Γεωργιανό Λεξιονάριο της ιεροσολυμιτικής παράδοσης (στο οποίο δεν γίνεται αναφορά σε κάποιο εορτολογικό θέμα, αλλά παρουσιάζονται κυρίως οι περικοπές που αναγινώσκονταν κατά τις ακολουθίες της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων κατά τον 7ο αι.) κατά την Κυριακή που εξετάζουμε, τα καινοδιαθηκικά αναγνώσματα της ημέρας ήταν διαφορετικά από την σημερινή λειτουργική πρακτική. Πιο συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν αποσπάσματα από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Απ. Παύλου (Ρωμ. 11, 1-5)[2] και από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (Λκ. 15, 1-10)[3]. Το μεν πρώτο ανάγνωσμα αφορά στο γεγονός της μη απώθησης και λησμόνησης του λαού από τον Θεό, ενώ το ευαγγελικό αναφέρεται στις παραβολές του απολωλότος προβάτου αλλά και της απολομένης δραχμής, που δείχνουν την πρόνοια του Θεού – Πατέρα για την επιστροφή και σωτηρία του ανθρώπου, αλλά και την χαρά του Ουρανού στην μεταστροφή του αμαρτωλού. Επομένως, επρόκειτο για αναγνώσματα απόλυτα λογικά με την έναρξη της περιόδου της Τεσσαρακοστής, μίας περιόδου μετανοίας και προετοιμασίας για το άγιο Πάσχα.

O D. Galadza διακρίνει άμεση σχέση ανάμεσα στα δύο αναγνώσματα της ημέρας. Όπως υποστηρίζει, το σκηνικό ταιριάζει απόλυτα με την έναρξη της Μ. Τεσσαρακοστής[4]. Ο Θεός πράγματι, σύμφωνα με τον Απ. Παύλο, «μὴ ἀπώσατο τὸν λαὸν αὐτοῦ», ( Ρωμ. 11, 1)  αλλά αντίθετα, «καταλείπει τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἐρήμῳ» και όταν βρει το «ἀπολωλὸς πρόβατον», «ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους αὐτοῦ χαίρων» (Λκ. 15, 1-7).

Ένα δείγμα αυτής της λειτουργικής παράδοσης σώθηκε μέσω των εκτενών δεήσεων που κατέγραψαν οι Χριστιανοί της Γεωργίας, με βάση την ιεροσολυμιτική τυπική διάταξη, όπως εκφραζόταν στο β΄ μισό του 6ου αι.[5]. Οι αναφορές που κάνουν, κυρίως στην παραβολή του απολωλότος προβάτου, είναι ξεκάθαρες και επηρεασμένες και από την καταγραφή του Λουκά (15, 1-10) και του Ιωάννου (10, 12-15). Ορισμένες είναι και οι εξής[6]:  (α) «Ὁ θελήματι Πατρὸς ἐξ ουρανοῦ καταβὰς ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός, δεόμεθά σου, Κύριε∙ ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον». (β)  «Ποιμήν, εὐεργέτα, ὁ τὴν ψυχήν σου τιθεὶς ὑπὲρ τῶν σῶν προβάτων, δεόμεθά σου, Κύριε∙ ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον». (γ) «Ὁ τοὺς ἀπολωλότας ὡς ποιμὴν ἀληθινὸς ζητῶν ἐπιστρέψαι εἰς τὴν ποίμνην σου, δεόμεθά σου, Κύριε∙ ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον». 

Στην περίπτωση της πρώτης Κυριακής, σύμφωνα με το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας (δηλ. της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως)[7], η ημέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στους Προφήτες και Δικαίους, οι οποίοι υπήρξαν όργανα της εκπλήρωσης του θεϊκού σχεδίου της σωτηρίας του ανθρώπου, και μάλλον ειδικότερα στους Μωυσή, Ααρών και Σαμουήλ. Στις ημέρες μας, η εορτή αυτή παραγκωνίστηκε και μεταφέρθηκε την Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα, αφού την επεσκίασε η Εορτή της Ορθοδοξίας[8].

Το θέμα της εορτής αυτής μάλλον εκτόπισε το παλαιότερό της (περί του απολωλότος προβάτου), ίσως λόγω και της σπουδαιότητας των τιμωμένων προσώπων. Η θέσπιση της εορτής των Προφητών ορίζεται τουλάχιστον στην εποχή του Αγίου Γερμανού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (740 μ.Χ.), αφού το όνομά του μνημονεύεται σε έναν Κανόνα αφιερωμένο στους Προφήτες[9].Η αιτία της μεταστροφής της Κωνσταντινουπόλεως στο συγκεκριμένο εορτολογικό θέμα έχει πολλαπλές, κατά τον Μακάριο Σιμωνοπετρίτη[10], ο οποίος διακρίνει μεγάλη συμβατότητα σε σχέση με την περίοδο των νηστειών και την προβαπτισματική της σημασία. Κατά μία εκδοχή,  η μετάβαση στο νέο θέμα βασίζεται στο γεγονός της τιμής διαφόρων βιβλικών προσώπων κατά τις εβδομάδες της Τεσσαρακοστής, σύμφωνα και με το Κοντακάριο αρ. 213 της Πάτμου (11ος αι.), ώστε να σχετίζονται και με την ανάγνωση του βιβλίου της Γενέσεως που αναφέρεται στα βιβλικά αυτά πρόσωπα και διαβάζεται κατά την περίοδο αυτή.

Μέσα από το αρχαίο αυτό Κοντακάριο έχουμε την ευκαιρία να δούμε την αρχαιότερη λειτουργική και θεματολογική παράδοση, κατά την οποία, με χρονολογική σειρά, αποδιδόταν τιμή στους Πατριάρχες της Παλαιάς Διαθήκης, αρχής γενομένης από τον Αδάμ (Κυριακή της Τυρινής) μέχρι και τον Ιωσήφ, τον υιό Ιακώβ (Μ. Δευτέρα)[11].Ο I. Karabinov[12], αντίθετα, αιτιολογεί την θέσπιση της εορτής των Προφητών κατά την Α΄ Κυριακή των νηστειών, στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας, στο οποίο γίνεται αναφορά στα πρόσωπα των Προφητών (βλ. παρακάτω). Διαβλέπει ο συγκεκριμένος μελετητής σύνδεση του ευαγγελικού αναγνώσματος με μία αρχαιότερη πρακτική κατά την οποία το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο είχε θέση στην Μ. Τεσσαρακοστή και όχι στο Πεντηκοστάριο.Παραπλήσια θέση με τον ιερομ. Μακάριο έχει και ο Αλ. Σμέμαν[13], μέσω του οποίου μπορεί εύκολα κάποιος να αντιληφθεί πως η περίοδος της Τεσσαρακοστής είναι και περίοδος κατήχησης για όσους προετοιμάζονται να δεχθούν το Άγιο Βάπτισμα την ημέρα της Αναστάσεως. Η διδασκαλία των βιβλικών κειμένων και η τιμή των προσώπων που τα περιβάλλουν ήταν ο καλύτερος τρόπος εκκίνησης της κατηχητικής περιόδου, η οποία για τον Κατηχούμενο ομοιάζει με τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης που ανέμεναν την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού Πατέρα.

Κατά τον Ι. Φουντούλη[14], η παλαιά αυτή εορτή των Προφητών ως προς το περιεχόμενο σχετίζεται άρρηκτα και με το θέμα της προηγούμενης Κυριακής της Τυρινής. Κατ’ εκείνη, υπογραμμίζεται το γεγονός της έξωσης του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο, οπότε υπάρχει μία σχέση ανάμεσα στην πτώση των Πρωτοπλάστων με την μετέπειτα εμφάνιση των Προφητών και των Δικαίων, ως συνδετικός κρίκος για την εκπλήρωση του σωτηριολογικού σχεδίου, μιας και οι τελευταίοι «ἡτοίμασαν τὴν Κυρίου»[15].Το Τυπικό της Μ. Εκκλησίας[16] διασώζει τρία τροπάρια αναφερόμενα αποκλειστικά στην εορτή των Προφητών, χωρίς να γίνεται ακόμα κάποια αναφορά στην νέα εορτή της Ορθοδοξίας:

«Ἡ σεπτὴ τῶν προφητῶν πανήγυρις οὐρανὸν τὴν ἐκκλησίαν ἀνέδειξεν, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συγχορεύουσιν ἄγγελοι. Ταῖς αὐτῶν πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, τὴν ζωὴν ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ κυβέρνησον, ἵνα ψάλλωμέν σοι· Ἀλληλούια».

«Καὶ ἐν πυρὶ παραδειχθεὶς καὶ ἐν σαρκὶ φανερωθεὶς τὸ Μωσέως ἐδόξασας πρόσωπον, ταῖς ἐν νόμῳ ἱερατείαις τὸν Ἀαρὼν κατεκόσμησας, τύπον τῆς καινῆς ἀνέδειξας χάριτος. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, δώρησαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».

«Καὶ ὁ χορὸς τῶν προφητῶν, μετὰ Μωσέως καὶ Ἀαρών, εὐφροσύνῃ εὐφραίνεται σήμερον, ὅτι πέρας ταῖς προφητείαις ἐπαγαγών, λάμπει ὁ Σταυρὸς ἐν ᾧ ἡμᾶς ἔσωσας. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Στο Τυπικό της μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ευεργέτιδος κατά το χφ. αρ. 788 της ΕΒΕ (12ος αι.)[17] γίνεται αναφορά στην ημέρα μόνο ως «Κυριακὴ πρώτη τῶν νηστειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας». Παρατηρούμε, έτσι, την άμεση επικράτηση του νέου θέματος, το οποίο εξοβελίζει το παλαιό. Παρά ταύτα, στις τυπικές διατάξεις της ημέρας του συγκεκριμένου τυπικού έχουν παραμείνει στοιχεία της εορτής των Προφητών. Πρόκειται για στιχηρά προσόμοια (διαφορετικά από τα σημερινά) και ιδιόμελο των Αποστίχων του Εσπερινού, Κάθισμα του Όρθρου το ως άνω προαναφερθέν «Καὶ ὁ χορὸς τῶν Προφητῶν», καθώς και Κανόνας σε ήχο πλ. α΄.

Αρκετούς αιώνες αργότερα (16ος αι.), στο μοναστήρι του Μεγάλου Μετεώρου επιβιώνει αυτή η παράδοση, με τα δείγματα να είναι αρκετά. Στην διάταξη του Τυπικού της μονής[18], ορίζονται, συν τοις άλλοις, προσόμοιο μεσώδιο και των Αίνων, αφιερωμένα στην μνήμη των Αγίων Προφητών. Κατά το χφ. Τριώδιο της μονής αρ. 149 (μέσα 16ου αι.), είναι τα ακόλουθα:

Κάθισμα, ἦχος α΄. Χορὸς ἀγγελικός.

«Μορφὰς τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων τὰ εἴδη, Μαρτύρων ἱερῶν, καὶ Ἁγίων ἁπάντων, εἰκόνας καὶ μορφώματα, ἱερῶς ὡραΐζεται, τοῦ Νυμφίου δέ, τοῦ νοητοῦ καὶ τῆς Νύμφης, ἀγλαΐζεται, ταῖς νοεραῖς ἀγλαΐαις, ἡ Μήτηρ ἡ ἄνω Σιών».

Εἰς τοὺς αἴνους, προσόμοιον τῶν Ἁγίων Προφητῶν, ἦχος δ΄.
Ἔδωκας σημείωσιν.

«Θρόνῳ παριστάμενοι, Θεοῦ Προφῆται θεσπέσιοι, καὶ χαρᾶς ἀξιούμενοι, καὶ δόξαν θεώμενοι, καὶ τρυφῆς ἐνθέου, ἀπολελευκότες και χαρμονῆς πνευματικῆς, καὶ εὐφροσύνης ἀναπιμπλάμενοι, τοὺς πίστει τὰ μνημόσυνα, ἐπιτελοῦντας ὑμῶν εὐσεβῶς, πειρασμῶν ἐκλυτρώσασθαι, καὶ παθῶν τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Παρατηρούμε ότι το εορτολογικό θέμα της εορτής των Προφητών είναι ισχυρό και επιβιώνει είτε αυτόνομο (στο προσόμοιο των Αίνων), είτε σε συνάρτηση με την νέα εορτή (στο Κάθισμα). Στην θεία Λειτουργία, κατά το χφ. αυτό του Τριωδίου, ψάλλεται διπλό Κοινωνικό, το της Κυριακής «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον» αλλά και εξαιτίας της εορτής των Αγίων το «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον». Το Τυπικό από την άλλη ορίζει ως Κοινωνικό δεύτερο το «Ἀγαλλιάσθε δίκαιοι».

Στο Τυπικό του Μετεώρου[19], επιπλέον των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, γίνεται σημαντική αναφορά στην εορτή των Προφητών κατά την ακολουθία του Αποδείπνου. Το γεγονός αυτό είναι αρκετά συχνό στις ημέρες κατά τις οποίες εορτή ενός Αγίου καταλιμπάνεται στην ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου, αλλά μεταφέρεται ένα μέρος της (συνήθως ο Κανόνας), το οποίο χρησιμοποιείται κατά το Απόδειπνο. Έτσι λοιπόν, κατά το προαναφερθέν Τυπικό, «Ψάλλομεν δὲ τῆ αὐτῇ Κυριακῇ ἑσπέρας ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις κανόνα τῶν Προφητῶν, ἦχος Πλάγιος Α΄, (πρὸς τὸ) Ἵππον καὶ ἀναβάτην, ποίημα τοῦ κυροῦ Θεοφάνους». Εν συνεχεία, προσθέτει το Κάθισμα «Καὶ ὁ χορὸς τῶν Προφητῶν»[20], αλλά και στο τέλος του Κανόνα, Στιχηρά προσόμοια. Σύμφωνα με έρευνα στο χφ. Τριώδιο αρ. 126 (περ. 1600) της συγκεκριμένης μονής, τα προσόμοια που αφιερώνονται στους Προφήτες είναι τα εξής:

Στιχηρὰ προσόμοια, ἦχος α΄. Πανεύφημοι μάρτυρες.

«Προφῆται πανένδοξοι, ἡμεῖς βασιλεῖς ἠλέγξατε, λαῶν τε θράσει ἀντέστητε, Θεὸν κηρύττοντες, ἐν Τριάδι ἕνα, καὶ θερμῶς ἐλαύνοντες τὴν πλάνην ἀπὸ γῆς, τὴν πολύθεον∙ καὶ νῦν πρεσβεύσατε δωρηθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, τὴν εἰρήνην καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

«Προφῆται πανένδοξοι, ἡμεῖς εὐσεβῶς πλανώμενοι, ἐν ἐρημίαις καὶ ὄρεσιν καὶ κακουχούμενοι ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ὡς Θεοῦ θεράποντες Θεῷ ἐν οὐρανοῖς συναυλίζεσθε, καὶ νῦν πρεσβεύσατε, δωρηθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, τὴν εἰρήνην καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

«Προφῆται πανένδοξοι, ἡμεῖς καρτερῶς πριζόμενοι βολαῖς τε λίθων βαλλόμενοι, καὶ θανατούμενοι, ἐν μαχαίρᾳ φόνῳ εὐσεβείας ἕνεκα, λαμπροὶ διὰ τῶν ἄθλων γεγόνατε, Χριστῷ πρεσβεύσατε, δωρηθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, τὴν εἰρήνην καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

Ο Κανόνας του ήχου πλαγίου α΄ φέρει ακροστιχίδα Χορὸς κροτείσθω τῶν Προφητῶν εὐστόχως, και είναι ποίημα του Θεοφάνους του Γραπτού. Πιθανόν πρόκειται για το ίδιο κείμενο με τον Κανόνα που ορίζεται στο Τυπικό της Μονής Ευεργέτιδος να ψάλλεται κατά την ακολουθία του Όρθρου[21] [22].

Αν και κάποιος θα ανέμενε ίσως ότι το παλαιό θέμα θα έφθινε με το πέρασμα του χρόνου, εντούτοις, αυτό διατηρείται αρκετά ισχυρό στην σύγχρονη λειτουργική πράξη και το εν χρήσει βιβλίο του Τριωδίου. Παρατηρούμε σήμερα ότι η εορτή των Προφητών δεν έχει αντικατασταθεί πλήρως, αφού υπάρχουν ακόμα ψήγματα της αρχικής ακολουθίας, τα οποία μαρτυρούν για την ύπαρξή της. Πρόκειται για ορισμένα τροπάρια στις ακολουθίες του Εσπερινού και του Όρθρου της Κυριακής (υπάρχοντα ήδη στο Τυπικό της μονής Ευεργέτιδος), καθώς και για τα αναγνώσματα της Θείας Λειτουργίας (καθιερωμένα από το Τυπικό της Μ. Εκκλησίας).

Πιάνοντας το νήμα από την αρχή, ήδη από την προηγούμενη ημέρα (Σάββατο της Α΄ εβδομάδος των νηστειών) εκδηλώνεται μία διάθεση προετοιμασίας για την επερχόμενη εορτή, μέσω του (ενός εκ των δύο που προτείνονται στο Τριώδιο) αποστολικού αναγνώσματος (Ἑβρ. 1, 1-12) [23], στο οποίο σημειώνεται η πολυμέρεια και η πολυτροπικότητα μέσω των οποίων ο Θεός επεχείρησε να προετοιμάσει τον λαό του με τους απεσταλμένους του Προφήτες.

Στον Εσπερινό του Σαββάτου, το θέμα της εορτής των Προφητών παρουσιάζεται με μεγαλοπρέπεια και, ίσως θα τολμούσε κανείς να πει, με προτεραιότητα, αφού τα δύο πρώτα Στιχηρά προσόμοια των Κεκραγαρίων αφιερώνονται στην παλαιά εορτή. Σε αυτά γίνεται λόγος για την πνευματέμφορο προηγόρευση της Ενσάρκωσης του Θεού Λόγου και την «ἀτελεύτητον ζωήν», την οποία καρπώθηκαν οι δίκαιοι αυτοί άνθρωποι, οι οποίοι υπηρέτησαν και λάτρευσαν τον Κύριο και μιμήθηκαν το Πάθος του[24]. Μάλιστα, στην ακολουθία της Λιτής περιλαμβάνεται μόνο το Δοξαστικό ιδιόμελο των Προφητών[25], το οποίο έμμεσα ενέχει μηνύματα και για την νεώτερη εορτή στην φράση: «οἱ τὸν νόμον Κυρίου καλῶς διαταξάμενοι καὶ τῇ πίστει φανέντες ἀπόρθητοι στῦλοι ἀκλινεῖς», όπως και οι Πατέρες της Εκκλησίας και όσοι πέτυχαν την αναστήλωση των Εικόνων και, ως εκ τούτου, της Ορθόδοξης Πίστης.

Στον Όρθρο της ίδιας λειτουργικής ημέρας, στο Δοξαστικό ιδιόμελο των Αίνων γίνεται και πάλι αναφορά στους δίκαιους χαρακτήρες της Παλαιάς Διαθήκης, συνδυαστικά με την θεματική ενότητα της νηστείας και της εγκράτειας που ούτως η άλλως διατρέχει την όλη περίοδο[26]. Ειδικότερα, τονίζεται ο πνευματικά ευεργετικός ρόλος της νηστείας, χάρις στην οποία ο Μωυσής έλαβε τον Νόμο, ο Ηλίας κατόρθωσε να πετύχει την ξηρασία για τον έλεγχο των δυσσεβούντων και οι Τρείς Παίδες νίκησαν τον Βασιλέα Ναβουχοδονόσορα. Μέσω αυτής, λοιπόν, ο ποιητής ζητά την αξίωση να ζήσουν οι πιστοί και την Ανάσταση του Κυρίου στο τέλος της μακράς αυτής περιόδου.

Επιπρόσθετα, σαφείς είναι και οι αναφορές στα αναγνώσματα της θείας Λειτουργίας, καθώς και στο προκείμενο και το αλληλουιάριο. Στην περίπτωση του αποστολικού αναγνώσματος[27] επιλέγεται ένα απόσπασμα από την προς Εβραίους Επιστολή (Ἑβρ. 11, 24-26 & 32-40), με αναφορά σε ιερές μορφές της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκειται για μία ξεκάθαρη προσπάθεια του Αποστόλου Παύλου να πείσει τους ομογενείς του μέσα από τα παραδείγματα των προγόνων τους, οι οποίοι δίχως άλλο υπήρξαν υπηρέτες της θείας Βουλής. Ομοίως, και το προκείμενο του αναγνώσματος «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν» καθώς και ο στίχος του «ὅτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐποίησας ἡμῖν» σχετίζονται άμεσα με την Εορτή των Προφητών και όσων ευηρέστησαν τον Κύριο.

Στο αλληλουιάριο (που προηγείται του ευαγγελικού αναγνώσματος) τονίζεται έξοχα η ιερατική ιδιότητα των Μωυσέως και Ααρών, αλλά και η πίστη του Κριτή Σαμουήλ που επεκαλείτο το όνομα του Θεού («Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τοῖς ἱερεῦσιν αὐτοῦ καὶ Σαμουὴλ ἐν τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ»). Εν συνεχεία, η ανάγνωση του Ευαγγελίου από τον Ιωάννη (Ἰω. 1, 44-52) έρχεται ως επιβεβαίωση των αγώνων που αναφέρθηκαν στο αποστολικό ανάγνωσμα, καθώς η συγκρότηση του αποστολικού κύκλου προϋποθέτει την αποδοχή της είδησης που μεταφέρει ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ, ότι «ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ». Μέσω του αναγνώσματος αυτού παρουσιάζεται η εκπλήρωση των αγώνων και των προρρήσεων των Προφητών στο πρόσωπο του Χριστού[28].

Οι αναφορές προς τους Προφήτες και η σημαντικότητα που είχε, αρχικά, αυτή η εορτή επιβεβαιώνονται και από τα τροπάρια των καθημερινών της εβδομάδας που έπεται (δηλ. κατά την Β΄ εβδομάδα των νηστειών). Όπως έχει σημειωθεί σε άλλο σημείο, το παλαιό θέμα, ακόμα και αν εκτοπίζεται ολικά από την ημέρα της Κυριακής, παραμένει ωστόσο ισχυρό κατά τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδος. Ένα από τα αρκετά παραδείγματα είναι το ιδιόμελο των αποστίχων των Αίνων της Δευτέρας της Β΄ εβδομάδος: «Θαυμαστὸν ὅπλον, ἡ προσευχὴ καὶ νηστεία, αὕτη τὸν Μωσέα, νομογράφον ἔδειξε, καὶ Ἠλίαν ἐν θυσίαις ζηλωτήν, ταύτῃ προσκαρτερήσαντες πιστοί, τῷ Σωτῆρι βοήσωμεν· Σοὶ μόνῳ ἡμάρτομεν, ἐλέησον ἡμᾶς»[29], που αντλεί από την ίδια «δεξαμενή» την θεματολογία του, όπως και το δοξαστικό των Αίνων της Κυριακής.

Μέσω, λοιπόν, των λειτουργικών ψηγμάτων της εορτής των Προφητών και σε συνδυασμό με τα επάλληλα στρώματα των μετέπειτα αιώνων διαμορφώθηκε η νέα λειτουργική τάξη. Αξίζει όμως να μελετήσει κανείς και τα όσα μετέτρεψαν το παλαιό αυτό εορτολογικό θέμα στην νέα, εξίσου σημαντική εορτή.

1.2. Εορτή της Ορθοδοξίας – Η αναστήλωση των Εικόνων

Η νέα εορτή προέκυψε, σαφώς, μετά την λήξη του ιστορικού γεγονότος της Εικονομαχίας και την Αναστήλωση των ιερών Εικόνων από την αγία Αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Πόσο σημαντικό, όμως, υπήρξε το συγκεκριμένο γεγονός για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την ορθόδοξη πίστη, ώστε να αλλάξει ολόκληρο το λειτουργικό μέχρι τότε καθεστώς;

1.2.1. Ιστορικό πλαίσιο. Η εικονομαχική έριδα

Αρχικά θα πρέπει να επισημανθεί το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κλυδωνίστηκε για περίπου εκατόν είκοσι έτη. Η κρίση αυτή, η οποία είναι γνωστή υπό τον όρο εικονομαχία, ανάγεται στην βασιλεία του Βαρδάνη (711-713), ο οποίος θεωρείται ως προάγγελος της διαμάχης σχετικά με τις Εικόνες[30]. Η αρμενική καταγωγή του τον έκανε υπέρμαχο του μονοθελητισμού, απορρίπτοντας τις αποφάσεις της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου και διατάσσοντας την καταστροφή μίας παραστάσεως που την απεικόνιζε. Με αυτόν τον τρόπο, εγκαινιάστηκε μία περίοδος κατά την οποία εμφανίστηκαν στο Βυζάντιο μονοφυσιτικές τάσεις και εικονοκλαστικές ομάδες.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, κυριαρχεί η δυναστεία των Ισαύρων, με πιθανότερη καταγωγή τους την Ανατολή, και συγκεκριμένα την Συρία[31]. Οι Αυτοκράτορες της δυναστείας αυτής έχουν πλήρη εξοικείωση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της Ανατολής, μεταφέροντας τις ιδεολογίες της στην Πρωτεύουσα[32].  Η περίοδος αυτοκρατορίας του Λέοντος Γ΄ (717-741) είναι μία περίοδος μεταρρυθμίσεων σε θέματα ιδιαίτερα διοικητικής, οικονομικής και νομικής φύσεως[33]. Το βασικότερο όμως χαρακτηριστικό που εγκαινιάζεται με την δυναστεία των Ισαύρων, και αφορά στην παρούσα εργασία μας, είναι η στάση του Λέοντος Γ΄ εναντίον των Εικόνων.

Η στάση του αυτή ερχόταν σε αντίθεση με την ιδιαίτερα συμβολική σημασία που είχε για τους Βυζαντινούς η τιμή των Εικόνων, ήδη από την εποχή του Ιουστινιανού του Α΄. Στην όλη διαμάχη που προέκυψε συνέδραμαν, εκτός των Ισαύρων, και εκκλησιαστικοί φορείς με εικονοκλαστικές τάσεις, αλλά και η έντονη παρουσία αυτών των θεωριών στις ανατολικές επαρχίες, όπου υπήρχαν σημαντικά ποσοστά οπαδών του μονοφυσιτισμού[34]

Το πρώτο εικονομαχικό διάταγμα εκδόθηκε από τον Λέοντα Γ΄ το 730, αν και υπήρχαν και άλλες δράσεις νωρίτερα (725 ή 726), που έβαζε στο στόχαστρο τις Εικόνες και επέτρεπε κινητοποιήσεις εναντίον των Εικονόφιλων. Το συγκεκριμένο διάταγμα (το οποίο «απαντήθηκε» από τρεις λόγους του Ιωάννου Δαμασκηνού) φέρει την υπογραφή της επίσημης Εκκλησίας, και συγκεκριμένα του άρτι ενθρονισθέντος Πατριάρχου Αναστασίου, μετά την απομάκρυνση του Εικονόφιλου Πατριάρχου Γερμανού. Με αυτόν τον τρόπο, η εικονομαχική διδασκαλία περιβλήθηκε την κοσμική αλλά και την εκκλησιαστική νομιμότητα[35].

Οι διωγμοί εντάθηκαν κατά τα χρόνια του Κωνσταντίνου Ε΄ (Κοπρωνύμου) κατά τα οποία εφαρμόστηκαν σκληρά μέτρα και ποινές εναντίον των εικονοφίλων. Με την Σύνοδο της Ιέρειας το 754, γίνεται σαφές ότι η οποιαδήποτε απόδοση τιμής στις εικόνες επιφέρει την ποινή της καθαιρέσεως και του αναθεματισμού[36].

Η πρώτη χαλάρωση των εικονοκλαστικών μέτρων έρχεται από τον Λέοντα Δ΄, ως αποτέλεσμα επιρροής της συζύγου του Ειρήνης, η οποία με καταγωγή από την εικονόφιλη Αθήνα παρέμενε πιστή στην τιμή των Εικόνων[37]. Με την άνοδο στον θρόνο του ανήλικου υιού της Ειρήνης, Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780-797), η εξουσία ουσιαστικά περνά στα χέρια της Αυτοκράτειρας και γίνεται η αρχή για την αποκατάσταση των Εικόνων.

Αποφασιστικό βήμα για τις κινήσεις της εικονόφιλης Ειρήνης ήταν η εκλογή του Πατριάρχου Ταρασίου με την σύγκληση «παντὸς τοῦ λαοῦ»[38], και οι προετοιμασίες για την διεξαγωγή Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θα είχε σκοπό την αποκατάσταση των Εικόνων στην προ της εικονομαχίας κατάσταση. Η Σύνοδος συνέρχεται από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 23 Οκτωβρίου του έτους 787, στην Νίκαια της Βιθυνίας, αποτελώντας έτσι την Ζ΄ Οικουμενική και τελευταία Σύνοδο.

Η συγκεκριμένη Σύνοδος, με την συμμετοχή πλέον των τριακοσίων Επισκόπων, αποκατέστησε την τιμή των Εικόνων και των Λειψάνων των Αγίων, αποκηρύσσοντας τις αποφάσεις της Συνόδου της Ιέρειας και αναθεματίζοντας τους εικονοκλάστες. Εκτός των φανερών ευεργεσιών των αποφάσεων της Συνόδου για τους ορθοδόξους εικονοφίλους, τους όπλισε επίσης με οργάνωση και θεολογική επιστημοσύνη για την οριστική νίκη τους κατά των εικονομάχων[39].

Οι αποφάσεις της Συνόδου δεν κατόρθωσαν να επιλύσουν το ζήτημα άμεσα, αφού τα εικονοκλαστικά στοιχεία δεν είχαν απομακρυνθεί τελείως, κάτι που θα αναζωπυρώσει τις ενέργειές τους. Υπό την βασιλεία του Λέοντος Ε΄ (813-820) επέρχεται ανατροπή των αποφάσεων της Συνόδου της Νικαίας, κατά το έτος 815, με το γεγονός αυτό να παγιώνεται για τα επόμενα έτη, με αποκορύφωμα την βασιλεία του Αυτοκράτορα Θεοφίλου (829-842). Ο θάνατός του, στις 20 Ιανουαρίου 842, σήμανε και το ουσιαστικό τέλος της εικονομαχικής έριδας[40]. Σημαντική συμβολή στην τελική επικράτηση των εικονοφίλων είχε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, η οποία ανέλαβε την εξουσία μετά τον θάνατο του συζύγου της στην θέση του ανήλικου υιού της Μιχαήλ Γ΄.

Σύμφωνα με το συναξάρι του Τριωδίου[41], ενώ ο Θεόφιλος μαστιζόταν από εντερικά προβλήματα και ο θάνατός του ήταν δεδομένος, η σύζυγός του Θεοδώρα είδε σε όνειρο την Θεοτόκο να κρατά στην αγκαλιά της τον Κύριο και δύο Άγγελοι να επιπλήττουν και να τιμωρούν τον Αυτοκράτορα για την εικονομαχική του δράση. Το όνειρο συγκλόνισε την Θεοδώρα που προσευχόταν στο προσκεφάλι του για ημέρες. Ο Θεόφιλος, πριν αποβιώσει, προσκύνησε το εγκόλπιο κάποιου παρευρισκόμενου στο δωμάτιό του, κάτι που θεωρήθηκε ως ένδειξη μετάνοιας.

Μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορα, ομάδα ασκητών Πατέρων από τον Όλυμπο της Βιθυνίας πορεύθηκαν προς τον Πατριάρχη Μεθόδιο και την Θεοδώρα, για να ζητήσουν την αναστήλωση των Εικόνων και εκείνοι αμέσως δέχθηκαν με προθυμία. Η Αυτοκράτειρα ζήτησε ως ανταίτημα την δέηση υπέρ της ψυχής του Θεοφίλου. Αυτό συνέβη με τη συμμετοχή κλήρου και λαού και μεταξύ αυτών, ονομαστών πατέρων (Μέγας Ιωαννίκιος, Αρσάκιος, Ναυκράτιος, Θεοφάνης και Θεόδωρος οι Γραπτοί κ.ά.).

Η Θεοδώρα εκ νέου σε όνειρο είδε ότι ο Θεόφιλος έλαβε την άφεση αμαρτιών λόγω της βαθιάς της πίστης και της ένθερμης δέησης των Πατέρων. Με θαυμαστό τρόπο, μάλιστα, αφαιρέθηκε το όνομα του Αυτοκράτορα από την δέλτο με τα ονόματα των Εικονομάχων Αυτοκρατόρων και όταν το πληροφορήθηκε η Θεοδώρα συγκάλεσε με τη βοήθεια του Πατριάρχου τον λαό της Πόλης σε λιτανεία με Εικόνες και Σταυρούς. Η λιτανεία είχε πορεία από την Αγία Σοφία στην περιοχή του Μιλίου μετ’ επιστροφής, με σκοπό να τελεσθεί θεία Λειτουργία, κατά την τέλεση της οποίας αναγνώσθηκαν τα ονόματα των «εὐσεβούντων καὶ ὀρθῶς δοξαζόντων» αλλά και των «ἀσεβούντων, και μὴ τὴν τῶν Ἁγίων Εἰκόνων τιμὴν ἀποδεχομένων, ἀποκηρυχθέντων καὶ παραδοθέντων τῷ ἀναθέματι. Η συγκεκριμένη λιτανεία έλαβε χώρα στις 19 Φεβρουαρίου του 842, που έτυχε να είναι Α΄ Κυριακή των νηστειών.

Έναν χρόνο περίπου αργότερα, έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο της Εικονομαχίας με απόλυτη επικράτηση της Θεοδώρας και των εικονοφίλων, με την τοπική Σύνοδο του έτους 843. Κατ’ αυτήν, καταδικάστηκαν οι εικονομάχοι και επικυρώθηκαν οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Με την λήξη της Συνόδου, τελέσθηκε θεία Λειτουργία στον Ναό της Αγίας Σοφίας, την 11η Μαρτίου 843 μ. Χ., Κυριακή Α΄ των νηστειών[42]. Έκτοτε, η ανάμνηση της αναστηλώσεως των αγίων Εικόνων ορίστηκε ως ενιαύσιος πανήγυρις κατά την Α΄ Κυριακή των νηστειών εκάστου έτους, για να μην εκπέσει και πάλι η Ορθόδοξη Εκκλησία σε αυτήν την δυσσέβεια.

1.2.2. Λειτουργική διαμόρφωση της εορτής

Όπως έγινε κατανοητό με τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, ως γενέθλιος ημέρα της εορτής της Ορθοδοξίας θεωρείται η Α΄ Κυριακή των νηστειών, 11ης Μαρτίου 843. Πληροφορίες για την πρώτη θεία Λειτουργία, που έγινε μετά την λήξη της Συνόδου, μας παρέχουν διάφοροι σύγχρονοι με αυτήν συγγραφείς, ένας εκ των οποίων είναι ο ανώνυμος χρονογράφος Συνεχιστής του Θεοφάνη. Σύμφωνα με αυτόν[43]:

«Ἐφ΄ οἷς τὴν ἐκκλησίαν ἀπολαβόντες, καὶ τῷ Μεθοδίῳ ἁγιωτάτῳ τὴν τῆς ἀρχιερωσύνης ἀποδεδωκότες τιμήν, τῇ πρώτῃ τῶν ἁγίων Νηστειῶν Κυριακῇ σὺν αὐτῇ τῇ Δεσποίνῃ πάννυχον ὑμνῳδίαν ἐν τῷ κατὰ τὰς Βλαχέρνας ἱερῷ τεμένει τῆς ὑπεραγίας ἡμῶν Δεσποίνης καὶ Θεοτόκου τετελεκότες, τῇ ἕωθεν μετὰ λιτῆς τῷ μεγάλῳ τοῦ Θεοῦ Λόγου τεμένει καταλαμβάνουσι· Καὶ τὸν κόσμον αὐτῆς αὖθις ἀναλαμβάνει ἡ ἐκκλησία, τῆς ἁγίας μυσταγωγίας τελειωθείσης ἁγνῶς».

Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη, μέσω του παραπάνω αποσπάσματος, μας μεταφέρει με πολύ ζωντανό τρόπο στην ιστορική ημέρα, όταν συνέβη το γεγονός της αναστηλώσεως των ιερών Εικόνων. Διασώζει το γεγονός ότι επρόκειτο για την Α΄ Κυριακή των νηστειών και τελέσθηκαν δύο ακολουθίες με Πατριάρχη τον Μεθόδιο. Το απόγευμα η ακολουθία της Παννυχίδος στον Ναό των Βλαχερνών, ενώ το πρωί η θεία Λειτουργία στον Ναό της του Θεού Σοφίας. Από εκείνη την στιγμή επετεύχθη η αποκατάσταση της Ορθοδοξίας.

Όπως είναι φυσικό, η νέα εορτή δεν υπερίσχυσε στο σημείο που φαίνεται σήμερα εξ αρχής, αλλά υπήρξε μία περίοδος συνεορτασμού με το παλαιό θέμα και σταδιακής αναμόρφωσης. Στο Τυπικό της Μ. Εκκλησίας (9-10ος αι.)[44] αγνοείται παντελώς η θέσπισή της, ίσως και λόγω του γεγονότος της χρονικής εγγύτητας με την καθιέρωση του νέου θέματος.

Αντίθετα, στο χφ. αρ. 104 Α της Δρέσδης[45], διακρίνουμε διάταξη για την ακολουθία της Παννυχίδος που ετελείτο στον Ναό των Βλαχερνών. Μετά την απόλυση της ακολουθίας, περιγράφεται η λιτανεία με την συμμετοχή του Πατριάρχου και του Αυτοκράτορα, η οποία κατέληγε στον Ναό. Στο τέλος της όλης ακολουθίας διαβαζόταν το Συνοδικό για την αναστήλωση των ιερών Εικόνων.

Λίγους αιώνες, αργότερα, δηλαδή περί τις αρχές του 12ου αι., το Τυπικό της Μονής του Σωτήρος Χριστού στη Μεσσήνη της Ιταλίας περιγράφει την Α΄ Κυριακή των νηστειών ως[46] «τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ μνήμη τῶν ἁγίων προφητῶν Μωυσέως και Ἀαρών» στην οποία περιλαμβάνονται υμνογραφικά στοιχεία και για τις δύο εορτές. Από την άλλη, την ίδια εποχή, το Τυπικό της Μονής Ευεργέτιδος[47] στην Κωνσταντινούπολη περιγράφει την Κυριακή μόνο ως «τῆς Ὀρθοδοξίας», αλλά στις τυπικές του διατάξεις συνυπάρχουν τα των δύο εορτών με τα αναστάσιμα.

Όπως διαφαίνεται από τα δύο προαναφερθέντα Τυπικά του 12ου αι., η εορτή της Ορθοδοξίας έχει παγιωθεί και λάβει σε πολύ μεγάλο βαθμό την μορφή που συναντούμε και σήμερα στο Τριώδιο. Η νέα αυτή λειτουργική τάξη προτάσσει έντονα την εορτή της αναστηλώσεως των Εικόνων, σε σχέση με εκείνη των Προφητών.

Εν πρώτοις, η ύπαρξη της ακολουθίας του μικρού Εσπερινού[48] δηλώνει την εορταστική διάθεση του κλίματος που προβλέπει την τέλεση αγρυπνίας[49]. Επιπλέον, στον μεγάλο Εσπερινό, μετά τα αναστάσιμα στιχηρά αλλά και τα δύο προσόμοια των Προφητών έπονται άλλα δύο, όμοια προς τα προηγούμενα, προσόμοια αφιερωμένα στην εορτή της Ορθοδοξίας, αλλά και το Δοξαστικό ιδιόμελο σε ήχο β΄, συνοδευόμενο από το σχετικό δογματικό θεοτοκίο του ήχου της εβδομάδος. Ξεχωριστή και καθ΄ όλα αναγκαία είναι η αναφορά στην φράση του Δοξαστικού που επισημαίνει την προσκύνηση προς την αγία του Χριστού εικονογραφημένη μορφή, αλλά όχι την θεοποίησή της («εὐσεβῶς προσκυνουμένη, οὐ θεοποιουμένη»).

Εν συνεχεία, στην ακολουθία της Λιτής απουσιάζουν σχετικά ιδιόμελα της νέας εορτής, ενώ το Δοξαστικό αναφέρεται στην παλαιά, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Στα απόστιχα, ωστόσο, το Δοξαστικό ιδιόμελο είναι σχετικό με την Αναστήλωση των Εικόνων, με σαφείς προτροπές προς τον λαό να ασπασθεί την απεικόνιση του Κυρίου και των Αγίων. Αξίζει να αναφερθεί η επίκληση του Υμνογράφου στην αυθεντία του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος τονίζει ότι «ἡ γὰρ τιμὴ τῆς Εἰκόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει»[50].

Η ακολουθία του Όρθρου, στην οποία εμπεριέχονται ο πλήρης Κανόνας, το Κοντάκιο, τα Εξαποστειλάρια και τα στιχηρά προσόμοια των Αίνων, έχει μία διαφορετική προσέγγιση επί του θέματος. Ενώ, λοιπόν, στον Εσπερινό υπογραμμίζεται το χαρμόσυνο γεγονός και η επικράτηση της Ορθόδοξης Πίστης, στον Όρθρο, και δη στον Κανόνα, περιγράφεται και η διάθεση για επίρριψη ευθυνών σε εκείνους που με την στάση τους «πλήγωσαν» την πίστη αυτή. Σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός πως ποιητής του Κανόνα είναι ο Ομολογητής Θεοφάνης ο Γραπτός. Ο Όσιος Θεοφάνης, γνωστός και ως «ποιητής των Κανόνων», υπήρξε μία από τις ξεχωριστές προσωπικότητες της εικονομαχικής περιόδου, καθώς υπέστη σκληρά βασανιστήρια και διωγμούς, μαζί με τον αδερφό του Θεόδωρο, εξαιτίας του εικονόφιλου αγώνα τους[51]. Επομένως, ως άνθρωπος δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από τα όσα έζησε.

Πιο συγκεκριμένα και πέρα από τις αναφορές στην επικράτηση της Ορθοδοξίας, αναφέρεται στην θεϊκή συγκυρία να ανέλθει στον θρόνο ο ανήλικος Μιχαήλ υπό την επίβλεψη της Θεοδώρας («Μιχαὴλ Θεοδώρας τε τῶν εὐσεβῶς τῆς Πίστεως ἀντεχομένων Βασιλέων ἡμῶν»[52]) αλλά και στην επηρμένη οφρύ των αιρετικών η οποία κατεβλήθη από την θεϊκή δύναμη («Οὐκέτι τῶν ἀσεβῶν, αἱρετικῶν νῦν ἡ ὀφρὺς αἴρεται· ἡ γὰρ Θεοῦ δύναμις, τὴν Ὀρθοδοξίαν ἐκράτυνε»[53]).

Η τυπική διάταξη της ημέρας, κατά την σημερινή τάξη, ορίζει ως Καταβασίες τους ειρμούς του συγκεκριμένου Κανόνα. Πρόκειται για διατήρηση της αρχαιότερης συνήθειας, κατά την οποία ο ειρμός του τελευταίου Κανόνα εκάστης ωδής ψαλόταν ως Καταβασία στο τέλος της. Ωστόσο, κάποια Τυπικά του Αγίου Όρους, και πιο συγκεκριμένα των Μονών Διονυσίου, Αγίου Παύλου και Κωνσταμονίτου ορίζουν τις Καταβασίες της Θεοτόκου (Ἀνοίξω τὸ στόμα μου) για όλες τις Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, πλην της τρίτης[54]. Αντίστοιχη διάταξη υπάρχει και στο Τυπικό του Μεγάλου Μετεώρου[55], η οποία όμως ανατρέπεται από το χφ. Τριώδιο της μονής, στο οποίο ορίζονται Καταβασίες οι ειρμοί «Θαλάσσης τὸ ἐρυθραῖον».

Σημαντική, επίσης, είναι η περίπτωση του Οίκου του Κοντακίου, στην οποία ο ποιητής επιλέγει να συνυφάνει το περιεχόμενο των δύο εορτών, παλαιάς και νέας, με την αναφορά στους Προφήτες αλλά και στην αγιογράφηση της μορφής του Κυρίου, στην οποία αναγνωρίζεται το πρόσωπο του Σωτήρος. Είναι, μάλλον, δεδομένο πως ο ποιητής έχει ακόμα νωπή στο νου του την μέχρι προ ολίγου επικρατούσα εορτή της ημέρας, που αποτελεί πηγή έμπνευσης για τη σύνθεση του Κοντακίου. Παρακάτω στην ανάγνωση του Συναξαρίου (κατά την σημερινή τάξη) δεν υπάρχει μνεία στην εορτή των Προφητών, αλλά ξεκάθαρα αποτυπώνεται το περιεχόμενο της νέας εορτής και υπογραμμίζονται οι κυρίαρχες μορφές της πολιτικής και εκκλησιαστικής διοίκησης που επανέφεραν το ορθό δόγμα.

Ὁ Οἶκος.

«Τοῦτο τὸ τῆς Οἰκονομίας μυστήριον, πάλαι Προφῆται θειωδῶς ἐμπνευσθέντες, δι’ ἡμᾶς, τοὺς εἰς τὰ τέλη τῶν αἰώνων καταντήσαντας, προκατήγγειλαν, τῆς τούτου τυχόντες ἐλλάμψεως. Γνῶσιν οὖν θείαν δι’ αὐτοῦ λαβόντες, ἕνα Κύριον τὸν Θεὸν γινώσκομεν, ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι δοξαζόμενον, καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύοντες, μίαν Πίστιν, ἓν Βάπτισμα ἔχοντες, Χριστὸν ἐνδεδύμεθα. Ἀλλ΄ ὁμολογοῦντες τὴν σωτηρίαν, ἔργῳ καὶ λόγῳ, ταύτην ἀνιστοροῦμεν[56]».

Συναξάριον.

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πρώτῃ τῶν Νηστειῶν, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, γενομένης παρὰ τῶν ἀειμνήστων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας, ἐπὶ τῆς Πατριαρχείας τοῦ ἁγίου καὶ Ὁμολογητοῦ Μεθοδίου».

Στην πορεία της ακολουθίας  βλέπουμε να προστίθενται τα σχετικά Eξαποστειλάρια και τα στιχηρά των Aίνων, μετά το του εωθινού και των αναστασίμων ιδιομέλων αντίστοιχα. Και στις δύο περιπτώσεις υμνογραφημάτων υπάρχει διάθεση θριαμβευτική, χαρμόσυνη, δοξολογική και συνάμα ενωτική (ὁμόνοιαν, συμφωνίαν), μα και ξεκάθαρης απόστασης από την αίρεση αφού «Ῥομφαῖαι νῦν ἐξέλιπον, τῆς δυσμενοῦς αἱρέσεως, καὶ τὸ μνημόσυνον ταύτης, ἐξηφανίσθη μετ’ ἤχου». Στα δε προσόμοια των Αίνων προβάλλεται η διάθεση για προτροπή των πιστών στην προσκύνηση τῶν εκτυπωμάτων, αλλά παράλληλα υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί για την εξ ανατολών προσπάθεια αλλοίωσης της πίστης από τους παῖδας τοῦ Μάνεντος. Στο τελευταίο, ωστόσο, τροπάριο επανέρχεται η προσπάθεια της θεοβραβεύτου ὁμονοίας.

Σύμφωνα με το Τυπικό του Αγίου Σάββα[57], το οποίο μιμείται την πρώτη εκείνη ιστορική λιτανεία, με το τέλος του Όρθρου και πριν την έναρξη της θείας Λειτουργίας λιτανεύονται τα τεμάχια του Τιμίου Ξύλου και οι σεπτές Εικόνες μέχρι κάποιον προκαθορισμένο τόπο, στον οποίο αναγινώσκεται το Συνοδικό[58], καθώς ψάλλεται και ο σχετικός Κανόνας του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Η συγκεκριμένη διάταξη, όπως θα δούμε αναλυτικά στην επόμενη ενότητα, σήμερα τηρείται με διαφορετικό τρόπο και αφού έμεινε για πολλούς αιώνες αδρανής.

Όλα τα παραπάνω, όπως εύλογα μπορεί κανείς να συμπεράνει, δεν άλλαξαν εν μιά νυκτί. Αντιθέτως, υπήρξαν μεταβατικά διαστήματα και μάλιστα μεγάλα. Αυτό αποδεικνύεται μέσα από την συγκριτική μελέτη των Τυπικών διατάξεων που έγινε και τα αποτελέσματά της φανερώθηκαν σε όσα σημειώσαμε παραπάνω.

Εν κατακλείδι, το διπλό θεματικό περιεχόμενο της Α΄ Κυριακής των νηστειών φαίνεται πως συνυφαίνεται από τις εορτές των Προφητών και της αναστηλώσεως των Εικόνων. Το ένα φαίνεται πως εκτοπίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το άλλο, καθώς το δεύτερο λόγω ιστορικών και δογματικών λόγων αλλά και του ότι επρόκειτο περί νεώτερου θέματος, επικράτησε και αποτέλεσε μία μεγάλη και ξεχωριστή γιορτή, την Εορτή της Ορθοδοξίας. Η σύγχρονη λειτουργική παράδοση διατηρεί ακόμα ανεξίτηλα τα σημάδια της παλαιάς εορτής σε ορισμένα σημεία, κυρίως στα αναγνώσματα της θείας Λειτουργίας και μερικά τροπάρια, και εξυμνεί την Αναστήλωση των Εικόνων μέσω των ακολουθιών και της σχετικής λιτανείας, εις μίμησιν της πρώτης ιστορικής εκείνης λιτανείας της Α΄ Κυριακής των νηστειών του 842, με σκοπό να μην εκπέσει κλήρος και λαός στο ίδιο ατόπημα.

1.2.3. Το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας

Άρρηκτα συνδεδεμένο με την εορτή της αναστηλώσεως των ιερών Εικόνων είναι το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας. Σύμφωνα με τον ορισμό, Συνοδικόν καλείται κάθε απόφαση μίας Συνόδου, η οποία συνέρχεται για να αντιμετωπίσει διάφορα δογματικά θέματα ή και άλλης φύσεως προβλήματα που ταλανίζουν την Εκκλησία[59]. Ειδικότερα, ως Συνοδικόν της Ορθοδοξίας καλούνται οι αποφάσεις που έλαβε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787 μ. Χ.), δηλαδή η Β΄ Σύνοδος της Νικαίας, σχετικά με το θέμα των ιερών εικόνων που ταλαιπώρησε για περίπου εκατόν είκοσι έτη την Εκκλησία.

Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας είναι το γεγονός των προσθηκών που έγιναν πάνω στο αρχικό κείμενο, με αποτέλεσμα η θεματολογία του να φτάνει μέχρι και την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς (1453 μ. Χ.). Με αυτόν τον τρόπο, το τελικό κείμενο περιλαμβάνει, εκτός των Όρων της Β΄ Συνόδου της Νικαίας (Ζ΄ Οικουμενικής), αποφάσεις τοπικών Συνόδων συγκληθεισών υπό των Κομνηνών[60], καθώς και (το σημαντικότερο) τις αποφάσεις των Συνόδων του 14ου αι. (πρόκειται κυρίως για τις Συνόδους[61] των ετών 1341, 1347 και 1351 μ. Χ.), σχετικά με την ησυχαστική έριδα.

Η σύνταξη του αρχικού κειμένου του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, που αφορούσε το ζήτημα της προσκυνήσεως των ιερών Εικόνων, αποδίδεται στον Άγιο Μεθόδιο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, με την ανάγνωσή του να αποτελεί ένα είδος ακολουθίας[62]. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν σώζεται, άρα δεν είναι γνωστή η ακριβής σύνθεση και το περιεχόμενό του[63]. Είναι βέβαιο ότι υπέστη πολλές τροποποιήσεις και προσθαφαιρέσεις, καθώς και ότι διέφερε ανάμεσα στις κατά τόπον Εκκλησίες[64].

Η αρχαιότερη μαρτυρία για το κείμενο του Συνοδικού διασώζεται σε μία ομιλία, εκφωνημένη για την Κυριακή της Ορθοδοξίας, η οποία αποδίδεται στον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο (1043-1059 μ. Χ.)[65] ή έχει συνταχθεί επί της Πατριαρχίας του[66]. Στην συγκεκριμένη ομιλία διακρίνουμε ολοκληρωμένο το πρώτο μέρος του Συνοδικού, για το οποίο ο Μιχαήλ Κηρουλάριος είναι βέβαιο ότι βασίστηκε σε παλαιότερη μορφή του[67].

Από την σκοπιά της θεματολογίας, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι το Συνοδικό της Ορθοδοξίας είναι ένα συνοπτικό κείμενο, το οποίο περιλαμβάνει περιληπτικώς ολόκληρη την διδασκαλία της Εκκλησίας[68], γεγονός που του προσδίδει ιδιαίτερη αξία και σημασία. Μέσα σε αυτό συναντούμε τις δογματικές θέσεις της για διάφορα ζητήματα, όπως για την προσκύνηση των ιερών Εικόνων, την καταδίκη της φιλοσοφίας-μεταφυσικής, την θεολογία περί του ακτίστου Φωτός αλλά και την θέση της περί του Ησυχασμού.

Οι αναφορές στα επιμέρους αυτά ζητήματα γίνονται μέσω πολυχρονισμών των Αγίων Πατέρων και Ομολογητών (αἰωνία ἡ μνήμη τρίς) αλλά και διά αναθεματισμών των αιρετικών (ἀνάθεμα τρίς). Η συμμετοχή του παρισταμένου Λαού, με τις απαντήσεις εις τρίτον, φανερώνει την σημασία που δίνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία για την εγκυρότητα των πράξεών της διά μέσου του τελικού κριτηρίου της αποδοχής των Πιστών[69]. Τα αναθέματα που λέγονται δεν είναι προϊόν μισαλλοδοξίας και φανατισμού, αλλά αποτελούν, σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, ιατρικές ενέργειες, που σκοπό έχουν την προφύλαξη του πληρώματος της Εκκλησίας από αιρετικές δοξασίες, αλλά και την επισημοποίηση της αποκοπής των αιρετικών από το σώμα της Εκκλησίας, ως αποτέλεσμα των ελεύθερων επιλογών τους[70].

Ο Μακάριος Σιμωνοπετρίτης θεωρεί την σύνδεση του Συνοδικού με την Τεσσαρακοστή σημαντική για τον εξής λόγο[71]. Ισχυρίζεται ότι η ανάγνωσή του λαμβάνει την έννοια της απαγγελίας του Συμβόλου της Πίστεως πριν την αναφορά της θείας Λειτουργίας. Σκοπός είναι, όπως και κατά την θεία Ευχαριστία, να εκφρασθεί η ενότητα του πληρώματος της Εκκλησίας για την μετοχή του στο επερχόμενο Πάθος του Κυρίου. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι το τεσσαρακονθήμερο αποτελούσε προβαπτισματική περίοδο, τότε το Συνοδικό επιτελεί τον ρόλο του Συμβόλου της πίστεως, το οποίο απαγγέλλεται κατά το μυστήριο της Βαπτίσεως[72].

Από λειτουργικής απόψεως, το Συνοδικό, όπως προελέχθη, εντάσσεται στην ακολουθία της Κυριακής της Ορθοδοξίας, αποτελώντας ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της. Αρχικά, όπως σημειώνει ο Μακάριος Σιμωνοπετρίτης[73], η θέση του κατά τον 9ο-10ο αι. ήταν μετά τον Τρισάγιο Ύμνο και πριν τα αναγνώσματα της θείας Λειτουργίας.

Όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενη υποενότητα, στο χφ. της Δρέσδης   αρ. 104 A (11ος αι.)[74], γίνεται αναφορά στην ακολουθία της Παννυχίδος, η οποία ετελείτο αφ΄ εσπέρας στον Ναό των Βλαχερνών. Μετά την απόλυση της ακολουθίας περιγράφεται η τελετή λιτανείας με την συμμετοχή του Πατριάρχου και του Αυτοκράτορα. Κατ΄ αυτήν, εψάλλετο το τροπάριο «Τὴν τῶν ἀληθινῶν δογμάτων», το κοντάκιο της ημέρας «Ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός», και αφού γινόταν η προσκύνηση του Σταυρού και του Ευαγγελίου από τον Βασιλέα, ακολουθούσε είσοδος στον Ναό, όπου ψάλλεται το τροπάριο «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ». Εν συνεχεία, ψαλλόταν το Τρισάγιο, γινόταν η άνω καθέδρα με την συμμετοχή των Μητροπολιτών, και αναγινωσκόταν το Συνοδικό, ειρηνεύοντος στο τέλος του Πατριάρχου.

Στο Τυπικό της μονής Ευεργέτιδος δεν παρέχονται σαφείς πληροφορίες για την ύπαρξη και θέση του Συνοδικού. Αυτό που σημειώνεται είναι η ανάγνωση διαφόρων κειμένων σχετικών με τις Εικόνες και την Ορθοδοξία, μετά τα καθίσματα που αναφέρονται στην παλαιά εορτή των Προφητών (τα μετά τον Πολυέλεο). Μεταξύ αυτών των κειμένων, γίνεται αναφορά και σε ένα το οποίο Ζήτει καὶ ἕτερον ὑπόμνημα, ἱστορικὸς λόγος, ἐπέχων(;) περὶ τῆς Ὀρθοδοξίας[75]Ερευνητέο είναι το ζητούμενο αν αυτός ο ἱστορικὸς λόγος αποτελεί το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Στο Τυπικό του Σωτήρος της Μεσσήνης δεν γίνεται κάποια σχετική αναφορά περί τελετής ή αναγνώσεως Συνοδικού, οπότε δεν μπορούμε να εξαγάγουμε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Η μόνη αναφορά που υπάρχει, αντίστοιχη με το Τυπικό της Ευεργέτιδος, είναι για την ανάγνωση ενός λόγου του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού περί των Εικόνων, μετά την Υπακοή του Όρθρου[76].

Αντίθετα με τα παραπάνω, στο Τυπικό της Μονής του Αγίου Σάββα (πρώτη έκδοση το 1545) γίνεται εκτενής αναφορά στην τυπική διάταξη της λιτανείας των ιερών Εικόνων και στην ανάγνωση του Συνοδικού. Όπως σημειώνεται[77]: «μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὄρθρου λιτανεύομεν κοινῶς μετὰ τῶν ἁγίων τοῦ Σταυροῦ ξύλων καὶ τῶν σεπτῶν εἰκόνων καὶ ἀπερχόμεθα ἐν τόπῳ ὡρισμένῳ, ὅπου δεῖ ἀναγινώσκειν τὸ Συνοδικόν… ψάλλομεν τὸν κανόνα τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου… λέγομεν τὸ τροπάριον Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου».

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, όπως είδαμε, το κείμενο του Συνοδικού παγιώθηκε και δεν υπέστη αλλαγές. Το σημαντικότερο όμως που συνέβη αυτήν την περίοδο είναι η διακοπή της αναγνώσεώς του αλλά και ολόκληρης της τελετής. Η μόνη αναφορά που παρέμεινε είχε να κάνει με την δέηση «Ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ΄ αἰῶνος κεκοιμημένων Βασιλέων, Πατριαρχῶν»[78]. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει μέχρι και σήμερα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το όλο τελετουργικό να απουσιάζει και από το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, εκδοθέν υπό του Γ. Βιολάκη. Στα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, αντίθετα, τελείται η σχετική λιτανεία[79].

Επίσης, στο Τυπικό του Μεγάλου Μετεώρου (συνταχθέν επί τουρκοκρατίας), δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ούτε για την λιτανεία, ούτε και για το Συνοδικόν. Στο χφ. Τριώδιο αρ. 149  της μονής, όμως, παρατηρούμε ότι διασώζεται όλη η ακολουθία της λιτανείας με την ανάγνωση του Συνοδικού. Απουσία οποιασδήποτε τελετής διακρίνουμε να υφίσταται στα αθωνικά Τυπικά[80]. Αντίστοιχη απουσία παρατηρούμε σήμερα και στα Σιναϊτικά Δίπτυχα, όπου επισημαίνεται η μη πρόβλεψη της λιτανείας, εξαιτίας του ότι η εικονοκλαστική έριδα δεν έφθασε ποτέ στο όρος του Σινά[81].

Στην Εκκλησία της Ελλάδος, μετά την διακοπή τόσων αιώνων, γίνεται η επαναφορά της αναγνώσεως αποσπάσματος του Συνοδικού και της λιτανείας από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κυρό Χρυσόστομο Α΄ (1923-1938)[82]. Στο ημερολόγιο της ελλαδικής Εκκλησίας του έτους 1935 αναγράφεται από τον Εμ. Φαρλέκα η καθιερωθείσα τάξη, η οποία εν συνεχεία τίθεται και στις εκδόσεις των επόμενων ετών. Τομή αποτελεί το έτος 1970, όταν για πρώτη φορά σημειώνονται δύο διατάξεις, μία των Αθηνών και μία των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας.

Στην σημερινή λειτουργική πρακτική, στα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος (έτους 2021) συνεχίζεται η αναφορά σε διπλή τάξη, την συνήθη και των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων[83]. Η λιτανεία και με τις δύο τάξεις τίθεται μετά την απόλυση του Όρθρου, όπως γενικά συμβαίνει με όλες τις ακολουθίες και τελετές του έτους, οι οποίες δεν τελούνται μετά την θεία Λειτουργία (Μέγας Αγιασμός, τελετή Σταυροπροσκυνήσεως κ. ά.), αλλά πάντα πριν από αυτήν. Η κατάσταση όμως που έχει δημιουργηθεί, οδήγησε de facto σε ανατροπή της διάταξης αυτής και συνήθως τέλεση της λιτανείας στο τέλος της θείας Λειτουργίας.

Συνοπτικά, η συνήθης τάξη περιγράφεται ως εξής: Γίνεται περιφορά από τις τέσσερις πλευρές του Ναού, ενώ ψάλλεται το Απολυτίκιο «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου». Σε κάθε πλευρά πραγματοποιείται δέηση υπέρ των ζώντων και των κεκοιμημένων, μέχρις ότου στην δυτική είσοδο του Ναού ή στον σολέα διαβάζεται απόσπασμα του Συνοδικού. Η λιτανεία τελειώνει με την ψαλμώδηση του Μεγάλου Προκειμένου «Τίς Θεὸς μέγας».

Η τάξη των Πατριαρχείων περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο: «Σχηματίζεται ἱερὰ πομπὴ ὡς ἑξῆς· προπορεύονται οἱ κρατοῦντες κηρολαμπάδας, εἶτα οἱ φέ-   ροντες τὰ λάβαρα, τοὺς φανούς, τὰ ἑξαπτέρυγα· ἀκολουθοῦν οἱ χοροὶ τῶν ψαλτῶν, εἶτα οἱ Ἱερεῖς καὶ οἱ φέροντες τὰς ἱ. εἰκόνας χριστιανοί, καὶ τέλος διάκονοι μετὰ θυμιατηρίων θυμιῶντες τὸν εἰς χεῖρας τοῦ ἀρχιερέως εὑρισκόμενον τίμιον Σταυρὸν (ἢ τὴν μικρὰν φορητὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ)». Η τελετή αρχίζει εντός του Ναού, με την ανάγνωση μέρους του Συνοδικού. Στην συνεχεία γίνεται περιφορά ψαλλομένου του Απολυτικίου. Σε κάθε στάση στις πλευρές του Ναού, αναγινώσκεται ένα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως και ένα απόσπασμα του Συνοδικού. Η τελετή λαμβάνει πέρας με το «Τίς Θεὸς μέγας».

Ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Παπαγιάννης στο Σύστημα Τυπικού[84] θεωρεί λιτές και ελλιπείς τις ανωτέρω δύο διατάξεις των Διπτύχων. Για τον λόγο αυτόν καταρτίζει και προτείνει μία ακολουθία αρκετά εκτενέστερη. Κατ΄ αυτήν, αυξάνει κατά πολύ τα αποσπάσματα του Συνοδικού, ενώ θεσπίζει και την χρήση του λησμονημένου Κανόνα του (φερόμενου ως) του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Στο τέλος τοποθετεί τις διακονικές δεήσεις και το «Τίς Θεὸς μέγας».

Δύο ακόμα λειτουργικές επισημάνσεις οφείλουμε να κάνουμε σχετικά με την ακολουθία της λιτανείας των ιερών Εικόνων κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η πρώτη έχει να κάνει με το Απολυτίκιο της ημέρας «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ». Σύμφωνα με τον A. Baumstark[85], η σύνθεση του συγκεκριμένου τροπαρίου ανάγεται πολύ πριν την εικοναμαχική έριδα, και συγκεκριμένα κατά τον 5ο-6ο αι., αποτελώντας έτσι έναν από τους αρχαιότερους ύμνους. Η καθημερινή του χρήση στις ακολουθίες (ΣΤ΄ Ώρα και ακολουθία του Καιρού) φανερώνει την αξία του στην λειτουργική πράξη.

Ένας επιπλέον σχολιασμός που πρέπει να γίνει αφορά στον Κανόνα, ο οποίος σύμφωνα με το βιβλίο του Τριωδίου και τα Τυπικά, ψάλλεται κατά την λιτανεία και αποδίδεται στον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Με μία φιλολογική έρευνα στο κείμενο του εν λόγω Κανόνα, συμπεραίνουμε με ασφάλεια ότι αυτός έχει γραφτεί μετά το ιστορικό γεγονός της αναστηλώσεως των εικόνων της 11ης Μαρτίου 843. Προς πιστοποίηση του ισχυρισμού αυτού παρατίθενται αποσπάσματα από τον Κανόνα:

ᾠδὴ α΄ : «Ἐπεφάνη ἀληθῶς, ἡ θεία χάρις τῇ Οἰκουμένῃ…Τοῦ Κυρίου τὴν μορφὴν ἀπολαβοῦσα ἡ Ἐκκλησία…οὗ τὸ εἶδος τῆς μορφῆς, ἐν προσκυνήσει ἔχομεν».

ᾠδὴ γ΄ : «Εὐφραίνεσθε ἅπαντες, χοροὶ Πατέρων καὶ Ἀποστόλων, καθορῶντες τὴν προσκύνησιν τῶν Εἰκόνων…»

ᾠδὴ δ΄ : «…τὰ Λείψανα, καὶ Εἰκονίσματα τῶν Μαρτύρων, ἀξίως προσκυνείσθωσαν».

Όπως παρατηρούμε, ο ποιητής του Κανόνα γνώριζε για το γεγονός της αναστηλώσεως των Εικόνων, άρα τον γράφει μετά από αυτήν. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης εκοιμήθη κατά το έτος 826, αρκετά έτη πριν από την αναστήλωση, άρα αγνοούσε την έκβαση αυτή. Εξ όλων των ανωτέρω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι συνθέτης του συγκεκριμένου ποιήματος[86].


*Ο π. Αχιλλέας Πολύζος είναι Νομικός – Φιλόλογος και Αρχιδιάκονος της Ιεράς Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ