Την πλήρη εικόνα για τις αυξήσεις στις αποδοχές των Μητροπολιτών και των Βοηθών Επισκόπων επιχειρεί να παρουσιάσει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά τις έντονες αντιδράσεις και τη συζήτηση που προκάλεσε η ψήφιση της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.
Σε επτασέλιδο εγκύκλιο σημείωμα, το οποίο απέστειλε σήμερα, η Ιερά Σύνοδος παραθέτει συγκεκριμένα ποσά, συγκρίσεις και παραδείγματα, αναγνωρίζοντας ότι η «αρχικώς ελλιπής επίσημη ενημέρωση», αλλά και η παραπληροφόρηση από μέσα ενημέρωσης, δημιούργησαν κοινωνικές εντυπώσεις και αιφνιδίασαν ακόμη και τους ίδιους τους Αρχιερείς.
Σύμφωνα με το άρθρο 56 του νόμου 5313/2026, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών καθορίζονται στο 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών του Δημοσίου. Για τους Τιτουλάριους και τους Βοηθούς Επισκόπους προβλέπεται το 70% των αποδοχών αυτών, ενώ διευκρινίζεται ότι πέραν του συγκεκριμένου ποσού «δεν καταβάλλεται καμία άλλη παροχή».
Από τα 1.933 στα 3.185 ευρώ
Το σημείωμα παρουσιάζει αναλυτικά το παράδειγμα ενός εν ενεργεία Μητροπολίτη τον Ιούνιο του 2026. Πριν από τη νέα ρύθμιση, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν σε 2.400 ευρώ: 2.350 ευρώ βασικός μισθός και 50 ευρώ έξοδα παραστάσεως.
Μετά τις ασφαλιστικές και φορολογικές κρατήσεις, συνολικού ύψους 466,18 ευρώ, το τελικό πληρωτέο ποσό διαμορφωνόταν σε 1.933,82 ευρώ τον μήνα.
Με τη νέα ρύθμιση οι μικτές αποδοχές υπολογίζονται στο 90% του ανώτατου ορίου των 5.191 ευρώ και ανέρχονται σε 4.671,90 ευρώ. Μετά τις ασφαλιστικές εισφορές και τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών, ο οποίος μόνος του υπολογίζεται σε περίπου 1.297 ευρώ τον μήνα, ο καθαρός μισθός διαμορφώνεται σε περίπου 3.185,69 ευρώ.
Η πραγματική καθαρή αύξηση ανέρχεται, επομένως, σε περίπου 1.250 ευρώ τον μήνα και όχι στη διαφορά μεταξύ των δύο μικτών ποσών. Όπως επισημαίνει η Σύνοδος, περίπου το 44% της μισθολογικής αύξησης επιστρέφει άμεσα στα δημόσια ταμεία μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Το «πάγωμα» από το 2017
Η Ιερά Σύνοδος υποστηρίζει ότι μέχρι την ψήφιση του νέου νόμου οι Μητροπολίτες βρίσκονταν στην κατώτατη βαθμίδα των λειτουργών που υπάγονται στα ειδικά μισθολόγια.
Παραθέτει, μάλιστα, συγκριτικό πίνακα, σύμφωνα με τον οποίο οι ανώτατοι δικαστικοί λάμβαναν μικτές αποδοχές 8.500 ευρώ, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ 5.500 ευρώ, οι διοικητές μεγάλων οργανισμών 5.191 ευρώ, οι ανώτατοι διοικητές των Σωμάτων Ασφαλείας 4.895 ευρώ και οι συντονιστές διευθυντές του ΕΣΥ με εφημερίες 4.250 ευρώ, έναντι 2.400 ευρώ των Μητροπολιτών.
Με τον νόμο του 2017, οι αποδοχές των Αρχιερέων είχαν καθοριστεί σε ονομαστικά και αμετάβλητα ποσά. Δεν επιτρεπόταν μισθολογική εξέλιξη με βάση τα χρόνια υπηρεσίας, όπως συνέβαινε με τους δημοσίους υπαλλήλους και τους κατώτερους κληρικούς, ενώ είχαν καταργηθεί τα υπόλοιπα επιδόματα και οι παροχές.
Αποτέλεσμα, σύμφωνα με το σημείωμα, ήταν ένας πανεπιστημιακός υπάλληλος ή ένας εκπαιδευτικός με 35 χρόνια υπηρεσίας και μεταπτυχιακό τίτλο να μπορεί να λαμβάνει υψηλότερο καθαρό μισθό από τον Μητροπολίτη στον οποίο διοικητικά υπαγόταν.
Το ασφαλιστικό επιχείρημα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ασφαλιστικό καθεστώς των Αρχιερέων. Η Σύνοδος σημειώνει ότι οι περισσότεροι Μητροπολίτες εκλέγονται σε ηλικία άνω των 50 ή 60 ετών, έχοντας προηγουμένως υπηρετήσει επί τρεις ή τέσσερις δεκαετίες ως εφημέριοι ή ιεροκήρυκες και καταβάλλοντας κανονικά ασφαλιστικές εισφορές.
Με την εκλογή τους, όμως, δεν λάμβαναν το εφάπαξ που αντιστοιχούσε στην προηγούμενη υπηρεσία τους και δεν δικαιούνταν κανονική σύνταξη για τα ίδια χρόνια. Το σημείωμα αναφέρει επίσης ότι, όταν αποχωρήσουν από τη θέση τους ως Αρχιερείς, δεν προβλέπεται η καταβολή νέου εφάπαξ ή σύνταξης αντίστοιχης με τις εισφορές των προηγούμενων δεκαετιών.
Υπό αυτή την έννοια, η Εκκλησία της Ελλάδος παρουσιάζει την αύξηση όχι μόνο ως μισθολογική αναπροσαρμογή, αλλά και ως αντιστάθμισμα για ασφαλιστικές εισφορές 30 ή 40 ετών που, όπως υποστηρίζει, δεν οδηγούν σε αντίστοιχη συνταξιοδοτική παροχή.
Η μισθοδοσία και η εκκλησιαστική περιουσία
Η Ιερά Σύνοδος απορρίπτει παράλληλα την αντίληψη ότι η μισθοδοσία των κληρικών αποτελεί χαριστική παροχή του κράτους. Συνδέει τη σχετική υποχρέωση με την αφαίρεση, από το 1833 έως το 1952, μεγάλου μέρους της μοναστηριακής και εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας χωρίς πλήρη αποζημίωση.
Στο σημείωμα αναφέρεται ότι εκτάσεις που πέρασαν στο Δημόσιο και στους δήμους χρησιμοποιήθηκαν για πανεπιστήμια, νοσοκομεία, αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων, καθώς και για κοινωφελείς υποδομές.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι σε Μητροπόλεις με περιορισμένα έσοδα μέρος του μισθού του οικείου Μητροπολίτη χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση φιλανθρωπικών αναγκών ή ακόμη και για βασικές λειτουργικές δαπάνες, όπως λογαριασμοί, θέρμανση και έξοδα μετακίνησης.
Η Σύνοδος υπογραμμίζει, τέλος, ότι ο Μητροπολίτης δεν ασκεί μόνο πνευματικά καθήκοντα, αλλά προΐσταται ενός οργανισμού με δεκάδες ή εκατοντάδες κληρικούς, ενορίες, μονές, ιδρύματα και εργαζομένους, χωρίς αποζημίωση για υπερωρίες, νυχτερινή απασχόληση, Κυριακές και αργίες. Με την παρέμβασή της επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το ονομαστικό μέγεθος της αύξησης στο συνολικό μισθολογικό, φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή αποφασίστηκε.



