Η ιστορία πίσω από τη χαριτόβρυτη εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν. ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟΥΣ, ΚΑΚΟΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

« Αληθινά, η Παναγία είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ’ όνομά της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι’ όλος ο ουρανός κι’ όλη η γη χαίρονται με την αγάπη της. Αξιοθαύμαστο κι’ ακατανόητο πράγμα. Ζει στους ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς κι’ αγκαλιάζει με την ευσπλαγχνία της όλη τη γη κι’ όλους τους λαούς».

( Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης )

Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας μας. Σε κάθε μέρος της Οικουμένης είναι χτισμένες αμέτρητες Εκκλησιές και Μοναστήρια μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσχοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της. Μέσα στο καθένα από αυτά βρίσκεται το παλαιό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το χρυσοκέρινο πρόσωπό της που το κάλλος του δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος και η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό.

Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε ο λαός μας στην Παναγία, και που με αυτά την καταστόλισε, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η τιμή προς το υπερευλογημένο πρόσωπο της Παναγίας στην ορθόδοξη πίστη καί ζωή.

Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβίμ, ενδοξωτέρα των Σεραφείμ, Κεχαριτωμένη, έμψυχος κιβωτός, ηγιασμένος ναός, παράδεισος λογικός, ρόδον το αμάραντον, χρυσούν θυμιατήριον, χρυσή λυχνία, μαναδόχος στάμνος, κλίμαξ επουράνιος, πρεσβεία θερμή, τείχος απροσμάχητον, ελέους πηγή, του κόσμου καταφύγιον, Βασιλέως καθέδρα, χρυσοπλοκώτατος πύργος και δωδεκάτειχος πόλις, ηλιοστάλακτος θρόνος, σκέπη του κόσμου, δένδρον αγλαόκαρπον, ξύλον ευσκιόφυλλον, ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, επουράνιος πύλη, αδικουμένων προστάτις, βακτηρία τυφλών, θλιβομένων η χαρά, και μύρια άλλα, που βρίσκονται μέσα στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας και στα κείμενα των Πατέρων μας.

Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που έχουν αποδοθεί στα ιερά εικονίσματά της: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, Ελπίς των απελπισμένων, Ταχεία Επίσκεψις, Αμόλυντος, Παραμυθία, Ελεούσα, Επακούουσα, Γοργοϋπήκοος, Μυροβλύτισσα, Αντιφωνήτρια, Παραμυθία, Γαλακτοτροφούσα, Φανερωμένη, Παμμακάριστος,  και άλλα πολλά. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουν μοναχά αυτά τα ονόματα που χαράχθηκαν στις ψυχές με πόνο, με ταπείνωση, με πίστη.

Το όνομα της Θεοτόκου.

ο Άγιος Ι­ωάν­νης ο Δα­μα­σκη­νός

Το  ό­νο­μα της Θε­ο­τό­κου, Μη­τέ­ρα του Θε­ού, πε­ρι­έ­χει ό­λο το μυ­στή­ρι­ο της οι­κο­νο­μί­ας της σω­τη­ρί­ας, λέ­γει ο Άγιος Ι­ωάν­νης ο Δα­μα­σκη­νός, και α­πο­δει­κνύ­ε­ται έ­τσι, ό­τι η Μη­τέ­ρα του Χρι­στού α­πο­κα­λύ­πτε­ται στους πι­στούς ως η κα­τ’ ε­ξο­χήν μάρ­τυς του γε­γο­νό­τος ό­τι ο Θε­ός προ­σέ­λα­βε πρα­γμα­τι­κά την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, στην ο­ποί­α άνοιξε τον δρό­μο της σω­τη­ρί­ας, σω­τη­ρί­α που α­πο­βαί­νει πρα­γμα­τι­κό­τη­τα, γε­γο­νός που ση­μαί­νει την έ­λευ­ση της Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού. Σε μία ομιλία του ο Βασίλειος Σελευκείας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Θεοτόκος ἐστί τε καί λέγεται. Ἄρα τίς ἐστι ταύτης ὑψηλοτέρα ὑπόθεσις;… ὡς γάρ οὐκ ἔστιν εὔκολον νοεῖν τε καί φρά-ζειν Θεόν, μᾶλλον δέ καθάπαξ ἀδύνατον, οὕτως τό μέγα τῆς Θεοτόκου μυστήριον, καί διανοίας καί γλώττης ἐστίν ἀνώτερον. Ἐπεί οὖν Θεόν σαρκω-θέντα τεκοῦσα Θεοτόκος ὀνομάζεται»[1]. 

Το πρό­σω­πο της Θε­ο­τό­κου δεν νο­εί­ται α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το αν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Η Θε­ο­τό­κος εί­ναι ο υ­γι­ής καρ­πός της αν­θρώ­πι­νης φύ­σεως και η κα­λύ­τε­ρη προ­σφο­ρά των αν­θρώ­πων στον Χρι­στό. Στην προ­σφο­ρά ό­λης της κτί­σε­ως συμ­με­τέ­χου­με και εμείς με την Πα­να­γί­α. Ο α­γι­ο­γρά­φος, ό­ταν α­γι­ο­γρα­φεί στην κόγ­χη του Ι­ε­ρού Βή­μα­τος την Πλα­τυ­τέ­ρα, δεν θέ­λει να ει­κο­νί­σει μό­νο την Πα­να­γί­α, αλ­λά ό­λη την Εκ­κ­λη­σί­α που έ­χει κέ­ντρο της τον Χρι­στό. Η Πα­να­γί­α έ­γι­νε Εκ­κ­λη­σί­α και ε­γέν­νη­σε την Εκ­κ­λη­σί­α. Ο Ά­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ο Θε­ο­λό­γος λέ­γει ό­τι ο Κύ­ρι­ος «ἐ­ναν­θρω­πή­σας σάρ­κα Ἐκ­κ­λη­σί­ας προ­σέ­λα­βε». Εί­ναι δε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι ο Ά­γι­ος Κύ­ριλ­λος Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων συν­δέ­ει το πρό­σω­πο της Θε­ο­τό­κου με την έν­νοι­α της Εκ­κ­λη­σί­ας γι­’ αυ­τό λέ­γει: «ὑ­μνοῦ­μεν τήν ἀ­ει­πάρ­θε­νον Μα­ρί­αν, δη­λο­νό­τι τήν ἁ­γί­αν Ἐκ­κ­λη­σί­αν».

Η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στη Νίκαια, το έτος 787 μ.Χ., εξ αιτίας της εικονομαχίας. Στον «όρο» της πίστεως ανακεφαλαιώ-νεται ολόκληρη η μακραίωνη ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας και επαναλαμβάνεται η διδασκαλία ότι η Μητέρα του Κυρίου είναι Αειπάρθενος και αληθινά Θεοτόκος. «Ὁμολογοῦμεν δέ καί τήν δέσποιναν ἡμῶν τήν ἁγίαν Μαρίαν κυρίως καί ἀληθῶς Θεοτόκον, ὡς τεκοῦσαν σαρκί τόν ἕνα τῆς ἁγίας Τριάδος Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν… σύν τούτοις δέ καί τάς δύο φύσεις ὁμολο-γοῦμεν τοῦ σαρκωθέντος δι’ἡμᾶς ἐκ τῆς ἀχράντου Θεοτόκου καί ἀειπαρθέ-νου Μαρίας, τέλειον αὐτόν Θεόν καί τέλειον ἄνθρωπον γινώσκοντες».

Η αρχαία παράδοση για την εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν.

Η ιερά εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν είναι μια από τις πιο αγαπημένες και σεβαστές εικόνες των Ρώσων. Φυλάσσεται στη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη Τιχβίν  και είναι ένα έργο σπάνιας ομορφιάς πού φέρει τα χαρακτηριστικά του εικονογραφικού τύπου της Οδηγήτριας και τῆς Ἐλεούσας.

Με βάση την ἀρχαία παράδοση η ιερά εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν είναι έργο του Ευαγγελιστού Λουκά.  Ο Απόστολος  Λουκάς έστειλε την εικόνα μαζί με το κείμενο του Ευαγγελίου και τις Πράξεις των Αποστόλων ως δώρο στον Θεόφιλο, τον άρχοντα της Αντιόχειας. Αργότερα, κατά τον 5ο αιώνα, ἡ αγία αυτοκράτειρα Ευδοκία (+460 μ.Χ.), μετέφερε την  ιερά εικόνα από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη και την κατέθεσε στον περίφημο ναό των Βλαχερνών. Στην περίοδο της εικονομαχίας (726-843 μ.Χ.) η σεπτή εικόνα ήταν κρυμμένη στη Μονή του Παντοκράτορος. Μετά τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, μεταφέρθηκε πάλι στο ναό των Βλαχερνών, από όπου, στις 26 Ιουνίου, όπως αναφέρει το Συναξάρι, εξαφανίσθηκε με θαυματουργικό τρόπο 70 χρόνια πρίν την άλωση της Πόλης από τους Μωαμεθανούς.

Η παράδοση λέει ότι όταν κάποιοι Ρώσσοι έμποροι πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Οικουμενικός  Πατριάρχης Νείλος  τους ερώτησε εαν ξέρουν κάτι για την εικόνα της Παναγίας με το βρέφος η οποία εξαφανίσθηκε ξαφνικά. Από τις περιγραφές κατάλαβε ότι η εικόνα βρίσκεται στο Τιχβίν και ότι αυτό ήταν το θέλημα της Παναγίας. Ο Πατριάρχης τους μίλησε για την «συνήθεια» της θαυματουργής αυτής εικόνας να φεύγει από την Κωνσταντινούπολη, ταξιδεύοντας επάνω στο νερό και να πηγαίνει όπου η θεία πρόνοια και φροντίδα ορίζει. Μετά από λίγο καιρό γύριζε πάλι και επαιρνε τη θέση της στο ναό. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο πάντως, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ 1380, ἐπὶ Μεγάλου Δουκὸς  ̔Αγίου Δημητρίου (Ντονσκόϋ) , πολλὲς εἰκόνες τῆς Θεοτόκου τοῦ εικονογραφικού τύπου της  ̔Οδηγητρίας, στον οποίο ανήκει και η εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν, μεταφέρθηκαν στὴν Αγία Ρωσσία.

Το γεγονός της ευρέσεως της ιεράς εικόνος της Παναγίας στο Τιχβίν.

Η εύρεση της εικόνας της Παναγίας έγινε, το 1382, με τον ακόλουθο θαυμαστό τρόπο: στην περιοχή του Νόβγκοροντ, κοντά στη λίμνη Ὀνέγκα, κάποιοι αλιείς που ψάρευαν, είδαν ξαφνικά να εμφανίζεται ένα εκτυφλωτικό φως το οποίο τους φώτισε. Ήταν η εικόνα της Παναγίας πού έλαμπε σαν τον ήλιο και η οποία μετά από λίγο εξαφανίσθηκε. Με τον ίδιο τρόπο η εικόνα της Παναγίας εμφανιζόταν θαυματουργικά σε διάφορα μέρη της περιοχής μέχρι πού τελικά βρέθηκε στις όχθες του ποταμού Τιχβίν. Οι κάτοικοι της περιοχής είδαν την εικόνα να στέκεται ψηλά μέσα σε ένα στεφάνι από υπέρλαμπρο φως. Έπεσαν στα γόνατα και παρεκάλεσαν με δάκρυα την Θεομήτορα να κατεβάσει την εικόνα της στη γῆ. Και εκείνη κατήλθε. 

Η εύρεση της εικόνας της Παναγίας

Εκεί οι ευλαβείς Χριστιανοί άρχισαν να κτίζουν, προς τιμήν της Παναγίας, ένα μικρό ξύλινο ναό  στον οποίο τοποθέτησαν την εικόνα της Θεοτόκου. Αλλά ούτε εδώ έμεινε για πολύ ἡ Παναγία. Πάλι εξαφανίσθηκε, για να εμφανισθεῖ κοντά σ’ ένα δασοσκέπαστο βουνό που ήταν κοντά στο Τιχβίν. Οι Χριστιανοί άρχισαν να προσεύχονται και τότε η εικόνα κατήλθε στα χέρια τους. Αποφάσισαν να ξεχερσώσουν την περιοχή του δάσους και να χτίσουν εκεί έναν ναό για την εικόνα. Αλλά και πάλι η Παναγία έφυγε και τη βρήκαν λουσμέσνη στο φως δυό βέρστια  μακρυά από το βουνό, σ’ έναν τόπο στα ἀνατολικά του ποταμού Τιχβίνκα. Εκεί θα έμενε πλέον οριστικά. Κατά τις αρχές του 16ου αιώνα ο Μέγας Ηγεμόνας Βασίλειος Γ΄ Ιβάνοβιτς   ἔδωσε ἐντολή και στη θέση του μέχρι τότε ξύλινου ναού χτίσθηκε ένας λιθόκτιστος ναός. Με εντολή του Τσάρου Ιβάν Δ΄ του Τρομερού (1533-1584), που επισκέφθηκε το Τιχβίν για να προσκυνήσει την εικόνα, ιδρύθηκε εκεί το έτος 1560 ανδρικό μοναστήρι, με την ευλογία του Αρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ Ποιμένος .

Τα θαύματα της Παναγίας.

Τον 17ο αιώνα η Παναγία έσωσε την πόλη του Τιχβίν και το μοναστήρι από τους Σουηδούς, καθώς και την πόλη του Νόβγκοροντ. Το μοναστήρι υπερασπιζόταν, το 1613, με λίγους άνδρες ο Σεμέν Βασίλιεβιτς Προσοβόφσκι. Οι πολιορκητές Σουηδοί εξαγριωμένοι αποφάσισαν να ισοπεδώσουν το μοναστήρι. Τότε μια ευλαβεστάτη γυναίκα, που λεγόταν Μαρία και που δυό χρόνια πριν, όντας εκ γενετής τυφλή, είχε αποκτήσει το φως της με θαύμα της Παναγίας του Τιχβίν, είδε σε όραμα την Θεομήτορα, «Πες σε όλους», την πρόσταξε, «να περιφέρουν την εικόνα μου στα τείχη και θα δουν το έλεος του Θεού».

Όταν διαδόθηκε η είδηση της θεομητορικής εμφανίσεως, οι πολιορκητές πανικόβλητοι άρχισαν να φεύγουν τρέχοντας μακρυά από τη μονή. Άλλη μια φορά οι Σουηδοί ήλθαν για τρίτη φορά με σκοπό την καταστροφή της μονής. Οι μοναχοί σκέφθηκαν τότε να πάρουν την εικόνα της Παναγίας και να φύγουν για τη Μόσχα. Διαπίστωσαν, όμως, με δέος και έκπληξη πως η εικόνα ήταν ασήκωτη. Με κανένα τρόπο δεν κατάφεραν να τη μετακινήσουν από τη θέση της. Κατάλαβαν, λοιπόν, πως ήταν θέλημα της Θεοτόκου να μείνει εκεί, για να υπερασπισθεί η ίδια το μοναστήρι της. Στο μοναστήρι παρέμειναν οι μοναχοί που βρήκαν ακόμη κάποιους πιστούς και θαρραλέους μαχητές.Έστειλαν κατασκόπους για να συγκεντρώσουν πληροφορίες για την προέλαση και τη δύναμη του στρατού. Ο Σουηδικός στρατός ήταν αναρίθμητος. Αλλά η Δέσποινα του κόσμου δεν άφησε τους Σουηδούς να πλησιάσουν. Σε απόσταση μισής ημέρας από τη μονή, πίσω από τον ποταμό Σιάσι, τους φάνηκε ότι ένα τεράστιο και πάνοπλο στράτευμα τους περικύκλωσε με αστραπιαία ταχύτητα. Ανήμποροι να το αντιμετωπίσουν, οι Σουηδοί τράπηκαν σε φυγή άτακτη και διαλύθηκαν. Με τη χάρη της εικόνας της Παναγίας, το 1771, ο λαός θεραπεύθηκε από την επιδημία της πανώλης. Οι Χριστιανοί σέβονταν το ιερό εικόνισμα της Παναγίας και απέδιδαν πάντοτε τιμές ευλάβειας με τις προσευχές και τις δεήσεις τους.

Γι’ αυτό και την λιτανεύουν 24 φορές το χρόνο, την θεωρούν προστάτιδα της οικογένειας και εκείνη που θεραπεύει ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά. Την ίδια αυτή εικόνα είχαν συνοδεία τους οι Ρώσσοι στρατιώτες στην εποχή του Πατριωτικού Πολέμου κατά του Ναπολέοντα το 1812 και τους βοήθησε στην ηρωική μάχη της πεδιάδας του Μποροντίνο, ενώ στη συνέχεια η εικόνα είχε μεταφερθεί και στα τάγματα πολιτοφυλακής του Κριμαικού Πολέμου κατά τα έτη 1855-1856.

Το 1920, τα στρατεύματα των Σοβιέτ έκλεισαν το μοναστήρι της Παναγίας και η εικόνα της Θεοτόκου μεταφέρθηκε στο Εθνογραφικό Μουσείο. Παρ’ όλα αυτά φημολογείται ότι η εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν, με εντολή του ίδιου του Στάλιν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταφερόταν με ένα αεροπλάνο που πετούσε επάνω από τη Μόσχα και τα ναζιστικά στρατεύματα δεν κατάφεραν ποτέ να καταλάβουν τη ρωσική πρωτεύουσα. Αργότερα οι Γερμανοί, τον Νοέμβριο του 1941 κλέβουν όλα τα κειμήλια και τις εικόνες. Η εικόνα της Θεομήτορος μεταφέρθηκε πρώτα στο Πσκώβ και έπειτα στη Ρίγα της Λιθουανίας.

Η ιερά αποδημία και επιστροφή.

Ο επίσκοπος Ιωάννης

Κατά την υποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων, το 1943, η εικόνα της Παναγίας βρέθηκε στα χέρια του Επισκόπου Ρίγας Ιωάννου, ο οποίος, διαπερνώντας μέσα από εξορίες καί προσφυγιά μετεγκαταστάθηκε στο Σικάγο των Η.Π.Α. έχοντας μαζί του την εικόνα, την οποία διεφύλασσε με τιμή και ευλάβεια. Το έτος 2004, εκπληρώθηκε το τάμα και η προσδοκία του Επισκόπου Ιωάννου και η εικόνα της Παναγίας επέστρεψε και ανήλθε στο θρόνο της στο ανδρώο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Τιχβίν. 

 Ό συγγραφέας Γκλέμπ Ουσπένσκυ, άνθρωπος γεμάτος φλογερό ενδιαφέρον για το πνευματικό καλό του λαού, μας περιγράφει με το στόμα ενός χωρικού την ιεροπρέπεια της ετήσιας λιτανείας της ξακουστής εικόνας της Παναγίας του Τιχβίν:

«…Έβγαλαν την Παναγιά Μητέρα από την εκκλησιά. Οι αρχιμανδρίτες σεβάσμια ασπάστηκαν ό ένας τον άλλο σ’ αποχαιρετισμό τους στην πύλη του μοναστηρίου, και ό λαός ανάλαβε να βαστά την εικόνα.’Ολοι αυτοί του Τιχβίν κι’ εκείνοι της Στάραγια Ρούσα, είχαν μια ψυχή, μια πνοή. Το ίδιο κι’ ο κόσμος πού όλο φτάνει και φτάνει άπ’ όλα τα γύρω χωριά και απ’ όλους τους δήμους. Στήν είσοδο κάθε χωριού ερχόταν ό κλήρος σε συνάντηση, με κυματίζουσες σημαίες, και τη μετέφεραν στην εκκλησιά. Τη σήκωναν καλά ψηλά την Παναγιά μας, πάνω από τα πλήθη, κι’ αυτή σαν κόκκινη ανθρακιά λαμπρόφεγγε στον ήλιο… Οι γυναίκες…είχαν έρθει άπ’ όλα τα μέρη, ψάλλοντας δίχως τέλος σαν τους αγγέλους τ’ ουρανού – ά! τι ωραίο ν’ άκούς: «Και Σέ μεσίτριαν έχω…»! «Η ψαλμωδία δεν παύει στιγμή, νύχτα μέρα. “Εν’ απέραντο πλήθος βαδίζει και ψάλλει. Κι όλα βρίσκονται άφθονα, σαν από θαύμα. Ποιος έδωσε να φάει και να πιεί σ’όλον τούτο τον κόσμο; Η σπλαχνικιά βασίλισσα: Αυτή! Αν σταματήσουν σ’ έναν κάμπο για να ξαποστάσουν, ανάβουνε γοργά φωτιές μεγάλες, πελώρια καπνίζουνε καζάνια πάνω στις φωτιές και μαγειρεύουνε κάθε λογής τροφές, όλος ό κόσμος τρώει με την πείνα πούχει, τρώει και πίνει, κι όλοι ευχαριστημένοι, όλοι. Κι ή ψαλμωδία κρατά νύχτα και μέρα γύρω απ την εικόνα, ολόγυρα της πλήθη κόσμου δίχως τέλος, και σ’ όλον τούτο το μακρινό δρόμο την κρατάν, την πάνε, τα χέρια τον λαού… Απ’ όλους τούτους τους φτωχούς….κι ανέργους, πού τόσους έβρισκες στα δρόμο, δεν έμεινε οὐτ’ ένας. Ολοι τους βρήκανε ψωμί, δουλειά και που να μείνουν χάρη στην Παναγιά Παρθένα».

Γκλέμπ Ουσπένσκυ, συγγραφέας

Η δωρεά του Θεού.

Η καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα των ρωσικών εικόνων που διακινούνταν, ήδη από το 16ο αιώνα στον ελληνικό και όχι μόνο χώρο ήταν πλέον στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αναγνωρίσιμο είδος και κατείχαν μια διακριτή και σημαντική θέση στη φαντασιακή πρόσληψη της Ρωσίας από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς της Ανατολής . Πολλές από τις εικόνες αυτές που διακινούνταν σε όλα τα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο από το 16ο ως τις αρχές του 20ου αιώνα βρίσκονται σήμερα διάσπαρτες σε μουσειακές, εκκλησιαστικές, μοναστηριακές και ιδιωτικές συλλογές όχι μόνο στην πατρίδα μας αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο.

Οι εικόνες αυτές στην πλειονότητά τους συνδέονταν με τις ιδιωτικές μορφές ευλάβειας, φυλάσσονταν στα οικιακά εικονοστάσια και αποτελοῦσαν οικογενειακά κειμήλια. Όσον αφορά τη θεματική και εικονογραφική τους ἀπεικόνιση πολυπληθέστερες είναι οι εικόνες της Παναγίας και πρωτίστως τα αντίγραφα των πιο δημοφιλών εθνικών  θαυματουργών εικόνων της Ρωσίας: της Παναγίας του Βλαντίμιρ, του Καζάν, του Σμολένσκ καί του Τιχβίν .

 Ένα από αυτά τα αντίγραφα, πού αγιογραφήθηκε περί το έτος 1700, και είναι δώρο στο Προσκύνημα της Αγίας Βαρβάρας, αξιωθήκαμε να υποδεχθούμε ως πολύτιμο θησαύρισμα και κειμήλιο πίστεως και ευσεβείας.  Δοξάζουμε γι’ αὐτό το Όνομα του Αγίου Τριαδικού Θεού και επικαλούμεθα σε όλο τον κόσμο τη χάρη της Παναγίας.


[1] Λόγος ΛΘ´ Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Παναγίας Θεοτόκου, 2 P.G. 85, 429B.

Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθαγγελος, είναι Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ετικέτες: