Το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον έχει, όπως είναι γνωστό, πολλές κοινές αφηγήσεις με τα άλλα δύο ευαγγέλια, το Κατὰ Μᾶρκον και το Κατὰ Λουκᾶν. Εκτός από τις ομοιότητες που οι διάφορες αφηγήσεις εμφανίζουν μεταξύ τους, έχουν και κάποιες διαφορές, καθώς κάθε ευαγγελιστής περιγράφει τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία και τονίζοντας τις πλευρές που ο ίδιος θεωρεί σημαντικές. Οι διαφορετικές θεωρήσεις του ίδιου γεγονότος μαρτυρούν ότι το ενδιαφέρον των ευαγγελιστών δεν επικεντρώνεται στην ακριβή περιγραφή των γεγονότων αλλά στη θεολογική εκτίμησή τους. Δεν επιχειρούν, δηλαδή, οι ευαγγελιστές μια λεπτομερή καταγραφή, σύμφωνα με τη σύγχρονη περί Ιστορίας αντίληψη, των επιμέρους επεισοδίων της ζωής του Ιησού, αλλά καταβάλλουν προσπάθεια, μέσα από τον τονισμό συγκεκριμένων λεπτομερειών, να κατανοήσουν οι αναγνώστες τους το έργο και τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Οι λεπτομέρειες, κατά συνέπεια, που περιέχονται σε κάποιες αφηγήσεις αυτόν τον σκοπό εξυπηρετούν και όχι την παροχή επιπλέον πληροφοριών.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της δεύτερης Κυριακής της περιόδου κατά την οποία, σύμφωνα με το Κυριακοδρόμιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διαβάζονται κατά τη θεία λειτουργία περικοπές από το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον αναφέρεται στην έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού Χριστού, που σηματοδοτείται από την κλήση των πρώτων μαθητών του (Ματ 4:18-23).

Σύμφωνα με την αφήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, ο Ιησούς αρχίζει τη δημόσια δράση του στην Καπερναούμ, όπου μεταβαίνει αμέσως μόλις πληροφορείται τη σύλληψη και το τέλος της δράσης του Ιωάννη του Βαπτιστή. Η μετάβαση του Ιησού στην Καπερναούμ, μια πόλη της περιοχής όπου κάποτε κατοικούσαν οι φυλές Ζαβουλών και Νεφθαλείμ, ερμηνεύεται από τον ευαγγελιστή ως πραγματοποίηση της σχετικής με τη χώρα των φυλών αυτών προφητείας που βρίσκεται στο βιβλίο του Ησαΐα (Ησα 9:1-2), ενώ το περιεχόμενο του κηρύγματος του Ιησού παρουσιάζεται ως συνέχεια του κηρύγματος του Βαπτιστή Ιωάννη (Ματ 4:17).

Αμέσως μετά από αυτές τις δύο εισαγωγικές και αρκετά αναλυτικές πληροφορίες (Ματ 4:12-17), ο ευαγγελιστής αναφέρεται στην κλήση των πρώτων μαθητών, του Πέτρου και του Ανδρέα, αλλά πλέον με πολύ πιο συνοπτικό τρόπο. Έτσι, δεν αναφέρεται σε κάποια προηγούμενη γνωριμία του Ιησού με τον Πέτρο, όπως κάνει για παράδειγμα ο ευαγγελιστής Λουκάς (Λου 4:38-41), αλλά παρουσιάζει τον Ιησού να συναντά στην όχθη της λίμνης τα δυο αδέλφια που ψάρευαν και να τους ζητά να τον ακολουθήσουν με την υπόσχεση ότι θα τους κάνει “ψαράδες ανθρώπων”.

Επίσης συνοπτικά παρουσιάζεται και η ανταπόκριση των δύο αδελφών στο κάλεσμα· χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς κάποια αντίρρηση ή διαπραγμάτευση, εγκαταλείπουν τα δίχτυα τους και τον ακολουθούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τους επόμενους δύο μαθητές, τους γιους του Ζεβεδαίου, Ιάκωβο και Ιωάννη, που ήταν επίσης ψαράδες. Κι εκείνοι εγκαταλείπουν τον πατέρα τους και το πλοίο τους και ακολουθούν, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς συζητήσεις, τον δάσκαλο που τους καλεί. Σ’ αυτήν τη χωρίς υπολογισμούς και χωρίς εγγυήσεις ασφάλειας εγκατάλειψη συγγενών, επαγγελματικών υποχρεώσεων και περιουσιών για χάρη του Χριστού βρίσκεται η ιδιαίτερη θεολογική σημασία της αφήγησης· ο ευαγγελιστής επιχειρεί να δώσει στους αναγνώστες του ένα πρότυπο ανταπόκρισης στο κάλεσμα του Θεού.

Ήδη η εκτενής αναφορά στα λόγια του προφήτη Ησαΐα που προηγήθηκε της κλήσης των πρώτων μαθητών μεταφέρει συνειρμικά τη σκέψη του αναγνώστη στην εποχή των αρχαίων προφητών. Ο Χριστός δεν ζητάει από τον άνθρωπο κάποιες θυσίες, ζητάει ολόκληρο τον άνθρωπο. Όπως ακριβώς ο Θεός καλεί τους προφήτες του και τους αναθέτει την αλλαγή του λαού του, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και ο Ιησούς καλεί τους μαθητές του και τους αναθέτει το έργο της αλλαγής ολόκληρου του κόσμου. Και όπως ακριβώς οι προφήτες υποτάσσονται στο θέλημα του Θεού, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και οι μαθητές του Χριστού δέχονται να τον ακολουθήσουν.

Στο αρχαιότερο από τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, στο βιβλίο του Αμώς, ο προφήτης δικαιολογεί ως εξής την ανάληψη προφητικής δράσης από την πλευρά του:

Το λιοντάρι βρυχάται, ποιος δεν θα φοβηθεί;
Μίλησε Κύριος ο Θεός, ποιος δεν θα προφητέψει; (Αμω 3:8)

Ο Αμώς ούτε επαγγελματίας προφήτης ήταν ούτε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πολιτική είχε. Ένας γιδοβοσκός από ένα ασήμαντο χωριό στις παρυφές της ερήμου ήταν, αλλά αξιώθηκε, παρά τη σύντομη δράση του, να ηγηθεί ενός ιδιαίτερα δυναμικού πνευματικού κινήματος, που θα αναλάβει στις πιο κρίσιμες στιγμές για την επιβίωση του λαού του Θεού την αφύπνισή του και την ανανέωση της σχέσης του με τον Θεό.

Προκαλεί αναμφίβολα πολλά ερωτηματικά στον σύγχρονο αναγνώστη της περικοπής ο τρόπος με τον οποίο ο Ιησούς επιλέγει τους μελλοντικούς συνεργάτες του. Φαίνεται πραγματικά ακατανόητο το γιατί, αντί να στηριχτεί σε ανθρώπους που διαθέτουν οικονομική, πολιτική και πνευματική δύναμη προκειμένου να εκμεταλλευτεί τις ικανότητές τους για να αλλάξει τον κόσμο, αυτός επιλέγει τους φαινομενικά πιο ακατάλληλους για το σχέδιό του, τους φτωχούς, ασήμαντους και αγράμματους ψαράδες της Γαλιλαίας.

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος με τον τρόπο που περιγράφει την ανταπόκριση των πρώτων μαθητών στην πρόσκληση του Ιησού. Ακριβώς όπως και ο προφήτης Αμώς, οι μαθητές παραμερίζουν με μια απλή αλλά αποφασιστική κίνηση οτιδήποτε έχει σχέση με την καθημερινή τους ζωή, εγκαταλείπουν οτιδήποτε θα μπορούσε να τους παράσχει ασφάλεια και παραδίδουν τον εαυτό τους στα χέρια του Θεού. Αυτήν τη χωρίς οποιεσδήποτε εγγυήσεις ανταπόκριση στο κάλεσμα του Χριστού προβάλλει ο ευαγγελιστής Ματθαίος ως πρότυπο χριστιανικής συμπεριφοράς. Γράφοντας το ευαγγέλιό του σε μια εποχή κατά την οποία η επιλογή να ακολουθήσει κανείς τον Χριστό σήμαινε, αν όχι άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του προσερχομένου στη νέα πίστη, οπωσδήποτε ρήξη με το οικογενειακό και ευρύτερα συγγενικό του περιβάλλον, ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι μοναδική προϋπόθεση για μια δυναμική πορεία προς τη Βασιλεία του Θεού είναι η ετοιμότητα του ανθρώπου για υποταγή στο θέλημα του Θεού, καθώς ο αποφασιστικός παράγοντας που θα κρίνει την επιτυχία του εγχειρήματος είναι η χάρη και η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και όχι οι όποιες ικανότητες αυτών που επιλέγουν να ακολουθήσουν τον Χριστό.

Η περιγραφή της κλήσης των πρώτων μαθητών του Ιησού από το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον προκαλεί τους σύγχρονους χριστιανούς για μια έντιμη απάντηση στο σχετικό με τη χριστιανική τους ιδιότητα ερώτημα. Ο Χριστός πλησιάζει, απλούς ανθρώπους, που ζουν μια απλή ζωή, και τους ζητά να κάνουν υπερβολικά εξαιρετικά πράγματα· εκείνοι όχι μόνο δέχονται την πρόσκληση, αλλά τελικά επιτυγχάνουν, παρά την απλότητα και την αδυναμία τους, να αλλάξουν την πνευματική πορεία της ανθρωπότητας ολόκληρης. Το ερώτημα, κατά συνέπεια, που απευθύνεται προς τους σύγχρονους χριστιανούς αφορά στο κατά πόσον αισθάνονται τη χριστιανική τους ιδιότητα ως ανταπόκριση σε μια ανάλογη πρόσκληση του Χριστού και ως αποδοχή μιας τέτοιας αποστολής.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: