Το θέμα της κρίσης του Θεού κατέχει κεντρική θέση στο κήρυγμα τόσο των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης όσο και του Ιησού Χριστού. Καθώς η περίοδος του Τριωδίου συνιστά μια περίοδο περισυλλογής και επανεκτίμησης των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό, προκειμένου οι πιστοί να προετοιμαστούν πνευματικά για τη γιορτή του Πάσχα, τα βιβλικά αναγνώσματα της περιόδου βοηθούν τους πιστούς να οδηγηθούν κλιμακωτά στην πληρέστερη κατανόηση του νοήματος της χριστιανικής ζωής και της σωτηρίας που επαγγέλλεται ο Χριστός. Έτσι, αν με την Παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου -το ευαγγελικό ανάγνωσμα της πρώτης Κυριακής της περιόδου- προβάλλεται η απέραντη αγάπη του Θεού που έχει τη δύναμη να συγχωρήσει και να σώσει ακόμη και τον πιο αμαρτωλό άνθρωπο, και με την Παραβολή του Ασώτου -το ανάγνωσμα της δεύτερης Κυριακής- αυτή η αγάπη του Θεού-Πατέρα φαίνεται να υπερβαίνει το περί δικαίου αίσθημα, όπως αυτό εκφράζεται από την αντίδραση του μεγαλύτερου γιου, στην Παραβολή της Κρίσης ο Θεός εμφανίζεται επιτέλους να προτάσσει κατά την κρίση του τη δικαιοσύνη, καθώς κρίνει ακριβοδίκαια τους ανθρώπους με βάση τις πράξεις τους. Το κριτήριο όμως και πάλι είναι το ίδιο· οι άνθρωποι κρίνονται ανάλογα με το κατά πόσο επέδειξαν ή όχι αγάπη.

Προκαλεί ίσως εντύπωση στον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος βιώνει την ένταση των δογματικών διαφορών μεταξύ των διάφορων χριστιανικών παραδόσεων, αλλά και τις θεολογικές διαμάχες μέσα στην ίδια την Ορθοδοξία, ότι κανένα από τα κριτήρια που θέτει ο Χριστός δεν αναφέρεται σε αυτά τα θέματα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην εντύπωση ότι τα θεολογικά ζητήματα αφήνουν τον Θεό αδιάφορο και μόνον τα ηθικά κριτήρια καθορίζουν τη στάση του απέναντι στους ανθρώπους. Στην ορθόδοξη παράδοση όμως μια τέτοια διάκριση θεολογίας και ηθικής είναι άγνωστη και η ορθότητα της θέσης αυτής αποδεικνύεται από μια προσεκτικότερη ανάγνωση τόσο της ευαγγελικής όσο και της αποστολικής περικοπής της Κυριακής της Απόκρεω.

Το αποστολικό ανάγνωσμα της τρίτης Κυριακής του Τριωδίου προέρχεται από την Α´ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του αποστόλου Παύλου. Η Κόρινθος ήταν από την αρχαιότητα μια σπουδαία και ιδιαίτερα πλούσια πόλη, καθώς έλεγχε τον ισθμό που χωρίζει την Πελοπόννησο από την υπόλοιπη Ελλάδα και αποτελούσε τον σημαντικότερο εμπορικό κόμβο του αρχαίου κόσμου. Ο απόστολος Παύλος πέρασε 18 μήνες εκεί στο δεύτερο ιεραποστολικό του ταξίδι, ιδρύοντας την τοπική εκκλησία, για να ξεκινήσει από εκεί στη συνέχεια το τρίτο ιεραποστολικό του ταξίδι (Πρα 18:18-23).  Έναν αιώνα περίπου πριν από την επίσκεψη του αποστόλου Παύλου (51-52 μ.Χ.) η πόλη, υπό ρωμαϊκή διοίκηση πλέον, γνωρίζει νέα ανάπτυξη και πλούτο, με προφανείς συνέπειες στην ηθική και γενικότερα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της, κάτι που αποτυπώνεται στην κλασική ρήση του Στράβωνα «Οὐ παντὸς πλεῖν ἐς Κόρινθον» (Γεωγραφικά, VIII, 378). Ηθικές παρεκτροπές και συμπεριφορές ασύμβατες με τη χριστιανική πίστη φαίνεται πως δεν ήταν άγνωστες ούτε μεταξύ των μελών της Εκκλησίας και σ᾽ αυτά τα πρόβλημα προσπαθεί ο απόστολος να δώσει λύση με τη συγκεκριμένη επιστολή του.

Αφού έδωσε απαντήσεις σε ζητήματα σχετικά με τις γενετήσιες παρεκτροπές (κεφ 5 και 6) και σε ζητήματα σχετικά με τον γάμο και την αγαμία (κεφ 7), έρχεται στη συνέχεια ο απόστολος να ενημερώσει τους αναγνώστες του για το ζήτημα της βρώσης ή μη των ειδωλοθύτων (κεφ 8). Τα ζώα που προσφέρονταν στους θεούς διαιρούνταν συνήθως σε τρία μέρη· ένα καιγόταν στο θυσιαστήριο ως προσφορά στους θεούς, ένα το έπαιρνε ο ιερέας και το τρίτο το κατανάλωνε αυτός που προσέφερε τη θυσία με τους δικούς του. Οι ιερείς συχνά πουλούσαν το κρέας που τους αναλογούσε, και μάλιστα σε τιμές χαμηλότερες από τις συνήθεις της αγοράς. Το ηθικό, λοιπόν, ερώτημα που απασχολούσε κάποιους χριστιανούς ήταν αν επιτρεπόταν να φάνε από κρέας που αφιερώθηκε σε ψεύτικους θεούς.

Το ζήτημα είναι, βέβαια, εντελώς αδιάφορο για τους σύγχρονους χριστιανούς, έχει όμως εξαιρετικό ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο το προσεγγίζει ο απόστολος Παύλος. Στο παραπάνω ερώτημα ο απόστολος δεν απαντά ευθέως με ένα “ναι” ή ένα “όχι”, αλλά αναπτύσσει μια θεολογική επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία τα είδωλα δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα μέσα στον κόσμο και οι άλλοι λεγόμενοι θεοί είναι ανύπαρκτοι. Αυτή τη θέση τη γνωρίζουν όλοι οι χριστιανοί, αλλά δεν θεωρεί ο απόστολος ότι αυτή η θεολογική γνώση “οικοδομεί” μια αληθινή σχέση με τον Θεό. Αντίθετα, όπως τονίζει, «όταν όμως κάποιος αγαπάει τον Θεό, αυτόν ο Θεός τον έχει γνωρίσει και αυτός έχει τη σωστή γνώση» (8:3).

Οικοδομώντας, λοιπόν, ο Παύλος πάνω σ᾽ αυτήν την προϋπόθεση, μπορεί πλέον να συμφωνήσει με τη θεολογική θέση ότι «Δεν είναι οι τροφές που θα καθορίσουν τη θέση μας απέναντι στον Θεό· ούτε αν φάμε κάποια απ’ αυτές αποκτάμε κάτι παραπάνω ούτε αν δεν φάμε χάνουμε κάτι», με την οποία αρχίζει η περικοπή (8:8). Δεν μένει όμως σ᾽ αυτό, αλλά προσθέτει και ένα άλλο κριτήριο, για όποιον θέλει να οικοδομήσει μια αληθινή σχέση με τον Θεό: «Αν κάποια τροφή μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στον αδερφό μου, δεν πρόκειται να φάω κρέας ποτέ, για να μη γίνω αιτία να πέσει ο αδερφός μου» (8:13).

Αποφασιστικό στην προκειμένη περίπτωση κριτήριο δεν είναι η ορθότητα της θεολογικής άποψης αλλά η στάση απέναντι στον αδελφό. Αλλά και αυτή η στάση υπαγορεύεται από μια θεολογική θέση, καθώς, όπως τονίζει ο απόστολος, ο «αδύναμος αδελφός» είναι αυτός «για το οποίο ο Χριστός έδωσε τη ζωή του» (8:11). Δεν αρνείται τη θεολογική αλήθεια, αλλά οδηγείται από αυτήν σε μια αληθινή σχέση με τον αδελφό και επομένως και με τον Χριστό. Όπως τονίζει: «Προσέξτε, μήπως το ελεύθερο αυτό δικαίωμά σας γίνει αιτία να σκοντάψουν και να πέσουν εκείνοι που η πίστη τους είναι αδύνατη. Πράγματι, αν κάποιος, απ’ αυτούς δει εσένα, που έχεις τη «γνώση», να κάθεσαι στο τραπέζι ενός ειδωλολατρικού ναού, δεν θα θεωρήσει σωστό, αφού αυτός είναι αδύνατος, το να τρώει τα ειδωλόθυτα; Έτσι, η δική σου «γνώση» θα προκαλέσει το χαμό αυτού του αδύνατου, του αδερφού μας, για τον οποίον ο Χριστός έδωσε τη ζωή του. Αμαρτάνοντας όμως μ’ αυτό τον τρόπο απέναντι στους αδερφούς και πληγώνοντας τη συνείδησή τους που είναι αδύνατη, αμαρτάνετε απέναντι στον ίδιο τον Χριστό» (8:9-12).

Αυτή η ταύτιση του Χριστού με τους «αδύναμους» τονίζεται και στην Παραβολή της Κρίσης (Ματ 25:31-46) που αποτελεί στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας. Η δίκη είναι σύντομη· ο κριτής δεν θα καλέσει τους κρινόμενους σε απολογία, αλλά θα εκφέρει την κρίση του με μοναδικό κριτήριο αποκλειστικά τη συμπεριφορά του καθένα απέναντι στους συνανθρώπους του. Η ανταμοιβή για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από το κριτήριο αυτό είναι «η βασιλεία που είχε ετοιμαστεί γι᾽ αυτούς από την αρχή του κόσμου» (25:34). Οι άλλοι θα καταλήξουν «στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τα πνεύματα που τον ακολουθούν» (25:41). Η βασιλεία του Θεού έχει ετοιμαστεί για όλους και περιμένει τους πάντες· η είσοδος σ᾽ αυτήν εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπό του που βρίσκεται σε ανάγκη. Αντίθετα, η ῾῾αιώνια φωτιά᾽᾽ προβλέπεται μόνο για τις αντίθεες δυνάμεις, όχι για τους ανθρώπους. Μόνον όποιος ταυτίζεται με όσους αντιστρατεύονται το θέλημα του Θεού θα καταλήξει εκεί. Η μικρή αυτή διαφοροποίηση στο λεκτικό της δεύτερης ετυμηγορίας από την πρώτη λειτουργεί και ως προειδοποίηση για τους σύγχρονους πιστούς.

Η προειδοποίηση προκύπτει από την προσεκτική παρατήρηση του όρου που χρησιμοποιεί ο Χριστός στη συγκεκριμένη παραβολή για να χαρακτηρίσει εκείνους που θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού και με τους οποίους ταυτίζεται, αφού τους αποκαλεί «αδελφούς του»: «Σας βεβαιώνω πως, εφόσον κάνατε κάτι για κάποιον από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, το κάνατε για μένα» (25:40). Τόσο ο όρος “ἐλάχιστος” (= άσημος) όσο και ο συνώνυμός του “μικρός” δεν δηλώνει στο Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον μόνον όσους έχουν ανάγκη αλλά και όσους διαδίδουν την πίστη, τους μαθητές του Χριστού: «Όποιος δέχεται εσάς δέχεται εμένα, και όποιος δέχεται εμένα δέχεται αυτόν που μ’ έστειλε στον κόσμο … κι όποιος δώσει σ’ έναν απ’ αυτούς τους άσημους ένα ποτήρι κρύο νερό επειδή είναι μαθητής μου, αλήθεια σας λέω, θα λάβει την αμοιβή του» (Ματ 10:40-42). Ανάλογο περιεχόμενο έχει και ο όρος «ἀσθενὴς άδελφός», με τον οποίον επίσης ταυτίζεται ο Χριστός στη θεολογική επιχειρηματολογία του αποστόλου Παύλου.

Υπάρχουν σήμερα πολλοί εγκρατείς στα θεολογικά ζητήματα, που αναγορεύουν εαυτούς σε κριτές της οικουμένης καταγγέλλοντας τους πάντες, πατριάρχες, συνόδους, επισκόπους, καθηγητές για δήθεν δογματικές παρεκτροπές και προδοσία της αληθινής πίστης, κι ακόμα κάποιοι που δεν διστάζουν να αποκοπούν από την Εκκλησία και να δημιουργήσουν δικές τους ομάδες ως ῾῾γνήσιοι᾽᾽, ως ῾῾ενιστάμενοι᾽᾽ ή ως ῾῾αποτοιχισμένοι᾽᾽ ορθόδοξοι και άλλες παρόμοιες, σκανδαλίζοντας και παρασύροντας πολλούς πιστούς που εντυπωσιάζονται από τις ῾῾γνώσεις᾽᾽ τους και την επιχειρηματολογία τους.

Προς όλους αυτούς που καυχώνται για τη θεολογική τους γνώση απευθύνεται ο απόστολος Παύλος με το αποστολικό ανάγνωσμα της τρίτης Κυριακής του Τριωδίου προειδοποιώντας: «Προσέξτε όμως, μήπως το ελεύθερο αυτό δικαίωμά σας γίνει αιτία να σκοντάψουν και να πέσουν εκείνοι που η πίστη τους είναι αδύνατη … Έτσι, η δική σου “γνώση” θα προκαλέσει τον χαμό αυτού του αδύνατου, του αδελφού μας, για τον οποίο ο Χριστός έδωσε τη ζωή του. Αμαρτάνοντας όμως μ᾽ αυτόν τον τρόπο απέναντι στους αδελφούς και πληγώνοντας τη συνείδησή τους που είναι αδύνατη, αμαρτάνετε απέναντι στον ίδιο τον Χριστό» (8:9-12).

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: