Το νοητικό πείραμα του Σρέντινγκερ με τη γάτα είναι γνωστό σχεδόν έναν αιώνα τώρα. Μια γάτα, μια φιάλη με δηλητήριο και μια ραδιενεργή πηγή τοποθετούνται σε σφραγισμένο κουτί. Αν ο εσωτερικός μετρητής ανιχνεύσει ραδιενέργεια (π.χ. μια διάσπαση ατόμου), η φιάλη θρυμματίζεται ελευθερώνοντας το δηλητήριο που σκοτώνει τη γάτα. Η θεώρηση της σχολής της Κοπεγχάγης για την κβαντομηχανική υπονοεί ότι μετά από λίγο η γάτα είναι ταυτόχρονα ζωντανή και νεκρή. Όμως, όταν κάποιος κοιτάει στο κουτί, τη βλέπει είτε ζωντανή είτε νεκρή, αλλά ποτέ και ζωντανή και νεκρή.
Για να μιλήσουμε για τον Θεό, για την αγάπη Του και για τις ενέργειές Του, έχουμε δύο επιλογές: Πρώτη, μέσα από το κουτί, με τον κίνδυνο ανά πάσα στιγμή ο λόγος μας να νεκρωθεί από το δηλητήριο της υποκειμενικότητας. Αλλά ακόμη κι αν ο λόγος μας είναι ζωντανός/αντικειμενικός, επικρέμαται η απειλή του νοηματικού θανάτου, καθώς με την ελάχιστη μεταβολή των συνθηκών ο λόγος αυτοπεριορίζεται σε νεκρές λέξεις. Δεύτερη επιλογή, έξω από το νοητικό κουτί. Εδώ το διακύβευμα είναι τεράστιο. Εάν ο τελών το πείραμα μεταβληθεί σε παρατηρητή, ο λόγος για τον Θεό (η γάτα του Σρέντιγκερ) εμφανίζεται ως ζωντανός ή νεκρός, ενώ στην ουσία είναι νεκροζώντανος.
Ο της Δαμασκού Ιωάννης έχει επιλύσει με συγκλονιστικό τρόπο το πείραμα του Θεο-λογείν, κυρίως ως πάσχων τα Θεία στον εσώκοσμό του και ταυτόχρονα ως αναζητητής-παρατηρητής των ενεργειών του Θεού στην κτίση. «Ἀνθρώπιναι λέξεις Θεοῦ οὐσίαν ἐρμηνεῦσαι οὐ δύνανται. Ἔστιν ὅτε καὶ θεολογεῖν ἐπιχειροῦσιν, ὅπου καὶ ἡ ἀλήθεια ἀνέφικτος καὶ ὁ στοχασμὸς ἐπικίνδυνος. Εἰ ζητεῖς Θεόν, ὦ διάνοια, ἐξελθοῦσα ἀπὸ σεαυτῆς ἀναζήτει»1. Το άλμα στο κενό είναι τεράστιο. Όχι μόνο οφείλεις να βγεις απ’ το κουτί της διάνοιάς σου, όχι μόνο να αποβάλεις ως ανέφικτη την εν λόγω προσέγγιση της αλήθειας και τον στοχασμό ως επικίνδυνο, αλλά, κυρίως, να απεκδυθείς τη στολή του παρατηρητή και να ξανακλειστείς εκούσια στο κουτί της ζωής για να δοκιμαστεί η ελευθερία σου. Να δώσεις τη μάχη μέχρι τέλους, ώσπου ή να πέσεις ηρωικά, δηλητηριασμένος από τον πνευματικό θάνατο της αμαρτίας ή να αναστηθείς μαζί με τον Χριστό που καταργεί τον θάνατο, τους παρατηρητές και τα πειράματα/πειράγματα.
Ο Θεός είναι αγάπη αλλά η αγάπη δεν είναι Θεός. Δεν ορίζει, δεν περιγράφει επιστημονικά τον Θεό ο πρώτος θεολόγος Ιωάννης ο ευαγγελιστής λέγοντας: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν· καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ μένει, καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ»2. Λίγες γραμμές νωρίτερα σημειώνει: «Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν»3. Η αγάπη είναι εκ του Θεού. Είναι αγαπητική ενέργεια/Χάρις αναβλύζουσα από την ουσία/φύση Του. Δεν είναι ο Θεός ως υπόσταση. Δεν ταυτίστηκε ποτέ η ενέργεια του Θεού με την ουσία Του στην ορθόδοξη Ανατολή. Αντίθετα στην αιρετίζουσα Δύση ταυτίστηκαν και περιγράφηκε ο Θεός ως καθαρή ενέργεια (actus purus). Και στην άπω Ανατολή ως σακραμενταλιστική πανθεϊστική ενέργεια που απορροφά το είναι (Brahman).
Ο πύργος της Θεολογίας και ηγαπημένος μαθητής του Χριστού γράφει λόγον προτρεπτικόν για να μας οικοδομήσει πνευματικά: ‘‘Αδερφοί, ας αγαπιόμαστε μεταξύ μας, καθώς η αγάπη είναι/ενεργείται από τον Θεό κι αν θέλεις να γίνεις αγαπών πρώτα να γίνεις αγαπημένος με την εκ Θεού γέννηση και τη γνώση Του’’. Πώς γίνεσαι αγαπημένος του Χριστού; Εάν ελεύθερα/μεθεκτικά αποδεχθείς την αγάπη Του: «Ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν»4. Σε αυτό συνίσταται η αγάπη, στο ότι Εκείνος πρώτα μας αγάπησε και σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος Του ως ιλασμός για τις αμαρτίες μας. Ώστε εμείς να ζήσουμε αιώνια ως μέτοχοι της Λογοαγάπης του σαρκωμένου Θεού, του Φωτός που «ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον ἵνα ἡμᾶς ποιήσῃ συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς»5
Ποια είναι η άνωθεν εκ Θεού γέννηση; Έχει απαντηθεί από τον Κύριο στον Νικόδημο: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»6. Ποια είναι η γνώση του Θεού; Πότε είμαστε βέβαιοι πως Τον γνωρίζουμε; «Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐγνώκαμεν αὐτόν, ἐὰν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν»7. Πώς ανταποκρίνεται η ηγαπημένη και αγαπώσα καρδία που έχει γευτεί μια ρανίδα από την αγάπη του Χριστού; Απαντά και πάλι ο ευαγγελιστής και απόστολος της αγάπης Ιωάννης: «Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἵνα τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν· καὶ αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν». 8
Αλλά και αυτός ο Λόγος ανατρέπει με τον λόγο Του όποια φαντασιακή, ιδεολογική ή ηθική ερμηνεία της αγάπης: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, κἀγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν»9. Δεν αρκεί να γνωρίζεις και να έχεις τις εντολές. Όποιος τις τηρεί αυτός αγαπάει τον Κύριο. Ποιες είναι οι εντολές; «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολή. καὶ δευτέρα ὁμοία, αὕτη· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. μείζων τούτων ἄλλη ἐντολὴ οὐκ ἔστι»10 και αλλού «εάν τις ἀγαπᾷ με τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιησόμεθα»11.
Ο Θεός είναι αγάπη αλλά η αγάπη δεν είναι Θεός. Ο Θεός κινείται εν χρόνω, ενεργεί, αποστέλλει, χαρίζει την αγάπη Του στον κόσμο εν τη υποστάσει του Λόγου. Δε σαρκώνεται η αγάπη του Πατρός, αλλά ο Λόγος Του. Δεν υποστασιάζεται η ενέργεια του Θεού, αλλά ενεργεί αυτουργών ο Υιός με την προαιώνια ευδοκία του Πατρός και την τελειωτική συνέργεια του Πνεύματος. Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να φανερώσει την υπερούσια και απρόσιτη ουσία του Θεού, αλλά να κάνει μεθεκτή την αγαπητική Του ενέργεια για τον κόσμο και να χαρίσει την αιώνια ζωή στους ανθρώπους: «Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ θεὸς τὸν κόσμον ὥστε τὸν υἱὸν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλὰ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»12. Άλλο είναι να λέμε πως με την Ενσάρκωση φανερώθηκε και πραγματώθηκε η απύθμενη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και άλλο πως ο Θεός είναι αγάπη γενικώς και αορίστως, ερήμην και εκτός της Ενσάρκωσης του Λόγου. Ακόμη βλασφημότερο και θεολογικά ανήκουστο πως η αγάπη είναι ο τρόπος ύπαρξης του Θεού, το οντολογικό Του είναι. Η αγάπη είναι ο τρόπος να ζούμε και να μετέχουμε εμείς οι άνθρωποι της αγάπης του Θεού δια της αγάπης προς τους αδερφούς. «Αγαπητοί, ει όντως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» 13.
Από πού προκύπτει πως μπορούμε να περιγράψουμε με λόγους τον τρόπο ύπαρξης του Θεού; Δεν είναι παντελώς απρόσιτη η Θεία φύση, η Υπερούσιος Ουσία του Τριαδικού Θεού για τους ανθρώπους; «Θεὸν φράσαι μὲν ἀδύνατον, νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον· τὸ μὲν γὰρ νοηθέν, τάχα ἂν λόγος δηλώσειεν, εἰ καὶ μὴ μετρίως, ἀλλ’ ἀμυδρῶς γε»14, γράφει ο δεύτερος θεολόγος της Εκκλησίας, Γρηγόριος. Μία χιλιετία αργότερα ένας άλλος Γρηγόριος, ο Θεσσαλονίκης Παλαμάς, περιγράφει εκτυπώτερον: «…καὶ ἀπὸ τοῦ μετέχεσθαι καὶ ἀπὸ τοῦ μηδαμῶς μετέχεσθαι γινώσκεται ὁ Θεός…»15. Αυτό σημαίνει πως ο Θεός γίνεται γνωστός και κοινωνείται μέσω των ακτίστων ενεργειών Του (μετέχεσθαι) και ταυτόχρονα παραμένει παντελώς άγνωστος και αμέθεκτος κατά την ουσία Του (μηδαμώς μετέχεσθαι). Ακόμη και στο απόγειο της θεοπτίας του καθαγιασμένου ανθρώπου ο Θεός καθορώμενος παραμένει αόρατος.
Προφανώς δεν υπάρχει, σύμφωνα με την καθόλου αγιοπατερική παράδοση, ανενεργής ουσία ούτε ανυπόστατος ενέργεια. Η θεία ενέργεια είναι ουσιώδης, δηλαδή πηγάζει από την ουσία του Θεού, και εκδηλώνεται απλώς και ενιαίως, αλλά και (εν)υποστατικώς στην Ενσάρκωση. Ο Τριαδικός Θεός είναι ο “ενεργών” μέσω των ακτίστων ενεργειών Του παραμένοντας πάντοτε απρόσιτος ως προς την ουσία Του. Ά-φρων και α-νόητη θα παραμένει για πάντα οποιαδήποτε απόπειρα περιγραφής του τρόπου ύπαρξης του Θεού.
Καταρχήν ο Θεός δεν υπάρχει αλλά είναι. Δε μετέχει στο είναι. Συνιστά, γεννά και ενεργεί το είναι. Είναι το είναι ή μάλλον το Υπερ-είναι: «καί τῷ Μωυσῆ δέ χρηματίζων ὁ Θεός, οὐκ εἶπεν ‘‘ἐγώ εἰμί ἡ οὐσία, ἀλλ’ ἐγώ εἰμί ὁ ὤν’’˙ οὐ γάρ ἐκ τῆς οὐσίας ὁ ὤν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὄντος ἡ οὐσία˙ αὐτός γάρ ὁ ὤν ὅλον ἐν ἐαυτῷ συνείληφε τό εἶναι»16, αποσαφηνίζει ο της Ορθοδοξίας φωστήρας Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ούτε στην ουσία Του εξαντλείται ούτε στην ενέργειά Του ο Θεός. Γι’ αυτό οι Πατέρες ομιλούν για Υπερούσιο Ουσία, για Υπερουσιότητα και για ενεργούντα και αυτουργούντα Θεόν. Όχι όμως ανθρωπομορφικώς. Δεν υπάρχει στον Τριαδικό Θεό τρόπος ύπαρξης. Ούτε τρόπος του είναι ούτε τρόπος ύπαρξης της ουσίας ούτε τρόπος του ενεργείν. Ούτε είναι δύο οι φύσεις του Θεού, μία η ουσία και μία η ενέργειά Του. Μία φύση, μία υπερούσιος ουσία, μία άκτιστη ενέργεια «μία θεότης ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν ἀσυγχύτως ἡνωμέναις καὶ ἀδιαστάτως διαιρουμέναι»17, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό.
Στη φανέρωση της Τριάδος οικονομικώς, εν τη υποστάσει του Λόγου, πραγματοποιείται η προαιώνια βουλή του Θεού να προσλάβει και να θεώσει το ανθρώπινον. Τώρα, ο τρόπος να ενεργήσει (εν)υποστατικώς την αγάπη του ο Θεός είναι ψηλαφητός και περιγραπτός και ονομάζεται Ενσάρκωση του Λόγου, ενανθρώπιση του Υιού. Μοναδική και πηγαία αιτία; Η αγάπη του Θεού και Πατρός: «Ὁ Θεὸς καὶ Κύριος, διὰ πόθον τῆς κτίσεως τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν διὰ σταυροῦ εἰς θάνατον παρέδωκεν· ‘‘οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν μονογενῆ ἑαυτοῦ Υἱὸν δοῦναι εἰς θάνατον ὑπὲρ αὐτοῦ’’. Οὐχ ὅτι οὐκ ἠδύνατο ἐν ἄλλῳ τρόπῳ λυτρώσασθαι ἡμᾶς, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἑαυτοῦ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐν τούτῳ εὑρέθη διδάσκων ἡμᾶς. Καὶ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ μονογενοῦς ἑαυτοῦ Υἱοῦ προσηγγίσεν ἡμᾶς πρὸς ἑαυτόν. Καὶ εἰ εἶχε τιμιώτερον αὐτοῦ, ἔδωκεν ἂν ἡμῖν, ὅπως ἐν αὐτῷ εὑρέθη αὐτῷ τὸ γένος ἡμῶν. Καὶ διὰ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ τὴν πολλὴν οὐκ εὐδόκησε τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν βιάσασθαι, κἂν δυνατὸς ᾖ ποιῆσαι, ἀλλὰ τῇ ἀγάπῃ τοῦ φρονήματος ἡμῶν πλησιάσαι αὐτῷ. Καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὑπήκουσε τῷ Πατρὶ αὐτοῦ, διὰ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ τὴν πρὸς ἡμᾶς..» 18, περιγράφει εμπειρικά ο εκ της Συρίας Ισαάκ.
Η αγάπη είναι κοινή ενέργεια της Θεότητος, την οποία διάχυσε στην κτίση ο σαρκωθείς, σταυρωθείς και αναστάς Ιησούς Χριστός με την πηγαία ευδοκία του Πατρός και τη συνεργική χάρη του Παρακλήτου. Η αγάπη είναι ο τρόπος ενσωμάτωσής μας στην αγιασμένη θεανθρωπότητα του Χριστού δια του Μυστηρίου της Εκκλησίας. Είναι ο τρόπος να μας ελκύει η Λογοαγάπη/Χριστός στην καινή ζωή της Βασιλείας του Θεού. Άρα, η αγάπη δεν είναι ο τρόπος ύπαρξης του Θεού, αλλά ο τρόπος ύπαρξης ημών εν τω Χριστώ ή καλύτερα ο τρόπος του ζην εν Χριστώ και του Χριστού εν ημίν, όπως διαβεβαιώνει ο των εθνών απόστολος Παύλος: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» 19.
Ο τρίτος θεολόγος της Εκκλησίας, ο νέος θεολόγος Συμεών, ξεδιαλύνει οριστικά το νοηματικό πλαίσιο και τη χρήση της λέξης αγάπη επί Θεού και επί ανθρώπων: «Πατήρ ὀνομάζεται ὁ Θεός, πατέρες καλοῦνται καί τῶν ἀνθρώπων οἱ πλείονες· Υἱός Θεοῦ ὁ Χριστός καί Θεός, υἱοί πάλιν ἀνθρώπων ἡμεῖς· Πνεῦμα Θεοῦ τό πανάγιον Πνεῦμα, πνεύματα λέγονται καί ἡμῶν αἱ ψυχαί· ζωή ὁ Θεός, ζῆν λεγόμεθα καί ἡμεῖς· ἀγάπη ὁ Θεός, ἀγάπην ἔχουσιν εἰς ἀλλήλους καί οἱ λίαν ἁμαρτωλοί. Τί οὖν; Τήν τῶν ἀνθρώπων ἀγάπην καλέσεις Θεόν; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Ἀλλ᾿ εἰρήνην τήν εἰς ἀλλήλους ἐν τῷ μή διαμάχεσθαι ἤ ἀμφιβάλλειν περί τινος, τοῦτο εἴποις εἶναι “εἰρήνην τήν ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν”; Οὔμενουν. Ἀλλά ἀλήθειαν Θεοῦ τό μή εἰπεῖν σε λόγον ψευδῆ πρός τινα; Οὐδαμῶς. Ὥσπερ γάρ λόγοι μέν ἀνθρώπων ῥευστοί καί διακενῆς, ὁ δέ τοῦ Θεοῦ Λόγος ζῶν τέ ἐστι καί ἐνυπόστατος καί ἐνεργής, Θεός ἀληθής, οὕτω δή καί ἡ ἀλήθεια, ὁ Θεός, ὑπέρ ἔννοιαν καί ὑπέρ λόγον ἀνθρώπων ἐστίν· ἄτρεπτος, ἄρρευστος, ἐνυπόστατός τε ὑπάρχει καί ζῶν. Οὕτω τοιγαροῦν οὔτε τό ὕδωρ τό παρ᾿ ἡμῖν ὡς τό ὕδωρ ἐκεῖνο τό ζῶν, οὔτε ὁ ἄρτος ὁ παρ᾿ ἡμῖν ὡς ἐκεῖνος ὁ ἄρτος ἐστίν, ἀλλά καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, ἅπαντα φῶς ἐκεῖνα καί φῶς ἕν ὁ Θεός, οὗ μετασχών τις τῇ μετοχῇ ἐκείνου μέτοχος ἀμφοῖν γίνεται πάντων ὧν εἴπομεν ἀγαθῶν. Γίνεται δέ καί πρᾷος καί ταπεινός· ταῦτα δέ πάλιν φῶς σύν τοῖς εἰρημένοις εἰσί, μᾶλλον δέ σύν τῷ φωτί ἔχει καί ταῦτα ὁ ἔχων ἐκεῖνο τό φῶς.»20.
Για ποια αγάπη επομένως μιλάμε εμείς οι άνθρωποι, όταν κατηγορηματικά και επιστημονικά αναφωνούμε ότι ο Θεός είναι αγάπη; Εάν εννοούμε την αγάπη του Λόγου για εμάς τους αμαρτωλούς ανθρώπους, δηλαδή τον Χριστό/Λογοαγάπη, τότε ναι, αυτή περιγράφεται στο μέτρο που βιώνεται η Χάρις Του ως αγάπη. Δεν είναι όμως ένας ορισμός του Θεού γιατί, ούτως ή άλλως, ο Θεός δεν ορίζεται, αλλά μετέχεται. Η κατά χάριν μετοχή στην άπειρη αγάπη του Θεού πραγματώνεται εντός του Μυστηρίου της Εκκλησίας με την εν μετανοία ελεύθερη κατάθεση και παιδαγωγία του θελήματος του ανθρώπου εν Χριστώ. Αρκεί ο άνθρωπος να θελήσει, και ο Παράκλητος στέργει προς ενίσχυση με τη Χάρη που μεταβάλλεται -ατμήτως και ανάλογα με το στάδιο της πνευματικής ωριμότητας του πιστού -σε χάρη μετανοίας, φωτισμού ή θεώσεως.
Εάν εννοούμε την εις αλλήλους εν Χριστώ αγάπη που εντέλλεται ο Κύριος (αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς)21, αφού πρώτα τη δίδαξε εν τω σταυρώ, τότε ναι, αυτή η αγάπη, η σταυρωμένη, μοιράζεται αδιαιρέτως και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως επουλώνοντας όλες τις πληγές των ανθρώπων και της κτίσης. Είναι η φιλότιμη εν έργοις ανταπόκριση των αγίων φίλων του Θεού στην τρωθείσα υπό της Λογοαγάπης καρδίας τους. «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ πῦρ φιλόϋλον»22, γράφει ο της Αντιοχείας θεοφόρος Ιγνάτιος. Δεν είναι μια αγάπη, μια οποιαδήποτε αγάπη, μια αγάπη του κόσμου. «Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ»23 και «ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ»24, μας προειδοποιεί ο μαθητής της αγάπης.
Ο Θεός είναι αγάπη αλλά η αγάπη δεν είναι Θεός. Κάθε αγάπη δεν είναι Χριστοαγάπη. Έξοχα περιγράφει τα είδη της αγάπης ο συγγραφέας των κεφαλαίων περί αγάπης, Μάξιμος ο ομολογητής: «Για τις εξής πέντε αιτίες οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλο: -Για τον Θεό, όπως ο ενάρετος τούς αγαπάει όλους, και όπως κάποιος αγαπάει τον ενάρετο, έστω κι αν ο ίδιος δεν έγινε ακόμα ενάρετος. -Για φυσικούς λόγους, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, και αντιστρόφως. -Από κενοδοξία, όπως αγαπάει κάποιος αυτόν που τον δοξάζει. -Από φιλαργυρία, όπως εκείνος που αγαπάει τον πλούσιο γιατί του δίνει χρήματα. -Από φιληδονία, όπως εκείνος που αγαπάει ένα πρόσωπο, γιατί του ικανοποιεί τη γαστριμαργία ή τη σαρκική του επιθυμία. Απ’ αυτές λοιπόν τις αιτίες, η πρώτη είναι αξιέπαινη, η δεύτερη ούτε επαινετή ούτε αξιοκατάκριτη, ενώ οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς»25 .
Μόνον ο Θεός αγαπά ελεύθερα χωρίς καμιάν αιτία, χωρίς αναγκαιότητα, χωρίς συνάρτηση με τίποτα. Γι’ αυτό και η αγάπη Του είναι υπερέχουσα κάθε αγάπης. Δεν είναι κτιστή ενέργεια, αλλά άκτιστη. Ο σαρκωμένος Θεός είναι η Υπεραγάπη, η Παναγάπη, η Λογοαγάπη. Όμως, το πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτήν την αγάπη εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική μας ζωή και ελευθερία, την προαίρεσή μας. Ο Θεός δείχνει την ίδια αγάπη σε όλους τους ανθρώπους «καὶ τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους»26. Η αγάπη Του ταυτίζεται με τη δικαιοσύνη Του. Δεν υπάρχει διάσταση και αντίθεση μεταξύ τους, αλλιώς δε θα ήταν απλή, ακέραιη και ενιαία η αγαπητική Του ενέργεια.
Χάριν παραδείγματος: Ο Χρυσόστομος Ιωάννης σημειώνει πως αγάπη Θεού είναι και η παιδαγωγία. Σύμφωνα με τον Άγιο, η επέμβαση του Θεού στον Πύργο της Βαβέλ (η σύγχυση των γλωσσών) δεν ήταν μια πράξη εκδίκησης, αλλά έκφραση της αγάπης, της φιλανθρωπίας και της πρόνοιάς Του προς τους ανθρώπους. Στην 30ή Ομιλία του στη Γένεση27, ο Χρυσόστομος ερμηνεύει το γεγονός ως μια σωτήρια παρέμβαση του Θεού, για να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να διολισθήσουν σε μεγαλύτερη κακία και αλαζονεία. Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι ο Θεός είναι αγαθός και φιλάνθρωπος όχι μόνο όταν ευεργετεί, αλλά και όταν τιμωρεί, καθώς η τιμωρία αυτή -η σύγχυση και ο διασκορπισμός- λειτουργεί ως φρένο στη διάπραξη της αμαρτίας και, κυρίως, εκριζώνει την αιτία της αμαρτίας που είναι πάντα μία και η αυτή: η έπαρση και η υπερηφάνεια.
Εάν καταθέσουν τη γνώμη τους όλοι οι φυσικοί επιστήμονες της υφηλίου περί ενός νοητικού πειράματος και δεν μιλήσει ο καθηγητής Αϊνστάιν, μισές αλήθειες θα πούμε και ελλιπής θα είναι η προσέγγισή μας. Έτσι, και για το ‘‘πείραμα’’ της αγάπης. Αν ρωτούσαμε τον καθηγητή της αγάπης, τον Απόστολο Παύλο, θα μας έλεγε: «Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους· ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε· τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». 28 Θα μας έψελνε τον ύμνο της αγάπης και θα μας υπενθύμιζε πως η αγάπη είναι καρπός του Πνεύματος που μαζί της φέρει και γεννά τη χαρά, την ειρήνη, την πραότητα29 και όλα τα αγαθά της Χάριτος που επιδαψιλεύει ο Χριστός στα παιδιά και τους αδερφούς Του. Άνθρωπος έμπλεος αγάπης δεν είναι αυτός που προσπαθεί να αγαπήσει τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, αλλά αυτός που μετέχει ελεύθερα και εμπράκτως στην εν Πνεύματι αγάπη του Χριστού για τον κόσμο. Η αγάπη του Θεού οικειοποιείται Χάριτι από τον αγαπώμενο και αγαπώντα εν Χριστώ άνθρωπο και αντιδωρίζεται στον πλησίον, δε συντηρείται αυτιστικά προς χρήση και κατανάλωση από τον ίδιον.
Τι σημαίνει όμως να «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν»;30 Απαντά ο της Σερβίας νέος Ιουστίνος: «Αγάπησε τον πλησίον σου όπως αγαπάς και τον δικό σου χριστοειδή και θεούμενο εαυτό, τη δική σου καθαρμένη εικόνα του Θεού και το Πρωτότυπό της»31. Με άλλα λόγια, αγάπησέ τον όπως θα τον αγαπούσε ο Χριστός με την καινή Λογοαγάπη Του. «Το υπόδειγμα της αγάπης και της φιλανθρωπίας το τέλειο και παντέλειο υπόδειγμα είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είμαστε υπόχρεοι στην αγάπη του Χριστού, την οποία αδιάκοπα βλέπουμε και ζούμε και για την οποία δεν αξίζουμε και για χάρη αυτής της αγάπης πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Αύτη είναι η νέα αγάπη και η νέα εντολή περί της αγάπης. Καινή, νέα, καινούργια, γιατί αγαπά τον άνθρωπο ενώ είναι αμαρτωλός. Καινή, γιατί σπλαχνίζεται τον αμαρτωλό. Γι’ αυτό η χριστολογική αυτή αγάπη, η τόσο τέλεια και σωτηριώδης, έγινε η πρώτη υποχρέωση των χριστιανών, ‘‘όφείλομεν αλλήλους αγαπάν’’. Γιατί εκπληρώνοντας αυτή την υποχρέωση συνεχίζουμε το θεανθρώπινο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, σώζουμε ‘‘εαυτούς και αλλήλους’’ ή ακριβέστερα σωζόμαστε διά μέσου των άλλων».32
Όταν μιλούμε θεωρητικά για την αγάπη χωρίς να την πραγματοποιούμε προς στους άλλους και για τους άλλους, τότε είμαστε απλώς αλαλάζοντα κύμβαλα κατά τον Παύλο, νεκροζώντανες πνευματικά υπάρξεις που απλώς φλυαρούν. Η κατ’ εντολή του Χριστού και με τον τρόπο του Χριστού (με ελευθερία, ταπείνωση και διάκριση) αγαπητική εγκόλπωση των αδελφών σώζει όντως τους άλλους σώζοντας κι εμάς. Αντίθετα, η κενή αγαπολογία απέχει από την Καινή Λογοαγάπη, όσο απέχει η μια άκρη του απείρου από την άλλη. Όσο απέχει η ηθική/πνευματιστική αγάπη των Ινδουιστών, αλλά και των ορθολογιστών της προτεσταντικής Δύσης από την αυτοθυσιαστική αγάπη ενός και μόνο Ορθόδοξου Χριστιανού που πέφτει στη φωτιά για να σώσει τον άγνωστο και αμαρτωλό συνάνθρωπό του.
«Πολλοί μέν πολλά περί ἀγάπης εἰρήκασιν· ἐν μόνοις δέ τοῖς Χριστοῦ μαθηταῖς ταύτην ζητήσας, εὑρήσεις· ἐπεί καί μόνοι αὐτοί εἶχον τήν ἀληθινήν Ἀγάπην τῆς ἀγάπης διδάσκαλον, περί ἧς ἔλεγον· Ἐάν ἔχω προφητείαν, καί εἰδῶ τά μυστήρια πάντα, καί πᾶσαν τήν γνῶσιν, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι. Ὁ οὖν κτησάμενος τήν ἀγάπην, αὐτόν τόν Θεόν ἐκτήσατο· ἐπειδή ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν.»33, συγκεφαλαιώνει η θεωμένη διάνοια του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή στις Εκατοντάδες περί αγάπης.
«Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστέ, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις »34. Από αυτό θα γνωρίσουν όλοι οι άλλοι ότι είμαστε μαθητές Του, από την αγάπη που λαμβάνουμε εκ του Χριστού εν Πνεύματι και διαμοιράζουμε στους άλλους. Όπως μοιράστηκε η τροφή στην έρημο και χόρτασαν όλοι και περίσσεψε. Όπως μοιράζεται το σώμα και το αίμα του Χριστού στη Θεία κοινωνία και χορταίνει και ξεδιψά και θεραπεύει όλους κι όμως πάντα περισσεύει.
Ναι, ο Θεός είναι αγάπη και κάθε αγάπη δεν είναι Θεός, αλλά μπορεί να γίνει ένθεη και αναμάρτητη. Επειδή ο Χριστός θέλει να μας ενσωματώσει στη Λογοαγάπη Του φωτίζοντας κάθε αγνή αγάπη της ζωής. Επειδή η αγάπη Του είναι κρυμμένη μέσα στους λόγους των όντων. Ίσως γι’ αυτό δε μας το είπε ποτέ ο Ίδιος πως ‘‘εγώ είμαι η αγάπη’’. Ενώ είπε: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου35, ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή36, ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή37, ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς38, ἡ θύρα τῶν προβάτων39, ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή»40 κ.ά., δεν είπε ποτέ ‘‘εγώ είμαι η αγάπη’’. Για να Τον ποθούμε εμείς διαρκώς και να μας αποκαλύπτεται μέσα σε όλες και μέσα απ’ όλες τις αγάπες. Για να αναγάγουμε όλες τις αγάπες μας στο μεγάλο Ελκυστή, την προσηλωμένη αγάπη Του εν τω σταυρώ, όπως ο Ίδιος το προφήτευσε: «Κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν»41.
Για το νοητικό πείραμα της φυσικής με τη γάτα του Σρέντιγκερ διατυπώθηκε ο αντίλογος από τον Steven Weinberg42: Ο παρατηρητής και τα επισυμβαίνοντα μέσα στο κουτί μπορούν και πρέπει να περιγραφούν από μια ενιαία κυματοσυνάρτηση. Στο πείραμα της ζωής μόνον οι θεούμενοι, οι άγιοι φίλοι του Χριστού είναι ικανοί να περιγράψουν εμπειρικά αυτό που συμβαίνει στον άνθρωπο, όταν βιώνει τη νέα Ζωή που κληρονόμησε ο Χριστός με τη Λογοαγάπη Του. Τολμώντας ο Νικόλαος της Αχρίδας, διατυπώνει:
«Μέγιστος θα είσαι τότε, όταν τον εαυτό σου με τη σκέψη μεταμορφώσεις σε τίποτα. Όταν με το πνεύμα υψωθείς έως το Πνεύμα το ατελείωτο και δίχως τέλος, και παρατηρείς τον εαυτό σου απ’ αυτό το ύψος, από μακριά, σαν ένα αντικείμενο, κατά τον ίδιο τρόπο αντικειμενικά όπως τώρα, που από το σώμα παρατηρείς όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα γύρω σου. Όταν από αυτό το ύψος, την απόσταση, κοιτάξεις τον εαυτό σου ως νεκρό, σαν σκόνη σκορπισμένη, εξαφανισμένο και αισθανθείς όλα τα υπόλοιπα σώματα -όλα και καθενός- ως δικά σου. Όταν υποδύεσαι την Αθανασία και τη Ζωή, ώστε να γνωρίσεις την ελεεινή και μάταιη δουλεία του θανάτου και γνωρίσεις τον ίδιο τον θάνατο στο παρελθόν∙ λέω στο παρελθόν, χωρίς όμως παρόν και μέλλον. Τότε ο θάνατος, που ασταμάτητα απειλεί να σου πάρει το σώμα, δεν θα είναι για εσένα πιο φοβερός από τον άνεμο, που απειλεί να σου πάρει το καπέλο. Αφού τότε θα ξέρεις, ότι η ψυχή σου μπορεί δίχως σώμα όπως και το κεφάλι δίχως καπέλο».43
Η λύση της εξίσωσης της ζωής είναι η Αγάπη που νικά τον θάνατο, είναι η Ανάσταση του Ζωοδότου, είναι η Ειρήνη Του που δεν εκπίπτει ποτέ. Ενώπιον του αναστημένου Λόγου όλα τα κλείθρα διαλύονται, όλοι οι τάφοι κενώνονται, όλα τα πειραματικά κουτιά ανοίγουν, όλες οι κυματοσυναρτήσεις καταρρέουν. Ενσώματος και Πνευματοφόρος ο Χριστός μάς δείχνει τους τύπους των ήλων. Και σ’ όποιον ψάχνει και ρωτά: ‘‘Μα πού ‘ναι η αγάπη;’’, Εκείνος πάντοτε απαντά: «ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοί44 .
π. Κωνσταντίνος Μπάλλος
8 Μαΐου 2026 μ.Χ.
Μνήμη του υιού της βροντής και πρώτου θεολόγου Ιωάννου ευαγγελιστού, του ηγαπημένου.
Σημειώσεις:
1) PG 95, 1085D. 2) Α΄ Ιω. 4,16. 3) Α΄ Ιω. 4,7. 4) Ά Ιω. 4,10. 5) Ῥωμ. 8, 29. 6) Ιω.3,3. 7) Α’ Ιω. 2,3. 8) Α΄ Ιω. 5,3. 9) Ιω. 14,21 10) Μρκ 12,29-31. 11) Ιω. 14,21. 12) Ιω. 3,16. 13) Α’ Ιωάν. 4,11. 14) Θεολογικός Λόγος, 2, 4. 15) Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος Α’, Κεφάλαιο Γ’, στίχ. 16 (PG 150, 1124B). 16) Κατάλογος ἐκ τῶν ἐκβαινόντων ἀτόπων 12, Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά συγγράμματα, τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 666. 17) «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» (Λόγος Α’, Κεφάλαιο Η’). 18) Ισαάκ του Σύρου ΑΣΚΗΤΙΚΑ, Λόγος ΠΑ. 19) Γαλ. 2,20. 20) Συμεών του νέου θεολόγου ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ. 21) Ιω, 15,12. 22) Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Προς Ρωμαίους Επιστολή ,κεφΖ’. 23) Α’ Ιω. 2,15. 24) ‘Α Ιω. 3,18. 25) Β’ εκατοντάδα κεφαλαίων περί αγάπης, στιχ. 9. 26) Ματθ. 5,48. 27) Ε.Π.Ε. 46 σελ. 12-20. 28) Ρωμ. 13, 8-9. 29) ‘Α Κορ. 13,1-13. 30) Λουκ. 10,27. 31) ΟΔΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ, αρχιμανδρίτης ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ σελ. 105 εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ. 32) Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, «Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου» σελ.115,116 ἐκδόσεις ἐν πλῷ. 33) Μαξίμου του Ομολογητού «Δ’ εκατοντάδα κεφαλαίων περί αγάπης», στιχ.100. 34) Ιω. 13,35. 35) Ιω. 8,12. 36) Ιω. 14,6. 37) Ιω. 11,25. 38) Ιω. 6,51 39) Ιω. 10,7. 40) Ιω. 15,1. 41) Ιω. 12,32. 42) Steven Weinberg Όνειρα για μια Τελική Θεωρία, 1995 εκδόσεις κάτοπτρο. 43) Στοχασμοί περί καλού και κακού, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, ἐκδόσεις ἐν πλῷ (σελ. 24-25). 44) Ιω. 4,26




