Ο προφήτης Αμώς οι λόγοι του οποίου περιέχονται στο ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης καταγόταν από το χωριό Θεκουέ, χτισμένο σε υψόμετρο 850 μέτρων περίπου, στα υψώματα των δυτικών παρυφών της ερήμου του Ιούδα, 8 χλμ. νότια της Βηθλεέμ και 17 χλμ. νότια της Ιερουσαλήμ. Ήταν κτηνοτρόφος (1:1· 7:14) και γεωργός (7:14), αλλά έδρασε περιστασιακά ως προφήτης στο βασίλειο του Ισραήλ. Παρά τις δύο χρονολογικές ενδείξεις που περιέχονται στην επιγραφή του βιβλίου (1:1), σύμφωνα με τις οποίες ο Αμώς έδρασε κατά την εποχή των βασιλιάδων Οζία του Ιούδα (787-736 π.Χ.) και Ιεροβοάμ Β΄ του Ισραήλ (787-747 π.Χ.) δύο χρόνια πριν από κάποιο μεγάλο σεισμό, ο ακριβής προσδιορισμός της δράσης του δεν είναι με βεβαιότητα δυνατός. Από τη συλλογή των προφητειών κατά των λαών της νοτιοδυτικής Ασίας (1:3 – 2:16), οι οποίες αναφέρονται σε γεγονότα που προηγήθηκαν της ασσυριακής κυριαρχίας στην περιοχή, προκύπτει ότι η προφητική δράση του Αμώς υπήρξε σύντομη και δεν συνεχίστηκε μετά τη βασιλεία του Ιεροβοάμ, καθώς διακόπηκε βίαια, όταν οι σκληροί λόγοι του κατά του βασιλιά προκάλεσαν την αντίδραση του ιερέα Αμασία του βασιλικού ιερού της Βαιθήλ, ο οποίος και του απαγόρευσε να κηρύττει, εκδιώκοντάς τον από τη χώρα (7:10-17). Έτσι, ως χρόνος δράσης του προφήτη Αμώς πιθανολογείται η περίοδος της ακμής του βασιλείου του Ισραήλ, γύρω στο 760 π.Χ.

Η δράση του προφήτη Αμώς συμπίπτει με μια περίοδο, κατά την οποία, μετά από μακροχρόνιες πολεμικές αντιπαραθέσεις μεταξύ Ισραηλιτών και Αραμαίων της Συρίας, επικρατούσε στην ευρύτερη περιοχή ειρήνη. Η μακροχρόνια ειρήνη και η εδαφική επέκταση που έδωσε στον Ισραήλ τη δυνατότητα ελέγχου των δρόμων των καραβανιών επέτρεψαν την ανάπτυξη του εμπορίου και την εισροή πλούτου στη χώρα, που συνοδεύτηκε όμως από μεγάλη κοινωνική ανισότητα. Η υψηλή φορολογία (5:11-12) ανάγκαζε τους μικροκαλλιεργητές σε υψηλότοκο δανεισμό και υποθήκευση των αγρών τους με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας γης στα χέρια μιας μικρής αλλά ισχυρής τάξης γαιοκτημόνων, η οποία προκαλούσε με τον πολυτελή τρόπο ζωής της (3:15· 5:11· 6:4-6), ενώ η μεγάλη μάζα του πληθυσμού της υπαίθρου υπέφερε από τη φτώχεια και την καταπίεση των πλουσίων (2:6-8· 3:9-10· 4:1· 8:4-6), αλλά και τη μεροληπτική απονομή της δικαιοσύνης (5:7,10,12,15,24. 6:12). Η ίδια πρόκληση παρατηρείται και στον χώρο της λατρείας, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγαλόπρεπες τελετές συγκρητιστικού χαρακτήρα, προσφορά πολυάριθμων θυσιών και τυπολατρία (4:4-5. 5:21-23). Σ’ αυτήν την κοινωνία, που φαινομενικά ευδαιμονεί και νιώθει ασφαλής, καλείται ο Αμώς, για να προειδοποιήσει ότι η κρίση του Θεού, που θα εκδηλωθεί με πόλεμο και εξορία, πλησιάζει.

Το περιεχόμενο του βιβλίου συνιστούν δύο συλλογές, από τις οποίες η πρώτη περιέχει λόγους του προφήτη κατά των λαών της Συρίας – Παλαιστίνης (1:3 – 2:16) και κατά των ηγετικών τάξεων του Ισραήλ (3:1 – 6:14) και η δεύτερη οράματα και διάφορες προφητείες (7:1 – 9:15).

Το κήρυγμα του Αμώς αναφέρεται σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική κατάσταση της εποχής του. Η κριτική όμως που ασκεί κατά της κοινωνικής αδικίας δεν στηρίζεται στην όποια αυθεντία διαθέτει ως προφήτης, ιδιότητα την οποία, άλλωστε, αρνείται για τον εαυτό του (7:14), αλλά στην ακλόνητη πεποίθησή του ότι κλήθηκε από τον Θεό για το έργο αυτό (3:8). Αυτό ακριβώς το στοιχείο αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση τόσο της στάσης του προφήτη, η οποία μαρτυρεί απόλυτη βεβαιότητα και σταθερότητα, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για την αλήθεια των όσων εξαγγέλλει κατά την αντιπαράθεσή του με τις ηγετικές τάξεις του Ισραήλ, όσο και του περιεχομένου του κηρύγματός του. Αρνούμενος ο Αμώς ότι είναι προφήτης, αρνείται στην πραγματικότητα να ταυτιστεί με όλα εκείνα τα πρόσωπα της εποχής του που εμφανίζονταν να μεταφέρουν μηχανικά κάποιο μήνυμα του Θεού. Ο Αμώς δεν εξαγγέλλει απλώς κάποιες αλήθειες τις οποίες οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν ως προερχόμενες από τον Θεό. Αντίθετα, απευθύνεται στη λογική των ακροατών του, αποφεύγοντας, ακόμη και στα οράματά του, τις αινιγματικές και γριφώδεις εκφράσεις, αλλά με παραδείγματα και εικόνες από την καθημερινή ζωή και συγκροτημένο σκεπτικό τους καλεί να εξάγουν τις αναγκαίες συνέπειες από την ειδική τους σχέση με τον Θεό, η οποία καθορίζεται από τις αρχές της Διαθήκης. Έτσι, ενώ αναφέρεται κατά κύριο λόγο σε ηθικά και κοινωνικά ζητήματα, αναπτύσσει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεολογία.

Προκειμένου οι αναγνώστες του βιβλίου του Αμώς να κατανοήσουν τις θεολογικές προϋποθέσεις της κατά του Ισραήλ κριτικής του προφήτη, ο συντάκτης του κειμένου προτάσσει της συλλογής των σχετικών προφητειών (3:1 – 6:14) μια σύντομη εισαγωγή, δύο μόλις στίχων (3:1-2), όπου ο ίδιος ο Θεός περιγράφει τη σχέση του με τον λαό του και τις συνέπειες της σχέσης αυτής.

Το πρωτάκουστο κήρυγμα του Αμώς στην ενότητα που προηγήθηκε (2:4-16) για την επικείμενη κρίση του Θεού κατά του ίδιου του λαού του προκαλεί, όπως είναι αναμενόμενο, πλήθος αντιδράσεων και ερωτηματικών στους ακροατές του, καθώς ανατρέπει παγιωμένες από αιώνες στη συνείδηση του λαού αντιλήψεις. Έτσι, πολλοί από τους λόγους του έχουν τη μορφή απάντησης σε ενστάσεις που του έχουν ενδεχομένως υποβληθεί. Μια τέτοια απάντηση σε ερώτημα που σχετίζεται με το βασικό για τον Ισραήλ θέμα της εκλογής του από τον Θεό φαίνεται να αποτελεί η περικοπή 3:1-2. Σύμφωνα με την κρατούσα στους ακροατές του προφήτη αντίληψη, ο Ισραήλ βρισκόταν, ως εκλεκτός λαός του Θεού, κάτω από τη συνεχή προστασία του, προνόμιο το οποίο δεν έχανε ούτε όταν αμάρτανε, εφόσον πάντα μπορούσε να ελπίζει στη θεία ευσπλαχνία και συγχωρητικότητα. Συζητώντας, λοιπόν, ο Αμώς το θέμα της εκλογής, επανεξετάζει τις αρχαίες σχετικές παραδόσεις.

Η προφητεία αρχίζει με μια πρόσκληση για ακρόαση, προκειμένου να επιστήσει την προσοχή των ακροατών σε όσα θα ακολουθήσουν. Αξιοσημείωτο είναι στην προκειμένη περίπτωση ότι με τη συγκεκριμένη πρόσκληση δεν εισάγεται κάποιος λόγος του προφήτη ή κάποιος λόγος του Θεού που μεταφέρεται από τον προφήτη, αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός που απευθύνεται στον λαό του. Έτσι, αμέσως μετά την εισαγωγική φράση «Ακούστε αυτόν τον λόγο, που ο Κύριος απηύθυνε εναντίον σας, λαέ του Ισραήλ» (1α), ο ίδιος ο Θεός διευκρινίζει σε πρώτο πρόσωπο ότι απευθύνεται όχι μόνο στις βόρειες φυλές, στους κατοίκους του βασιλείου του Ισραήλ, που αποτελούν το ακροατήριο του Αμώς, αλλά «και εναντίον όλων των φυλών που έβγαλα από τη χώρα της Αιγύπτου» (1β), το θέμα επομένως αφορά και τη φυλή του Ιούδα. Η αναφορά στο θέμα της εξόδου, που αποτελεί κοινή παράδοση όλων των ισραηλιτικών φυλών, εξυπηρετεί απόλυτα τον σκοπό του προφήτη, να τοποθετήσει το ζήτημα της εκλογής στις σωστές του διαστάσεις, διαλύοντας τις όποιες παρεξηγήσεις του λαού πάνω σ᾽ αυτό. Συγκεκριμένα το γεγονός της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο προβάλλεται συχνά στα βιβλικά κείμενα, ιδιαίτερα σε δύσκολες στιγμές, ως εγγύηση για τη σωτηρία του λαού και έξοδο από την κρίση (πρβλ ενδεικτικά Κρι 6:12-13· 3Βα 8:50-53). Αυτό γεννά στη συνείδηση του λαού αισθήματα βεβαιότητας και ασφάλειας που οδηγούν τελικά σε παρερμηνεία της σημασίας της εκλογής. Το κείμενο δεν αρνείται τη σημασία του γεγονότος της εξόδου ως σωτηριώδους ενέργειας του Θεού κατά το παρελθόν. Ξεκινώντας όμως η προφητεία από το γεγονός αυτό, θα καταλήξει σε εντελώς διαφορετικά από τις λαϊκές αντιλήψεις περί εκλογής συμπεράσματα. Έτσι, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αναφορά στο θέμα της εξόδου υποκρύπτει κάποια ειρωνεία απέναντι στη βεβαιότητα του λαού, καθώς όσα πρόκειται να ακολουθήσουν θα κλονίσουν με τον πιο απροσδόκητο τρόπο αυτήν τη βεβαιότητα. Είναι, άλλωστε, ιδιαίτερα προσφιλές στον Αμώς το να προκαλεί έκπληξη στο ακροατήριό του, καταφάσκοντας αρχικά σε γενικά αποδεκτές από τον λαό αντιλήψεις, τις οποίες αμέσως μετά ανατρέπει.

Από άποψη μορφής ο στίχος 2 εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά με τον δικανικό λόγο, παρουσιάζει όμως μια ιδιομορφία, καθώς στο πρώτο μέρος του στίχου δεν απαγγέλλεται κάποια κατηγορία που θα δικαιολογούσε την ποινή που εξαγγέλλεται στο δεύτερο μέρος. Αντίθετα, ο στίχος αρχίζει με αναφορά στην ειδική σχέση του Θεού με τον Ισραήλ: «Εσάς μόνον γνώρισα απ’ όλες τις φυλές της γης». Το ρήμα «γνωρίζω» που χρησιμοποιείται από τον Αμώς για τη δήλωση της σχέσης αυτής είναι στη Βίβλο πολυσήμαντο. Δεν δηλώνει απλώς μια νοησιαρχική ενέργεια αλλά μια βιωματική κοινωνία με το γνωριζόμενο και συχνά χρησιμοποιείται για να δηλώσει ακόμα και τη γαμική σχέση δύο προσώπων (πρβλ Γεν 4:1). Με την επιλογή του συγκεκριμένου ρήματος, αντί του ρήματος «εκλέγω», ο Αμώς δηλώνει προφανώς ότι μεταξύ Θεού και Ισραήλ υφίσταται μια μόνιμη και διαρκής σχέση, η οποία έχει συνέπειες και για τους δύο και από την άποψη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η επιλογή του συγκεκριμένου ρήματος παραπέμπει στο θέμα της Διαθήκης. Η διαφοροποίηση του Ισραήλ, κατά συνέπεια, δεν προκύπτει από κάποια πράξη του Θεού κατά το παρελθόν, -την έξοδο από την Αίγυπτο ή την εγκατάσταση στη Χαναάν- αλλά κυρίως από τη διαρκή ισχύ της Διαθήκης, η οποία τον συνδέει μόνιμα με τον Θεό. Επομένως ο Ισραήλ δεν μπορεί να επαναπαύεται στις σωτηριώδεις ενέργειες του Θεού κατά το παρελθόν, αλλά οφείλει να αναγνωρίσει τις συνέπειες που απορρέουν από τη εκλογή του ως διαρκώς παρούσα πραγματικότητα.

Η εισαγωγή του δεύτερου ημιστιχίου με το αιτιολογικό «διὰ τοῦτο» επιβεβαιώνει το πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεται το θέμα της εκλογής ο Αμώς. Τα απορρέοντα από την εκλογή προνόμια για τον Ισραήλ, στα οποία αρέσκεται ο λαός να προσβλέπει, συνιστούν μία μόνον πλευρά του θέματος. Η σχέση Θεού – Ισραήλ που εγκαινιάζεται με την εκλογή και συγκεκριμενοποιείται με τη Διαθήκη στηρίζεται στην αμοιβαιότητα. Όσο μεγαλύτερα είναι τα προνόμια τόσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη. Στον βαθμό, επομένως, που ο Ισραήλ αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εκλογή του, δεν μπορεί να υπολογίζει πλέον στην απορρέουσα από τη Διαθήκη δέσμευση του Θεού για την προστασία του.

Το ίδιο θέλημα του Θεού, που με την εκλογή του Ισραήλ αποκάλυψε το μέγεθος της αγάπης του, θα αποκαλύψει κατά την κρίση το πόσο σοβαρή θεωρεί ο Θεός, σε αντίθεση με τον λαό την υπόθεση της εκλογής. Το κείμενο δεν αναφέρεται στη μορφή με την οποία θα εκδηλωθεί η κρίση του Θεού. Ίσως μέσα από την εξαγγελία μιας αόριστης απειλής επιχειρεί ο προφήτης να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα έντασης και αγωνίας στο ακροατήριό του. Ούτε το ποια συγκεκριμένα παραπτώματα στοιχειοθετούν την απομάκρυνση του Ισραήλ από τους στόχους της εκλογής αναφέρονται. Αξιοσημείωτη είναι εδώ η κλιμακωτή χρήση της λέξης «όλος». Ο Θεός απευθύνεται σε όλον τον Ισραήλ, τον οποίο εξέλεξε από όλους τους λαούς της γης, και γι᾽ αυτό θα τον τιμωρήσει για όλες τις αμαρτίες του.

Με τον λόγο του ο Αμώς ανατρέπει πλήρως τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί η λογική του ακροατηρίου του, προσεγγίζοντας το θέμα της εκλογής όχι από τη σκοπιά του λαού αλλά από την πλευρά του Θεού. Η εκλογή είναι για τον προφήτη μια ελεύθερη πράξη του Θεού, ο οποίος εκλέγει τον Ισραήλ για την εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών και όχι των ανθρώπινων επιδιώξεων του λαού. Ο Ισραήλ, κατά συνέπεια, δεν δικαιούται να απαιτεί με βάση την εκλογή του κάποια ιδιαίτερα προνόμια από τον Θεό, ενώ, αντίθετα, ο Θεός απαιτεί, ακριβώς επειδή ο Ισραήλ ευεργετήθηκε με την εκλογή, ιδιαίτερη συμπεριφορά από αυτόν. Τοποθετημένη από τον συντάκτη του βιβλίου η προφητεία αυτή στην αρχή μιας συλλογής λόγων του Αμώς, προφυλάσσει τον αναγνώστη από μια στενή ανθρωποκεντρική κατανόηση των όσων ακολουθούν. Δεν είναι οι πράξεις του Ισραήλ καθεαυτές εκείνες που θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή, αλλά η απομάκρυνσή του, την οποία υποδηλώνουν οι πράξεις του, από τους στόχους της εκλογής.

Από την άποψη αυτή η προφητεία διατηρεί την επικαιρότητά της και για τη χριστιανική Εκκλησία, την οποία προειδοποιεί για το πόσο απαιτητική και επικίνδυνη μπορεί είναι η δωρεά προς αυτήν του Ευαγγελίου, όπου τονίζεται: «Σ’ όποιον δόθηκαν πολλά, θα ζητηθούν πολλά απ’ αυτόν· και σ’ όποιον δόθηκαν περισσότερα, θα του ζητηθούν περισσότερα» (Λου 12:48). Στην ίδια γραμμή με τον προφήτη Αμώς, απευθυνόμενος ο απόστολος Παύλος προς τους Γαλάτες θα αντιδιαστείλει ανάμεσα στην πριν από την είσοδό τους στην Εκκλησία κατάσταση και στη μετά από αυτήν: «Παλιότερα, βέβαια, δεν γνωρίζατε τον Θεό, και είχατε υποδουλωθεί σε είδωλα, σε ψεύτικες θεότητες. Τώρα όμως που γνωρίσατε τον Θεό, ή σωστότερα τώρα που σας γνώρισε ο Θεός, γιατί ξαναγυρίζετε στα ασθενικά και ανίσχυρα στοιχεία; Γιατί θέλετε να υποδουλωθείτε πάλι σ’ αυτά;» (Γαλ 4:8-9) Και σε πολύ πιο αυστηρό ύφος ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, συνδυάζοντας τα χωρία του Αμώς και του Παύλου, θα τονίσει: «Οὐκοῦν ὀλέθρου πρόξενον παντὶ τῷ λοιπὸν τὸ καταφρονῆσαι Θεοῦ, καὶ δεσποτιῶν ἀλογῆσαι θελημάτων τοῖς ἐπεγνωκόσιν αὐτόν, ἤ ἐγνωσμένοις παρ᾽ αὐτοῦ κατά γε τὸν τῆς πνευματικῆς οἰκειώσεως τρόπον» (PG 71:456A). Την επικαιρότητα και διαχρονική αξία του κηρύγματος του Αμώς υπογραμμίζει και ένα από τα “καθίσματα” της αφιερωμένης στη μνήμη του ακολουθίας:

                                    Θεῖον ὄργανον τοῦ Παρακλήτου ἐχρημάτισας

                                                ταῖς τούτου μάκαρ διηνεκέσι πνοαῖς ὑπηχούμενον·

                                    ἀναφωνεῖς γὰρ ἀδήλων τὴν δήλωσιν,

                                                καὶ καταυγάζεις τοὺς πίστει προστρέχοντας,

                                    Ἀμὼς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν αἰτούμενος,

                                                δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: