Στη διαφορά ανάμεσα στα μικτά ποσά των 5.000 ευρώ και στις καθαρές αποδοχές, τις οποίες τοποθέτησε κάτω από τις 3.000 ευρώ, στήριξε ο Παύλος Μαρινάκης την κυβερνητική απάντηση στις αντιδράσεις για το νέο μισθολόγιο των Μητροπολιτών.
Η αντιπαράθεση άνοιξε εκ νέου κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, όταν τέθηκε ευθέως το ερώτημα γιατί τα πρόσθετα κονδύλια δεν κατευθύνονται στην Υγεία και την Παιδεία.
Στην ερώτηση περιλήφθηκαν οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν στη δημόσια διαβούλευση και στο διαδίκτυο, καθώς και οι επικριτικές παρεμβάσεις για την κυβερνητική επιλογή.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη στάση του Μητροπολίτη Κυθήρων, ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα διαθέσει το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης για τη στέγαση γιατρών και εκπαιδευτικών που επιλέγουν να υπηρετήσουν στο νησί.
Η δήλωσή του τροφοδότησε το ερώτημα εάν τα ίδια ποσά θα μπορούσαν να διοχετευθούν απευθείας στις ανάγκες των δύο κλάδων.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε με τα ποσά που, όπως υποστήριξε, καταλήγουν τελικά στους Μητροπολίτες μετά τις κρατήσεις.
Τόνισε ότι στη δημόσια συζήτηση προβάλλονται οι μικτές αποδοχές των 5.000 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται ότι το καθαρό ποσό παραμένει χαμηλότερο των 3.000 ευρώ.
Όπως ανέφερε, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές των Μητροπολιτών βρίσκονταν μέχρι σήμερα λίγο πάνω από τα 1.500 ευρώ.
Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θεωρεί εύλογη την αντιστοίχισή τους με τον μισθό Ειδικού Γραμματέα, λόγω των διοικητικών ευθυνών που συνεπάγεται η διοίκηση μιας ολόκληρης Μητρόπολης.
Διευκρίνισε ότι η νέα κλίμακα δεν αντιστοιχεί στις αποδοχές Γενικού Γραμματέα και έθεσε ως βασικό κυβερνητικό επιχείρημα τη μισθολογική σύγκριση με τους Μουφτήδες.
«Αν κάποιος πιστεύει ότι πρέπει ένας Μητροπολίτης να παίρνει λιγότερα από τον Μουφτή, να έρθει να το πει», ανέφερε ο κ. Μαρινάκης.
Την ίδια σύγκριση είχε χρησιμοποιήσει και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου.
Είχε δηλώσει ότι δυσκολεύεται να δεχθεί οι αποδοχές ενός Μητροπολίτη που διοικεί μεγάλη Μητρόπολη να παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από εκείνες ενός Μουφτή.
Ο κ. Μαρινάκης συνέδεσε τη μισθολογική παρέμβαση και με τη νομοθέτηση για τις οργανικές θέσεις των κληρικών κατά την πρώτη κυβερνητική τετραετία.
Τη χαρακτήρισε διευθέτηση μιας εκκρεμότητας πολλών ετών και ενός βασικού αιτήματος της Εκκλησίας και των ιερέων.
Στο ερώτημα για τις ανάγκες γιατρών, εκπαιδευτικών, νοσηλευτών και ενστόλων, απέρριψε την αντιπαραβολή των αποδοχών τους με εκείνες των Μητροπολιτών και μίλησε για δημιουργία κοινωνικού αυτοματισμού.
Υποστήριξε ότι η ενίσχυση μιας κατηγορίας δεν σημαίνει ότι αφαιρούνται πόροι από κάποια άλλη, ενώ χαρακτήρισε επικίνδυνη την αντιπαράθεση διαφορετικών επαγγελματικών ομάδων. Επέμεινε ότι η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε ξεχωριστές παρεμβάσεις για κάθε κλάδο.
Στην απάντησή του αναφέρθηκε και στην πηγή χρηματοδότησης των αποδοχών των Μητροπολιτών, την οποία συνέδεσε με την εκκλησιαστική περιουσία.
Δεν έδωσε, ωστόσο, περισσότερες λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο το στοιχείο αυτό εντάσσεται στη συγκεκριμένη μισθολογική ρύθμιση.
Για τους εργαζομένους στο Εθνικό Σύστημα Υγείας επικαλέστηκε την αυτοτελή φορολόγηση των εφημεριών, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, απέφερε μηνιαίο όφελος από 500 έως 1.000 ευρώ.
Αναφέρθηκε ακόμη σε αυξήσεις από 10% έως 30%, ανάλογα με την ειδικότητα και τον τόπο υπηρεσίας, καθώς και στις παρεμβάσεις για εκπαιδευτικούς και ενστόλους.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρέπεμψε, τέλος, στο άρθρο του Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερωνύμου, σημειώνοντας ότι περιλαμβάνει επιχειρήματα υπέρ της μισθολογικής αναπροσαρμογής.



