Στο ξεκίνημα της νηστείας των Χριστουγέννων, στην αρχή αυτού του σαρανταημέρου, παρουσιάζεται η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου η οποία προεικονίζει το γεγονός της ελεύσεως του Κυρίου και της Θείας Οικονομίας. Είναι μια γιορτή που δεν εμφανίζεται ως γεγονός μέσα στην Αγία Γραφή, αλλά η Εκκλησία μας αντλεί τις πληροφορίες της από τα λεγόμενα απόκρυφα ευαγγέλια. Είναι μια από τις λίγες εξαιρέσεις που κάνει.
Παρουσιάζεται η Θεοτόκος να προσφέρεται στον ναό σε ηλικία τριών ετών. Τι θα είχε να πει ένα τέτοιο γεγονός και γιατί να είναι τόσο σημαντικό στην αντίληψη των Πατέρων, οι οποίοι το προσφέρουν μέσα από την δική τους γραφίδα και τον δικό τους λόγο ως τροφή στους πιστούς και την Εκκλησία; Είναι μια απλή ιστοριούλα ή μήπως ένα θεολογικό γεγονός που έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία για τον κάθε ένα μας;
Η Εκκλησία μας τον θησαυρό και την περιουσία της Θεοτόκου δεν τον έχει μόνο για να την επικαλούμαστε μηχανικά, αλλά τον έχει τοποθετημένο στην καρδιά της θεολογίας της, δηλαδή στην καρδιά του μυστηρίου της αληθείας της, και το προσφέρει προς οικοδομή όλων μας.
Το γεγονός της εκ παρθένου γεννήσεως του Κυρίου είναι εξαιρετικής σπουδαιότητας. Ο Κύριος δεν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο με τον φυσιολογικό τρόπο που όλοι εμείς έχουμε έρθει, αλλά έχει έρθει με κάποιον μυστηριακό και θαυματουργικό τρόπο· προέρχεται από παρθενική μήτρα.
Η υπογράμμιση της παρθενικότητος της προελεύσεως του Κυρίου έχει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα είναι ότι έπρεπε με θαύμα να έρθει ο Κύριος, με υπερφυσικό δηλαδή τρόπο, και το δεύτερο είναι ότι έπρεπε να έρθει με πεντακάθαρο τρόπο. Η έννοια, λοιπόν, της παρθενικής γεννήσεως αφενός μεν σημαίνει το μη φυσιολογικό αλλά υπερφυσικό, και αφετέρου το καθαρό, το αμόλυντο. Και τα δύο αυτά συναντώνται στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αυτό η Εκκλησία δεν το συζητά. Είναι μυστήριο· δεν το διαπραγματεύεται.
Στην σημερινή εποχή με όλον αυτόν τον ορθολογισμό που όλα τα αμφισβητεί, η Εκκλησία με μεγάλη σταθερότητα, λιτότητα και σαφήνεια το προσφέρει για όλους μας αυτό το γεγονός ως αλήθεια, την οποία καλούμαστε να δεχθούμε στην ψυχή μας και να την μεταμορφώσουμε σε πνευματική εμπειρία.
Η γιορτή αυτή, λοιπόν, είναι αφιερωμένη στην καθαρότητα της Θεοτόκου και προκαλεί τον κάθε ένα μας σε μια καθαρότητα βίου. Αλλά μήπως θα πρέπει λίγο να καταλάβουμε ποια είναι αυτή η πολυδιάστατη καθαρότητα της Θεοτόκου;
Το πρώτο στοιχείο που έχει η Παναγία είναι η καθαρότητα στην προέλευση. Και η δική της γέννηση ήταν κατά το δυνατόν η πιο καθαρή που μπορούσε να γίνει. Αυτό κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι οι γονείς της ήταν στείροι και «αμφότεροι προβεβηκότες εν ταις ημέραις αυτών» (Λουκ. α΄ 7), δηλαδή δεν είχαν μπορέσει να κάνουν παιδί και είχαν γεράσει οι άνθρωποι. Και αυτή έρχεται με υπερφυσικό τρόπο, διότι δεν είναι φυσικό δύο γέροντες να γεννήσουν ένα παιδί. Έρχεται στον κόσμο και με καθαρό τρόπο, διότι πλέον η γέννησή της από ηλικιωμένους γονείς δεν είναι καρπός επιθυμίας προς ηδονή αλλά καρπός επιθυμίας προς τεκνογονία, για να γεννηθεί ένα παιδί και μόνο. Για αυτόν τον λόγο η προέλευση της Θεοτόκου είναι εκ γονέων οι οποίοι ήταν στείροι και γέροντες.
Δεν έχει όμως μόνο την καθαρότητα στην προέλευσή της. Έχει την καθαρότητα στον λόγο της. Αν ανοίξει κανείς τα ευαγγέλια, δεν θα δει φλυαρίες από το στόμα της Παναγίας, δεν θα συναντήσει διαλέξεις και διδασκαλίες. Η διδασκαλία ανήκει μόνο στο πρόσωπο του Κυρίου και η ομολογία στα χείλη των αποστόλων· και από την Παναγία μόνο λίγες λέξεις σε τρεις περιστάσεις. Η μια συνδέεται με την συνάντησή της με την Ελισάβετ, η οποία στην ουσία είναι μια αποκάλυψη του μυστηρίου του Θεού. Η δεύτερη είναι η συνάντησή της με τον Κύριο στον ναό, όταν ήταν δωδεκαετής και χάθηκε. Εκεί εκφράζει την ανησυχία της προκαλώντας τον Κύριο να της πει ότι πατέρας και μητέρα μου δεν είστε εσείς, οι βιολογικοί ίσως γονείς μου, αλλά πατέρας μου είναι ο εν ουρανοίς Πατέρας. Και τρίτον, χρησιμοποιεί τα λόγια της, για να προκαλέσει το θαύμα της Κανά. Λέει στον Υιό της «οίνον ουκ έχουσι» (Ιω. β΄ 3), τέλειωσε το κρασί, και αμέσως ο Κύριος κάνει το θαύμα. Τρεις και μόνο φορές. Δεν χρησιμοποιεί πολύ το στόμα της, όπως εμείς συνήθως κάνουμε δυστυχώς και περισσότερο αμαρτάνουμε με το στόμα παρά εξαγιάζουμε τον λόγο μας.
Τρίτη καθαρότητα· δεν δέχθηκε τον μολυσμό της θύραθεν κοσμικής γνώσεως. Εμείς, αν το παιδί μας πάει στα πανεπιστήμια, αν έχει πάρει διπλώματα, καμαρώνουμε. Λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ότι η Παναγία με το να πάει τριών ετών στον ναό μετεμόρφωσε τον ναό σε σχολείο της, σε δικό της εκπαιδευτήριο. Δεν δέχθηκε τον μολυσμό της εγκόσμιας, φυσικής, παχυλής γνώσεως. Απέκτησε όμως την γνώση του Θεού μέσα στον ναό. Ανατράφηκε και μεγάλωσε με αυτήν την αδολότητα και αθωότητα. Όχι ότι είναι κακό να μαθαίνουμε γράμματα, αλλά είναι μεγάλο αυτό που συνέβη στο πρόσωπο της Θεοτόκου: ότι η γνώση της, ο κόσμος της όλος, ήταν το μυστήριο του Θεού που το έμαθε μέσα στον ναό εκείνης της εποχής.
Το τρίτο λοιπόν γνώρισμα είναι η καθαρότητα της διάνοιας και της σκέψης.
Τέταρτο στοιχείο· η καθαρότητα της καρδιάς. Δεν είχε καρδιά λερωμένη από επιθυμίες, από απαιτήσεις, από εσωτερικές, ψυχολογικές ανάγκες. Αυτό φαίνεται στο γεγονός του Ευαγγελισμού. Ενώ της προτείνει ο άγγελος το μυστήριο της εξ αυτής γεννήσεως του Κυρίου παρθενικώς, αυτή η ίδια ταπεινώς υποτάσσεται στην δική του επιμονή λέγοντας: «ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. Α΄ 38). «Δεν καταλαβαίνω γιατί σε εμένα και δι’ εμού το μυστήριο, αλλά αφού το λες κάτι παραπάνω ξέρεις από εμένα, ας γίνει σύμφωνα με τον λόγο σου». Αυτό δεν λέγεται εύκολα από καρδιές που έχουν ορθολογισμό. Αυτό δεν λέγεται εύκολα από καρδιές που είναι μολυσμένες από φιλοδοξίες, από προσωπικές επιθυμίες, από άκρατα θελήματα. Ελεύθερη από αυτά μας το πιστοποιεί με τον λόγο της και την καθαρότητα της καρδιάς της.
Βέβαια θα ήταν παράλειψη αν δεν υπογραμμίζαμε και την καθαρότητα του σώματος, αυτήν την αγνότητα για την οποία μιλάει η Εκκλησία, που ήταν βασική και απαραίτητη προϋπόθεση, για να μπορέσει από το ίδιο σώμα να δώσει φυσική και βιολογική υπόσταση στον Κύριο.
Θα κλείσω και με μια έκτη καθαρότητα η οποία είναι λίγο δύσκολο να την καταλάβουμε, απλώς όμως θα την αναφέρω. Η Παναγία ονομάζεται «αειπάρθενος» που σημαίνει ότι την παρθενικότητά της δεν την έχασε με τον χρόνο, δεν ήταν παρθενική μόνο για να γεννήσει τον Κύριο η μήτρα της, αλλά παρέμεινε παρθενική και στο σώμα και στην ψυχή της διά παντός. Αυτό θα πει αειπάρθενος, πάντοτε παρθένος. Αυτό σημαίνει ότι είχε και την καθαρότητα του χρόνου. Δεν είχε τους λεκέδες που αφήνει ο χρόνος πάνω στην πορεία ενός ανθρώπου. Πολλές φορές ζούμε μια εμπειρία, έχουμε μια έξαρση, η καρδιά μας λειτουργεί σε κάποια χαρά πνευματική και μετά από λίγο έρχονται τα γεγονότα, διαδέχονται οι καταστάσεις η μία την άλλη και οι λεκέδες του χρόνου μπαίνουν πάνω στην ζωή μας σαν σφραγίδες που δεν βγαίνουν μετά.
Τι καθαρότητα λοιπόν γενικευμένη δεν μπορεί κανείς να συναντήσει στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου! Γι’ αυτό και την αξιώνει ο Κύριος να έχει άλλα τέσσερα χαρακτηριστικά. Έχει τέσσερα ονόματα που τα ακούμε να επαναλαμβάνονται στους θεομητορικούς ύμνους.
Είναι πρώτον η πύλη του ουρανού· είναι πόρτα μέσα από την οποία εισέρχεται κανείς στο μυστήριο του Θεού. Σε έναν χώρο δεν μπαίνεις από τον τοίχο. Χρειάζεται να μπεις από μια πόρτα. Και το μυστήριο του Θεού σαν κυρία είσοδό του έχει το πρόσωπο της Θεοτόκου. Είναι η πύλη του μυστηρίου του Θεού.
Δεύτερον· έγινε κατοικητήριο του Θεού, χώρος που φανερώνει ο Θεός τα μυστικά του, χώρος ο οποίος γνωρίζει τον Θεό στους ανθρώπους. Κάθε ένας από εμάς που μπορεί να αποκαταστήσει μια πνευματική σχέση και επικοινωνία με το πρόσωπο της Θεοτόκου, γνωρίζει όχι την Θεοτόκο μόνον, κυρίως γνωρίζει τον Θεό.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και σκηνή του Θεού, τόπος αναπαύσεως του Θεού, τόπος όπου ο Θεός πραγματικά ευηρέστησε, τόπος όπου ο Θεός πραγματικά θεωρεί ότι υπάρχει κοινωνία μαζί Του. Έτσι είναι η Παναγία μας.
Και τέλος, είναι και ναός του Θεού. Είναι ο τόπος που φανερώνει τα θαύ-ματα του Θεού, αυτά που ξεπερνούν την λογική μας, αυτά που καταργούν την παχύτητα και τη μικρότητά μας, αυτά που εξαφανίζουν την λογική μας και φανερώνουν την άλλη λογική· αυτά που αποκαλύπτουν την άλλη ζωή, κατα-δεικνύουν έναν άλλον κόσμο, τον πραγματικό κόσμο, τον κόσμο στον οποίον καλείται ο καθένας μας να μπει μέσα και να ζήσει.
Αυτό είναι το πρόσωπο της Θεοτόκου. Είναι πεντακάθαρο, είναι ναός, είναι σκηνή, είναι κατοικητήριο, είναι πύλη στο μυστήριο του Θεού, είναι οδός, για να ζήσουμε ο καθένας μας το μυστήριο του Θεού.
Η Εκκλησία μας την χαίρεται αυτήν την γιορτή, την πανηγυρίζει και θέλει σε αυτήν την χαρά, σε αυτό το πανηγύρι να συμμετέχουμε όλοι ανεξαιρέτως.
Εύχομαι να δώσει ο Θεός με το παράδειγμα της καθαρότητος του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα από την δική της πύλη να εισοδεύσουμε όλοι στο μυστήριο του Θεού, για να μπορέσουμε ύστερα από έναν μήνα να τον συναντήσουμε κι εμείς «μεθ’ ημών», μαζί μας, μέσα στην καρδιά μας, την ημέρα των Χριστουγέννων και να κρατήσουμε διαρκώς αυτόν τον θησαυρό στην πορεία μας σ’ αυτήν την ζωή, έως ότου υπό τελείαν έννοιαν και όχι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, αλλά πρόσωπο προς πρόσωπο, να Τον αντικρύσουμε στην Βασιλεία Του. Αμήν.



