Η Κυριακή μεταξύ της 13ης και 19ης Ιουλίου είναι, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας αφιερωμένη στη μνήμη των Πατέρων που έλαβαν μέρος στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο. Η Δ´ Οικουμενική Σύνοδος, που συγκλήθηκε το 451 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του αυγούστα Πουλχερία στη Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, αποτέλεσε ένα κορυφαίο γεγονός στη ζωή της αρχαίας Εκκλησίας, καθώς η σύγκλησή της αποσκοπούσε στην οριστική λύση του χριστολογικού προβλήματος που για περισσότερο από έναν αιώνα συντάραξε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ίσως για αυτόν τον λόγο συγκέντρωσε 650 επισκόπους, τον μεγαλύτερο αριθμό από οποιαδήποτε άλλη σύνοδο.

Αφορμή για τη σύγκλησή της υπήρξε η διδασκαλία του αρχιμανδρίτη Ευτυχή, ο οποίος, στην προσπάθειά του να αντικρούσει την περί δύο φύσεων του Χριστού διδασκαλία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, που καταδικάστηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 431 μ.Χ., διατύπωσε την άποψη ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη. Αν και ο πολιτικός στόχος της συνόδου, η ενότητα της πίστης, δεν επιτεύχθηκε, καθώς ακολούθησε το μεγάλο σχίσμα της Ανατολής με ολέθριες συνέπειες τόσο για την Εκκλησία όσο και για την αυτοκρατορία, η βασική απόφασή της, ανακηρύσσοντας τον Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο «ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον», αποτελεί ένα άριστο δείγμα λεπτής θεολογικής διατύπωσης που διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στην δυοφυσιτική και μονοφυσιτική ορολογία.

Αξιοσημείωτο είναι στην προκειμένη περίπτωση ότι τα λειτουργικά βιβλικά αναγνώσματα που διαβάζονται στη μνήμη των Πατέρων οι οποίοι διατύπωσαν μια τόσο θεωρητική άποѱη έχουν εντελώς πρακτικό χαρακτήρα, προφανώς για να τονιστεί ότι η ορθή πίστη δεν εξαντλείται σε θεωρητικές διατυπώσεις της αλήθειας της, αλλά εκφράζεται και μέσα από συγκεκριμένη στάση ζωής που θέτει σε πρώτη προτεραιότητα τις ανάγκες του άλλου.

Έτσι, στον Εσπερινό της γιορτής διαβάζεται η περικοπή Δευ 10:14-21, που αναφέρεται στην υποχρέωση των Ισραηλιτών να φέρονται με ευσπλαχνία προς τους ξένους, ενώ το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας προέρχεται από τον επίλογο της Πρὸς Τίτον Ἐπιστολής, όπου, αποχαιρετώντας ο απόστολος τον μαθητή του που αφήνει στο πόδι του, τον συμβουλεύει για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζει τους αιρετικούς και για την ανάγκη επιτέλεσης καλών έργων από την πλευρά των Χριστιανών.

Φαίνεται ίσως παράδοξο ότι στο αποστολικό ανάγνωσμα της αφιερωμένης στην μνήμη των Πατέρων μιας Οικουμενικής Συνόδου γιορτής ο επιστολογράφος εμφανίζεται να προτρέπει τον παραλήπτη της επιστολής να αδιαφορήσει για τους αιρετικούς: «Τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανημένες διδασκαλίες, αφού τον συμβουλέψεις μια δυο φορές, άφησέ τον,με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πια διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του» (3:10-11). Αντί της ενασχόλησης, μάλιστα, με θεολογικά ζητήματα (αναζητήσεις σε γενεαλογικούς καταλόγους, φιλονικίες και διαμάχες γύρω από τις διατάξεις του Νόμου) προτείνει ο απόστολος την επιτέλεση καλών έργων· με αυτήν την προτροπή αρχίζει η περικοπή: «… όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα …» (3:8) και με την ίδια τελειώνει: «Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για ν’ αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη» (3:14).

Αυτή η σε πρώτη προσέγγιση τόσο εμφανής αναντιστοιχία περιεχομένου της γιορτής και αποστολικού αναγνώσματος, δεν μπορεί να είναι τυχαία, και, επομένως, προκαλεί τον ερμηνευτή να αναζητήσει τον βαθύτερο λόγο της επιλογής του συγκεκριμένου αναγνώσματος για τη συγκεκριμένη γιορτή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αιρέσεις οδηγούν σε σχίσματα και αντιπαραθέσεις με συχνά φρικτά αποτελέσματα για τις κοινωνίες. Ο χριστιανικός κόσμος έχει βιώσει απίστευτες σφαγές, πόνους και δάκρυα από τις θρησκευτικές διαμάχες. Και συχνά όσοι θεωρούν ότι εκφράζουν την ορθή θεολογική άποψη επιδιώκουν τον αφανισμό των αντιπάλων τους. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας πρακτικής είναι η περίπτωση του γνωστού για την ευγλωττία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος μετά τη χειροτονία του απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ με την εξής απαίτηση: «Παράδωσέ μου τη γη ξεκαθαρισμένη από τους αιρετικούς και θα σου δώσω ως ανταμοιβή τους ουρανούς. Βοήθησέ με να νικήσω τους αιρετικούς και θα σε βοηθήσω να καταβάλεις του Πέρσες». Το ότι ο ίδιος ο Νεστόριος λίγα χρόνια αργότερα υπέστη ο ίδιος, θεωρούμενος αιρετικός, όσα προέτρεπε τον αυτοκράτορα να πράξει για τους αντιπάλους του αποδεικνύει ότι οποιαδήποτε δογματική διατύπωση αποκομμένη από τη ζωή είναι στην πραγματικότητα κενό γράμμα άσχετο με την πίστη, και αυτή ακριβώς είναι η παθογένεια του σύγχρονου φουνταμενταλισμού που απειλεί να αλώσει ένα σημαντικό κομμάτι της Εκκλησίας. Όπως ακριβώς η Εκκλησία δεν είναι μια θρησκευτική έκφραση, έτσι και η Θεολογία δεν είναι στοχασμός πάνω σε κάποιες χριστιανικές απόψεις. Αν η ορθή πίστη δεν εκφράζεται μέσα από συγκεκριμένο τρόπο ζωής, τότε καταντά θρησκευτική εκδήλωση, μέσα από την οποία επιχειρεί κανείς να εξευμενίσει τον Θεό προκειμένου να πετύχει τους δικούς του ατομικούς στόχους, συμπεριλαμβανομένης της εξουδένωσης όσων θεωρεί αντιπάλους του, και όχι προσπάθεια καλλιέργειας πραγματικής σχέσης με τον Θεό.

Δεν υπάρχει ασφαλώς αμφιβολία ότι τα καλά έργα δεν σώζουν τον άνθρωπο, είναι όμως αναμφίβολο ότι τα καλά έργα είναι αποτέλεσμα και έκφραση της σωτηρίας. Όταν ο Φίλιππος προσπάθησε να εξηγήσει με επιχειρήματα από τη Γραφή στον φίλο του Ναθαναήλ ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι ο αναμενόμενος λυτρωτής, ο συνομιλητής του κατόρθωσε να του ανατρέψει όλα τα επιχειρήματα. Όμως ο Φίλιππος είχε ένα ακόμη ακλόνητο επιχείρημα: «Έλα και δες!» (Ιωα 1:46) είπε στον φίλο του. Και αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο· πολύ συχνά, πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί, περήφανοι για την ορθοδοξία τους, αδυνατούν να πουν σήμερα αυτήν τη φράση, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να καταστούν μάρτυρες οι ίδιοι της σωτηρίας που με τόσο περίτεχνο και καλοδιατυπωμένο τρόπο διακηρύσσουν για τους άλλους. Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που στη μνήμη των Πατέρων, οι οποίοι, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, προσπάθησαν με την υψηλή θεολογική σκέψη τους να θέσουν τέρμα στις χριστολογικές έριδες της εποχής τους, η Εκκλησία υπενθυμίζει μέσα από τα βιβλικά αναγνώσματα της γιορτής την ανάγκη για ενότητα ήθους και δόγματος στην καθημερινή ζωή των χριστιανών.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: