Η 23η Ιουλίου είναι, σύμφωνα με το εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφιερωμένη στη μνήμη του προφήτη Ιεζεκιήλ, ο οποίος ήταν ιερέας και οδηγήθηκε αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα μετά την πρώτη κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 597 π.Χ. Εκεί αναδείχθηκε σε προφήτη το 593 π.Χ. και έδρασε μεταξύ των εξόριστων συμπατριωτών του.
Το βιβλίο που φέρει το όνομα του προφήτη Ιεζεκιήλ εμφανίζει σε σχέση με τα άλλα προφητικά βιβλία μια ιδιομορφία· είναι ολόκληρο συνταγμένο σε α΄ πρόσωπο, σαν μια προσωπική αναφορά. Παρ’ όλα αυτά, καθώς το περιεχόμενο των λόγων του προφήτη είναι λόγοι και ενέργειες του Θεού, αυτός που στην πραγματικότητα μιλάει και ενεργεί σε ολόκληρο το βιβλίο είναι ο ίδιος ο Θεός, ενώ ο προφήτης εμφανίζεται να παίζει τον ρόλο του απλού αφηγητή. Αυτός ο τύπος αφήγησης είναι χαρακτηριστικός στις περιγραφές οραμάτων, και τέτοιες περιγραφές αποτελούν επίσης ένα χαρακτηριστικό του βιβλίου του Ιεζεκιήλ[1]. Μια άλλη ιδιομορφία του βιβλίου είναι η συχνή παράθεση χρονολογικών ενδείξεων και η κατά χρονολογική σειρά κατάταξη των προφητειών, ώστε η όλη αφήγηση να παίρνει τη μορφή αυτοβιογραφίας.
Το Κείμενο των Εβδομήκοντα (Ο´) διαφέρει σε πολλά σημεία από το Μασωριτικό (Μ) τόσο στην κατάταξη της ύλης όσο και στη μορφή του κειμένου. Πιθανότατα η ελληνική μετάφραση του έργου βασίστηκε σε κάποια μορφή του πρωτοτύπου που ήταν συντομότερη από τη σημερινή μορφή του Μ.
Σε ό,τι αφορά την ερμηνεία της καταστροφής, ο Ιεζεκιήλ κινείται στην ίδια γραμμή με τους προηγούμενους προφήτες, διαφοροποιείται όμως ταυτόχρονα από αυτούς δεχόμενος ότι η ανομία του λαού είναι εγγενής και χρονολογείται από την αρχή της ιστορίας του. Παράλληλα τονίζει την ευθύνη που το κάθε άτομο ξεχωριστά έχει για τις πράξεις του και δίνει έμφαση στην ανάγκη εσωτερικής ανακαίνισης του ανθρώπου. Στη θεολογία του ο προφήτης τονίζει την υπερβατικότητα και την ελευθερία του Θεού. Ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός ενεργεί στην Ιστορία. Όσες φορές έσωσε ο Θεός στο παρελθόν τον λαό του, δεν το έκανε από κάποια υποχρέωση, για να τηρήσει τις υποσχέσεις του, αλλά για τη δόξα του ονόματός του. Κατά ανάλογο τρόπο θα αντικαταστήσει την παλαιά με μια νέα Διαθήκη, όχι ως επιβράβευση κάποιας επιστροφής του λαού προς αυτόν, αλλά ως χάρη. Αυτήν τη θεολογία της χάριτος του Θεού θα αναπτύξουν αργότερα πιο αναλυτικά ο ευαγγελιστής Ιωάννης και ο απόστολος Παύλος, ενώ τα αποκαλυπτικά οράματα του προφήτη θα ασκήσουν σημαντική επίδραση στις εικόνες του βιβλίου της Αποκαλύψεως.
Την κλήση του από τον Θεό ως προφήτη περιγράφει ο ίδιος ο Ιεζεκιήλ στο πλαίσιο ενός μεγαλειώδους οράματος που καλύπτει τα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του. Η σχετική με την κλήση του περιγραφή περιέχεται στην ενότητα 2:3 – 3:3.
Το όραμα περιγράφει μια περίεργη σκηνή· ο Θεός αποστέλλει τον Ιεζεκιήλ ως προφήτη για να μιλήσει εκ μέρους του στους Ισραηλίτες και τον προειδοποιεί για τις δυσκολίες της αποστολής του, όταν ξαφνικά ένα χέρι απλώνεται προς το μέρος του Ιεζεκιήλ κρατώντας ένα ειλητό, το οποίο ξετυλίγει μπροστά του. Το ειλητό είναι γραμμένο και από τις δύο πλευρές του και το περιεχόμενό του είναι «θρῆνος καὶ μέλος καὶ οὐαί». Ο Θεός προστάζει τον προφήτη να φάει το βιβλίο και να πάει να κηρύξει στους Ισραηλίτες. Ο Ιεζεκιήλ συμμορφώνεται και διαπιστώνει ότι η γεύση του βιβλίου ήταν γλυκιά σαν μέλι.
Για το νόημα της εικόνας της βιβλιοφαγίας έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα διάφορες απόψεις, όπως ότι ο προφήτης εισάγοντας το βιβλίο στην κοιλιά του καθίσταται κατά κάποιο τρόπο έγκυος με τον λόγο του Θεού ή ότι στην εικόνα υπόκειται κάποια ενέργεια χειροτονίας του προφήτη, αλλά εκείνη που φαίνεται να εκπροσωπείται ευρύτερα είναι ότι το επεισόδιο βασίζεται σε αντιλήψεις της εποχής για τη σημασία του γραπτού κειμένου[2]. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διαπίστωση ότι και άλλες προφητικές συμβολικές ενέργειες φαίνεται να προϋποθέτουν γνώση των αντιλήψεων αυτών[3]. Ο προφήτης Ησαϊας, για παράδειγμα, πρώτα γράφει το όνομα «Ταχέως Σκύλευσον, Ὀξέως Προνόμευσον» και έπειτα το δίνει στον γιό του, καθιστώντας προφανώς έτσι ενεργό και αναπόφευκτο αυτό που υπονοείται, την καταστροφή της Δαμασκού και της Σαμάρειας (Ησα 8:1-4). Η αντίληψη ότι με την καταγραφή μπορεί να ενεργοποιηθεί η δύναμη του λόγου φαίνεται να υπόκειται και στο επεισόδιο με το κάψιμο του βιβλίου που περιγράφεται στο Ιερ 43 [Μ: 36]. Ο Ιερεμίας γράφει τους λόγους του, ώστε να τους διαβάσει ο Βαρούχ στον Ναό, εφόσον στον ίδιο δεν επιτρέπεται η είσοδος εκεί. Η καταγραφή στην προκειμένη περίπτωση εξυπηρετούσε ασφαλώς μια ανάγκη, όταν όμως το βιβλίο διαβάστηκε μπροστά στον βασιλιά και εκείνος το έκαψε, ο προφήτης το ξανάγραψε, παρ’ όλο που είχε εκπληρώσει τον σκοπό του και το δεύτερο βιβλίο δεν επρόκειτο να ξαναδιαβαστεί. Μπορεί, κατά συνέπεια, να υποτεθεί με σχετική βεβαιότητα ότι η καύση του βιβλίου από τον βασιλιά αποσκοπούσε στο να καταστήσει ανενεργή την εξαγγελία καταστροφής που περιείχε, ενώ, αντίθετα, η εκ νέου καταγραφή από τον προφήτη δήλωνε ότι τα λόγια του παρέμεναν ενεργά και η απειλή εξακολουθούσε να ισχύει[4].
Παρά την αληθοφάνεια της παραπάνω άποψης, παραμένει εντούτοις πρόβλημα το πώς ο προφήτης Ιεζεκιήλ καταλήγει να βιώσει την κλήση του στην προφητική δράση μέσα από ένα όραμα, στο οποίο βλέπει τον εαυτό του να τρώει ένα βιβλίο. Για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό η σύγχρονη έρευνα στηρίζεται στη διαπίστωση ότι στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται μόνον τρεις φορές λόγος για κάποιο βιβλίο[5]. Πρόκειται για την ανακάλυψη του βιβλίου του νόμου κατά τη διάρκεια των εργασιών ανακαίνισης του Ναού το δέκατο όγδοο έτος της βασιλείας του Ιωσία (4Βα 22), την καύση από τον βασιλιά Ιωακείμ του βιβλίου που έγραψε ο Ιερεμίας και ανέγνωσε μπροστά του ο Βαρούχ στον Ναό (Ιερ 43) και, τέλος, το όραμα της βρώσης του βιβλίου από τον Ιεζεκιήλ. Και οι τρεις αναφορές περιέχονται σε κείμενα που χρονικά καλύπτουν μια σχετικά σύντομη περίοδο, περίπου 30 χρόνων (622 – 594 π.Χ.). Αν ληφθεί υπόψη ότι τα 33 πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του Ιεζεκιήλ περιέχουν μια προφητικά επενδυμένη ερμηνεία των γεγονότων της περιόδου 594 – 587/6 π.Χ.[6] και ότι το μήνυμα του Ιεζεκιήλ θα πρέπει να κατανοηθεί με βάση την εγγύτητά του προς τα γεγονότα και να θεωρηθεί ως υπομνηματισμός των συμβάντων αυτών[7], το όραμα δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως μια εικονική περιγραφή της πραγματικότητας που αρχίζει να διαμορφώνεται την περίοδο αυτή, την εμφάνιση αυτού που οι θρησκειολόγοι ονομάζουν “θρησκεία βιβλίου”.
Στο όραμα του Ιεζεκιήλ, το ειλητό το οποίο πρέπει να φάει ο προφήτης είναι, σύμφωνα με το κείμενο, γραμμένο και από τις δύο πλευρές του, πράγμα ασυνήθιστο, αφού είναι γνωστό ότι συνήθιζαν να γράφουν μόνον από τη μια πλευρά. Αυτό δηλώνει τον επείγοντα χαρακτήρα του θείου μηνύματος[8]. Πραγματικά, κατά τη δύσκολη περίοδο πριν από την αιχμαλωσία, όταν η πτώση δεν είναι πλέον μια μακρινή και αόριστη απειλή, αλλά ορατή πραγματικότητα, προκύπτει η επείγουσα ανάγκη της καταγραφής των εμπειριών, της πίστης, των ιδεών. Η αλήθεια, ο ρόλος του Ισραήλ στην ιστορία, οι προφητικοί λόγοι, όλα όσα έκανε ο Κύριος γίνονται γραφή.
- Ένα βιβλίο υποκινεί μια θρησκευτική μεταρρύθμιση και βρίσκεται στην αρχή ενός φιλολογικού κινήματος. Λειτουργεί ως μια εκρηκτική πρόταση που συνιστά την τελευταία ελπίδα.
- Ένας κακός βασιλιάς καταστρέφει το βιβλίο ενός προφήτη που αναφέρεται στην κρισιμότητα της κατάστασης, κάτι που προξενεί τρόμο στους παρόντες και εκλαμβάνεται ως ασέβεια.
- Ο νεαρός ιερέας-προφήτης Ιεζεκιήλ -πιθανότατα παρών στο Ναό κατά το παραπάνω επεισόδιο[9]– παίρνει αυτήν την εμπειρία μαζί του στην αιχμαλωσία. Θεωρεί ότι εξοπλίζεται για το προφητικό έργο καταπίνοντας ένα βιβλίο, στο οποίο περιέχονται θρήνοι και κλαυθμοί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέεται στενά με τις προφητικές παραδόσεις (προπάντων τον Ιερεμία) και την παράδοση του βιβλίου. Η ιστορία του λόγου του Θεού καθίσταται στο εξής ιστορία του βιβλίου.
Και πραγματικά, είναι γνωστό ότι το σύνολο σχεδόν των συζητήσεων του Ιησού με τους πνευματικούς ηγέτες του ιουδαϊσμού της εποχής του περιστρεφόταν γύρω από την ερμηνεία του βιβλίου του Νόμου[10].
Ένα ανάλογο όραμα με αυτό που είδε ο προφήτης Ιεζεκιήλ περιγράφεται και στην Καινή Διαθήκη, στο βιβλίο της Αποκάλυψης. Μετά τα έξι πρώτα σαλπίσματα των αγγέλων, που ακολούθησαν το άνοιγμα της έβδομης σφραγίδας (Απο 8:1εξ) και πριν ηχήσει το έβδομο, παρεμβάλλεται μια σκηνή που θυμίζει έντονα το όραμα του Ιεζεκιήλ. Ένας άγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό και στέκεται πατώντας με το δεξί πόδι του πάνω στη θάλασσα και το αριστερό στη γη, ενώ κρατά στο χέρι του ένα ανοιγμένο βιβλίο. Μια φωνή προστάζει τον Ιωάννη να πάρει το βιβλίο από το χέρι του αγγέλου και να το φάει, ενώ ταυτόχρονα τον προειδοποιεί ότι θα του πικράνει την κοιλιά, αν και στο στόμα του θα έχει γεύση γλυκιά σαν μέλι. Όταν ο Ιωάννης συμμορφώνεται με την προσταγή, παίρνει την εντολή να προφητεύσει «ἐπὶ λαοῖς καὶ ἔθνεσιν καὶ γλώσσαις καὶ βασιλεῦσιν πολλοῖς» (Από 10:1-11).
Συγκρίνοντας κανείς τα δύο οράματα μεταξύ τους, διαπιστώνει ομοιότητες και διαφορές. Το όραμα της βιβλιοφαγίας του Ιεζεκιήλ σηματοδοτεί το τέλος της προφορικής παράδοσης και προφητείας και την έναρξη της εποχής αυτού που αποκαλείται θρησκεία βιβλίου. Το ιδανικό τής χωρίς συμβιβασμούς πιστότητας στο λόγο του Θεού κατά την εποχή που τελείωσε το ενσαρκώνει ο προφήτης. Το όραμα του Ιωάννη της Αποκάλυψης σηματοδοτεί την έναρξη μιας άλλης εποχής, κατά την οποία το ιδανικό της ταύτισης με τον ζωντανό λόγο του Θεού ενσαρκώνεται από τον μάρτυρα. Ταυτόχρονα όμως προαναγγέλλει τον ερχομό της εποχής των χριστιανών μυστικών, οι οποίοι θα επιδιώξουν αυτό που αποκαλείται “θέωση” και που κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας συνιστά τον ύψιστο σκοπό του ανθρώπου, τη χαρισματική, δηλαδή, μεταμόρφωση του ανθρώπου και τον φωτισμό του, που οδηγεί στη θεωρία του θείου φωτός της Αγίας Τριάδος, προς την οποία ανεβαίνει και μετά ενώνεται με αυτήν διά της ενώσεως της ανθρώπινης φύσης με την ανθρώπινη φύση του Σωτήρα. Ο Ιωάννης δεν είναι προφήτης, γιατί η εποχή της προφητείας με την κλασική σημασία του όρου τελείωσε, ούτε και μυστικός, γιατί η εποχή αυτή δεν ήρθε ακόμη. Με το όραμά του καθίσταται ο ομφάλιος λώρος που συνδέει προφητεία και μυστική εμπειρία. Η γεύση τού βιβλίου που τρώει ο Ιεζεκιήλ είναι γλυκιά σαν μέλι. Το ίδιο και εκείνη του βιβλίου που τρώει ο Ιωάννης. Όμως ο Ιωάννης γνωρίζει καλύτερα από τον Ιεζεκιήλ ότι η εποχή που αρχίζει δεν είναι μόνον εποχή χαράς και ελπίδας, αλλά και πίκρας και αγώνα.




