Το προφητικό έργο που αναμφίβολα επέδρασε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τόσο στην ιουδαϊκή όσο και στη χριστιανική σκέψη είναι το βιβλίο που αποδίδεται στον προφήτη Ησαΐα. Παρ’ όλα αυτά, για το πρόσωπο του προφήτη ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά και λιγότερα εκείνα που μπορούν να διερευνηθούν ιστορικά. Ανάλογα ισχύουν και για το βιβλίο του· αν και είναι το μεγαλύτερο προφητικό έργο της Βίβλου ελάχιστες είναι οι περικοπές εκείνες που η σύγχρονη έρευνα μπορεί να συσχετίσει με τον προφήτη που έδρασε τον η΄ π.Χ. αιώνα στην Ιερουσαλήμ.

Οι περισσότερες από τις δυσκολίες αυτές δεν ήταν άγνωστες στους αρχαίους ερμηνευτές. Γι’ αυτόν προφανώς τον λόγο, και αναμφίβολα για την απαράμιλλη δύναμη του προφητικού μηνύματος του Ησαΐα, πολύ νωρίς η χριστιανική ερμηνευτική παράδοση, ακολουθώντας την αντίστοιχη πρακτική της Καινής Διαθήκης, δεν επικεντρώνει το ενδιαφέρον της τόσο στη σύνδεση των προφητειών του βιβλίου με την ιστορική πραγματικότητα του η΄ π.Χ. αιώνα όσο με το πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού. Δεν είναι, κατά συνέπεια, τυχαίο το ότι πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς αντιμετωπίζουν τον Ησαΐα όχι απλώς ως τον μεγαλύτερο προφήτη αλλά σαν ευαγγελιστή ή απόστολο. Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο διαβάζεται σχεδόν ολόκληρο κατά του Εσπερινούς των μεγάλων δεσποτικών γιορτών. Το τέταρτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της γιορτής των Χριστουγέννων προέρχεται από το ενδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου (στχ 1-10).

Το περιεχόμενο του κειμένου μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος (στχ. 1-5) γίνεται λόγος για έναν ιδεώδη βασιλιά, ο οποίος περιγράφεται ως «κλωνάρι» που «θα βλαστήσει από τη ρίζα του Ιεσσαί …  και πάνω του θ’ αναπαύεται το πνεύμα του Θεού» κι ακόμα, ως κάποιος που «δεν θα κρίνει από τα φαινόμενα … αλλά θα αποδώσει στον ταπεινό δικαιοσύνη, τους ταπεινούς της χώρας θα δικαιώσει … με δικαιοσύνη θα περιζώσει τη μέση του, και η αλήθεια θα καλύπτει τα πλευρά του». Στο δεύτερο μέρος (στχ. 6-9) παρουσιάζεται ένα νέο θέμα, η επικράτηση μιας γενικής ειρήνης στις σχέσεις των ζώων μεταξύ τους, ως σημείο μιας επιστροφής της παραδείσιας κατάστασης, όπου «ο λύκος θα βόσκει με το αρνί μαζί, κι η λεοπάρδαλη θα ξεκουράζεται με το κατσίκι αντάμα … το λιοντάρι και το βόδι άχυρα θα ᾽χουν για τροφή, και το νήπιο στην τρύπα της οχιάς, και στων μικρών της τη φωλιά το χέρι του θ’ απλώνει, γιατί η γνώση του Κυρίου θα γεμίσει ολόκληρη τη γη. Η όλη ενότητα κατακλείεται με τη διαβεβαίωση ότι ο προερχόμενος από τη γενιά του Ιεσσαί νέος ηγεμόνας, που αναφέρεται στο πρώτο μέρος της περικοπής, θα ενσαρκώνει τις ελπίδες όλων των λαών της γης (στχ 10).

Αν θα επιχειρούσε να προσεγγίσει κανείς το παραπάνω κείμενο με βάση τη σύγχρονη ιστορικοκριτική μέθοδο ερμηνείας της Γραφής, θα κατέληγε με βάση το λεξιλόγιο, το ύφος και τη θεματολογία του στο συμπέρασμα πως η συγκεκριμένη περικοπή δεν προέρχεται από τον ίδιο τον προφήτη Ησαΐα, αλλά συνιστά ένα τυπικό κείμενο της μεταιχμαλωσιακής περιόδου, που αντικατοπτρίζει τις μεσσιανικές προσδοκίες της ιουδαϊκής κοινότητας του ς΄ π.Χ. αιώνα, η οποία, απογοητευμένη από την αποτυχία της δαβιδικής δυναστείας, ελπίζει σε για μια νέα ευκαιρία που ο Θεός θα δώσει στον λαό του, κάνοντας την ιστορία της βασιλείας να επιστρέψει στην αφετηρία της, στον πατέρα του Δαβίδ στον Ιεσσαί, και να αρχίσει ξανά, ενώ ολόκληρη η κτίση θα επιστρέψει στην παραδείσια κατάσταση.

Το παραπάνω συμπέρασμα είναι πολύ σημαντικό για την κατανόηση της εξέλιξης της ιουδαϊκής εσχατολογίας και των συνδεδεμένων με αυτήν μεσσιανικών προσδοκιών. Ωστόσο, οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δεν ασχολούνται με τέτοια θεωρητικά ζητήματα, καθώς προσεγγίζουν το ζήτημα της αυθεντικότητας των βιβλικών κειμένων εντελώς διαφορετικά. Συγκεκριμένα, εφόσον η Εκκλησία παρέλαβε από τη Συναγωγή τα ιερά της κείμενα και τα αναγνώρισε ως αυθεντική μαρτυρία της αποκάλυψης του Θεού στον κόσμο και μαζί με αυτά παρέλαβε και τη μεσσιανική ερμηνεία των προφητικών κειμένων, το σημαντικότερο πρόβλημα για την Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων δεν ήταν το αν ο Ησαΐας έγραψε πράγματι ένα κείμενο ή όχι, αλλά το αν αυτός που εξαγγέλλεται στο συγκεκριμένο κείμενο ήταν ο Ιησούς ή όχι. Έτσι, οι προσπάθειες των εκκλησιαστικών συγγραφέων εκείνης της εποχής στρέφονταν, λόγω της αντιπαράθεσής τους προς τον ιουδαϊσμό, στο να συσχετίσουν όλα τα μεσσιανικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης με τον Ιησού. Αυτό το διαπιστώνει κανείς τόσο στον Ωριγένη όσο και στον Ευσέβιο Καισαρείας, οι οποίοι γράφουν κατά τον γ΄ μ.Χ. αιώνα τα υπομνήματά τους στο βιβλίο του Ησαΐα. Κυρίαρχο στοιχείο στην ερμηνεία τους είναι το ότι ο Ησαΐας στους στχ. 1-5 κάνει λόγο για τον Ιησού και στους στχ. 6-11 για την Εκκλησία, στην οποία συγκεντρώνονται κάθε είδους άνθρωποι, καλοί και κακοί, πλούσιοι και φτωχοί.

Το ενδιαφέρον των εκκλησιαστικών συγγραφέων να ταυτίσουν τον εξαγγελλόμενο στα μεσσιανικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης με τον Ιησού βασίζεται στην αντιπαράθεση μεταξύ Συναγωγής και Εκκλησίας. Περί τα μέσα του δ΄ μ.Χ. αιώνα όμως ο ερμηνευτικός ορίζοντας αλλάζει. Ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει η διαπίστωση ότι οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι οποίοι γράφουν αυτήν την περίοδο, οι άγιοι Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος και Κύριλλος Αλεξανδρείας, αν και αποδέχονται την παραπάνω ερμηνεία ως αυτονόητη, δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον πλέον να αναφερθούν στα υπομνήματά τους αναλυτικά σ’ αυτήν. Η θεολογική αντιπαράθεση προς τον ιουδαϊσμό ανήκει πλέον στο παρελθόν και η Εκκλησία δεν νιώθει πια απειλούμενη από τη Συναγωγή. Έτσι, μπορεί να θεωρεί πλέον την Παλαιά Διαθήκη ως μέρος της δικής της παράδοσης, καθώς βλέπει στα γεγονότα που περιγράφονται σ’ αυτήν να ενεργεί ο ίδιος Λόγος του Θεού, στον οποίο αναφέρεται και η Καινή Διαθήκη.

Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση αποτυπώνεται εικονογραφικά και στη γνωστή εικόνα της ύστερης βυζαντινής περιόδου που επιγράφεται “Ρίζα του Ιεσσαί”. Στο κάτω μέρος της εικόνας παριστάνεται ξαπλωμένος ο πατέρας του Δαβίδ, ο Ιεσσαί, και από την κοιλιά του βγαίνει ένα δένδρο. Στα κλαδιά του δένδρου παριστάνονται διάφορα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης και στην κορυφή ο Ιησούς Χριστός με την επιγραφή “Ο ΩΝ” στο φωτοστέφανό του. Η επιγραφή αυτή ταυτίζει τον Ιησού με τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, εφόσον η έκφραση “Ο ΩΝ” προέρχεται από το Ο΄ και αποτελεί κατά λέξη μετάφραση του ονόματος του Θεού, όπως αυτό παραδίδεται στο Εξο 3:15.

Ανάλογα ισχύουν και για την υμνογραφία, όπου το “βλαστάρι” της ρίζας του Ιεσσαί ταυτίζεται με τον Ιησού Χριστό, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στον ειρμό (καταβασία) της δ΄ ωδής του κανόνα των Χριστουγέννων:

                        Ράβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐξ αὐτῆς, Χριστέ,

                        ἐκ τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας· ἐξ ὄρους ὁ αἰνετὸς κατασκίου δασέος·

                        ἦλθες σαρκωθεὶς ἐξ απειράνδρου, ὁ ἄυλος καὶ Θεός·

                        δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.

Στον ύμνο αυτό διαπιστώνεται και ένα νέο στοιχείο· η σύνδεση μιας μεσσιανικής προφητείας με την Παναγία. Μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο το 341 μ.Χ., η οποία ανακήρυξε την Μαρία ως “Θεοτόκο” ενάντια στη διδασκαλία του Νεστορίου, αρχίζει ένας νέος κύκλος ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης: Οι προφήτες δεν εξήγγειλαν μόνον την έλευση του Μεσσία, αλλά μίλησαν με την ίδια σαφήνεια και για τη μητέρα του.

Η ερμηνεία αυτή αντικατοπτρίζεται σε μια εικόνα που φέρει τον τίτλο “Ἄνωθεν οἱ προφῆται” και είναι εμπνευσμένη από έναν ύμνο που αρχίζει με τα ίδια λόγια:

                        Ἄνωθεν οἱ προφῆται σὲ προκατήγγειλαν

                        στάμνα, ῥάβδον, πλάκα, κιβωτόν, λυχνίαν,

                        ὄρος ἀλατόμητον, χρυσοῦν θυμιατήριον καὶ σκηνήν,

                        πύλην ἀδιόδευτον, παλάτιον καὶ κλίμακα καὶ θρόνον τοῦ βασιλέως.

Στο κέντρο της εικόνας εικονίζεται η Θεοτόκος με τον Ιησού ως μικρό παιδί στην αγκαλιά της και γύρω της διάφορα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης που κρατάνε στο χέρι τους ένα ειλητάριο ή κάποιο σύμβολο. Συνήθως εικονίζονται ο Ααρών κρατώντας το ανθισμένο ραβδί του (Αριθμοί 17:23), ο Γεδεών κρατώντας το υγρό ποκάρι (Κριταί 6:36-40), ο Ιακώβ κρατώντας μια κλίμακα (Γένεσις 28:12), ο Μωυσής μπροστά στη φλεγόμενη βάτο (Έξοδος 3:2), ο Δαβίδ με την Κιβωτό της Διαθήκης (πρβλ. Ψαλμοί 131:8), ο Σολομώντας με το ανάκλιντρό του (Άσμα Ασμάτων 3:7-10), ο Ησαΐας κρατώντας μια λαβίδα (Ησαΐας 6:6), ο Ιεζεκιήλ κρατώντας μια κλειστή πύλη (Ιεζεκιήλ 44:2), ο Δανιήλ κρατώντας ένα όρος (Δανιήλ 2:34), ο Ζαχαρίας κρατώντας μια εφτάφωτη λυχνία (Ζαχαρίας 4:2) κ.ά. Όπως είναι γνωστό, κάθε ένα από τα αντικείμενα αυτά κατανοήθηκε ως προτύπωση του ρόλου της Παναγίας στο σχέδιο της θείας οικονομίας.

Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση, που ξεκινάει ήδη από τους συγγραφείς των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, η  Εκκλησία προσφέρει μια εντελώς διαφορετική κατανόηση της αυθεντικότητας των βιβλικών κειμένων, καθώς το αποφασιστικό κριτήριο δεν είναι πλέον η προσωπικότητα του υποτιθέμενου συγγραφέα, αλλά η κοινότητα του λαού του Θεού που αναγνωρίζει το συγκεκριμένο κείμενο ως λόγο Θεού και επομένως ως κείμενο που δεν παρέχει απλώς πληροφορίες για κάποια γεγονότα ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά ως κείμενο που περιέχει αιώνιες αλήθειες που ισχύουν για όλες τις εποχές. Έτσι, το περιεχόμενο του κεφ 11 του βιβλίου δεν περιορίζεται απλώς σε ένα ενθαρρυντικό για τους Ιουδαίους της προχριστιανικής εποχής μήνυμα αποκατάστασης, αλλά αποτελεί ένα μήνυμα ελπίδας για όλους τους λαούς της γης για αποκατάσταση των σχέσεων των ανθρώπων με τον Θεό και μεταξύ τους: «Κανένας δεν θα προξενεί κακό … γιατί η γνώση του Κυρίου θα γεμίσει ολόκληρη τη γη, καθώς σκεπάζουν τ’ άφθονα νερά τις θάλασσες» (Ησα 11:9).

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: