Εκκλησιολογικές αναζητήσεις της πρώτης χριστιανικής κοινότητας- Με αφορμή τη γιορτή της μνήμης του αγίου αποστόλου Ματθία

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Του ιδίου:

Τα τελευταία λόγια του Ιησού πριν από την ανάληψή του ήταν, σύμφωνα με το βιβλίο των Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, η υπόσχεση προς τους μαθητές του «Θα λάβετε όμως δύναμη όταν θα ’ρθει το Άγιο Πνεύμα σ’ εσάς, και θα γίνετε μάρτυρες δικοί μου, στην Ιερουσαλήμ, σε όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και ώς τα πέρατα της γης» (Πρα 1:8). Το χωρίο αυτό είναι ίσως το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται όλη αφήγηση του βιβλίου των Πράξεων, καθώς βασική αποστολή όσων ομολογούν πίστη στον Ιησού Χριστό είναι να γίνουν μάρτυρές του σε όλον τον κόσμο και για να το πετύχουν αυτό χρειάζονται την αρωγή και την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου περιγράφει τις προετοιμασίες των μαθητών, αμέσως μετά την ανάληψη του Χριστού, προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αποστολή που τους ανατέθηκε από τον Δάσκαλό τους. 

Πρώτη ενέργεια των μαθητών αμέσως μετά την ανάληψη του Χριστού ήταν να συμπληρώσουν τον αριθμό των δώδεκα με την εκλογή ενός από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Ιησού που θα καταλάβει τη θέση του αποστάτη Ιούδα. Αντικαταστάτης του Ιούδα αναδείχτηκε τελικά ο Ματθίας, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η 9η Αυγούστου. Η Καινή Διαθήκη δεν δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον ίδιο και το έργο του, αλλά ο Ευσέβιος Καισαρείας θεωρεί ότι ο Ματθίας ανήκε στον κύκλο των 70 μαθητών του Ιησού, ενώ σύμφωνα με μεταγενέστερη παράδοση έδρασε ως απόστολος στην Αιθιοπία, που ταυτίζεται με κάποια περιοχή της σύγχρονης Γεωργίας.

Προκαλεί ίσως έκπληξη στον αναγνώστη του βιβλίου των Πράξεων τῶν Ἀποστόλων η βιασύνη του Πέτρου να προχωρήσει αμέσως μετά την ανάληψη του Χριστού στην αντικατάσταση του Ιούδα για να συμπληρώσει τον αριθμό 12 των μαθητών του. Η βιασύνη αυτή αποκαλύπτει ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δεν ηταν μια απλώς τυπική πράξη αλλά έχει σημαντικές εκκλησιολογικές συνέπειες. Δείχνει μια Εκκλησία που, καθώς συνειδητοποιεί ότι ο Χριστός δεν είναι πλέον σωματικά παρών, αγωνιά να καθορίσει την ταυτότητά της και τον ρόλο της. 

Αξιοσημείωτο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο Πέτρος στην πρότασή του προς τους μαθητές δικαιολογεί τόσο την προδοσία του Ιούδα όσο και την ανάγκη αντικατάστασής του στους Ψαλμούς. Συγκεκριμένα, ο Πέτρος ερμηνεύει την ονομασία του χωραφιού «Ἀκελδαμᾶ» (χωρίον αἵματος), όπου πέθανε ο Ιούδας, ως εκπλήρωση του στχ 26 του Ψαλμού 68, ενώ την ανάγκη αντικατάστασής του ως προαναγγελθείσα από τον στχ 8β του Ψαλμού 108 (στχ 20). Η δικαιολόγηση αυτή αποκαλύπτει ότι η νέα κοινότητα των πιστών που διαμορφώθηκε από τον Χριστό αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μέρος μιας ευρύτερης θεϊκής υπόσχεσης και εκπλήρωσης. Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει ο Πέτρος τους Ψαλμούς εκφράζει την αυτοσυνειδησία της πρώτης χριστιανικής κοινότητας ότι είναι αυτή η συνέχεια του βιβλικού Ισραήλ, και ότι η ύπαρξή της είναι η συνέπεια της πιστής ανταπόκρισης του Θεού στις υποσχέσεις του.

Πρώτο, λοιπόν, μέλημα της πρώτης Εκκλησίας ήταν η εκλογή ενός νέου δωδέκατου μαθητή, απόφαση που υποδηλώνει ότι η πρώτη χριστιανική κοινότητα έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ακριβή συγκρότηση της δομής της. Η δομή, δηλαδή, θεωρείτο από την πρώτη Εκκλησία ζωτικής σημασίας για την υλοποίηση του θελήματος του Θεού στον κόσμο, πράγμα που σημαίνει ότι στο βαθμό που η πραγματοποίηση του θελήματος του Θεού παραμένει βασικός στόχος της Εκκλησίας αυτή οφείλει να προσαρμόσει τις δομές της σ᾽ αυτόν ακριβώς τον σκοπό και όχι το αντίθετο. Και ο σκοπός αυτός είχε καθοριστεί με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από τον Χριστό λίγο πριν από την ανάληψή του: «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες … ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Το νέο μέλος της ομάδας επομένως όφειλε να καταστεί «μάρτυρας της αναστάσεως του Ιησού» μαζί με τους άλλους μαθητές (στχ 22), οπότε έπρεπε να είναι κάποιος που ήταν παρών καθ᾽ όλη τη διάρκεια της επίγειας δράσης του Ιησού (στχ 21). Επομένως, η αντικατάσταση του Ιούδα δεν αφορά πρωτίστως την αυτοσυντήρηση της Εκκλησίας. Αφορά την επείγουσα ανάγκη της Εκκλησίας να είναι μάρτυρας του αναστημένου προσώπου του Ιησού.

Η απώλεια του Ιούδα αποτελεί τραγωδία τόσο για τον ίδιο όσο και για την πρώτη χριστιανική κοινότητα. Ο Ιούδας είχε «εκλεγεί» από τον Ιησού (Λου 6:12-15) και είχε λάβει πλήρη «τὸν κλῆρον τῆς διακονίας», προοριζόταν, δηλαδή, να αναλάβει τον ίδιο ρόλο ως απόστολος με τους λοιπούς μαθητές (Πρα 1:17). Η απώλειά του, κατά συνέπεια, σήμαινε ότι χάθηκε ένα μέρος από αυτόν «τὸν κλῆρον τῆς διακονίας». Όμως οι «κλήροι» στη βασιλεία του Θεού δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κάποιο άτομο ή ομάδα. Διακρατούνται ως κοινή παρακαταθήκη, συμμετοχικά μέσα στην κοινωνία του Χριστού. Οι 12 αποτελούσαν ένα αντιπροσωπευτικό σώμα ολόκληρου του λαού του Θεού, οργανωμένο κατά το πρότυπο των 12 φυλών του Ισραήλ. Έτσι, η αντικατάσταση του δωδέκατου αποστόλου μετά την προδοσία του Ιούδα σηματοδοτεί την αποκατάσταση ολόκληρης της κοινότητας της Ιερουσαλήμ (που αριθμούσε «περίπου εκατόν είκοσι πρόσωπα», πολλαπλάσιο του 12). 

Για τον σύγχρονο αναγνώστη όμως, ο τρόπος επιλογής του δωδέκατου μαθητή φαίνεται ίσως παράδοξος. Συγκεκριμένα, προτάθηκαν δύο για τη θέση, ο Ιωσήφ Βαρσαββάς που επονομάστηκε Ιούστος και ο Ματθίας, και η ανάδειξη του Ματθία σε μαθητή έγινε, ύστερα από προσευχή, με κλήρο. Έτσι, ο «κλήρος» ανέδειξε σε μαθητή τον διάδοχο εκείνου που έχασε τον δικό του «κλῆρο τῆς διακονίας». Ο τρόπος αυτός της επιλογής υπογραμμίζει την αίσθηση συνεργασίας της σύναξης των μαθητών με τον Θεό, καθώς κατά τους βιβλικούς χρόνους η πρακτική αυτή δεν θεωρείτο μια τυχαία διαδικασία αλλά ένας αποδεκτός από την ιουδαϊκή παράδοση τρόπος αναγνώρισης του θελήματος του Θεού (Εξο 28:30· 1Βα 28:6· Λευ 16:8-10· Ιησ 18:10· Παρ 18:18). Οι μαθητές, δηλαδή, δεν περίμεναν ο κλήρος να εκλέξει αλλά να αναδείξει αυτόν που ο Θεός είχε ήδη εκλέξει.

Η μέθοδος που ακολουθήθηκε για την ανάδειξη του δωδέκατου μαθητή είναι ίσως εντυπωσιακή, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κανονιστική. Άλλωστε στην Καινή Διαθήκη δεν αναφέρεται άλλη περίπτωση λήψης απόφασης με κλήρο. Σύντομα το Άγιο Πνεύμα θα πλημμυρίσει όλους τους πιστούς, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης (2:1-4, 17-21). Εκτός από τους δώδεκα, ο Βαρνάβας, ο Στέφανος και ο Φίλιππος θα παίξουν σημαντικό ρόλο στη διάδοση του Ευαγγελίου (4:36-37· 6:1-8:40· 11:22-26). Λίγο αργότερα, ανώνυμοι ιεραπόστολοι θα διαδώσουν το Ευαγγέλιο έξω από την Ιερουσαλήμ (11:19-21), ο Σαούλ / Παύλος μεταμορφώνεται από διώκτης σε κορυφαίο κήρυκα του Χριστού, και γυναίκες όπως η Ταβιθά, η Λυδία, η Πρίσκιλλα και οι τέσσερεις κόρες του Φιλίππου γίνονται ηγέτιδες, δασκάλες και προφήτιδες σε τοπικές κοινότητες (9:36-42· 16:13-15, 40· 18:2-3, 18, 24-26· 21:8-9). Αλλά σ’ αυτή την τεταμένη και μεταβατική περίοδο αυτό που έχει σημασία είναι η στάση της κοινότητας που μαρτυρεί την επιθυμία της για συνεργασία με τον Θεό και την ακλόνητη εμπιστοσύνη της στην αγαθότητά του. Αναγνωρίζοντας τα όριά τους, οι μαθητές ερευνούν τις Γραφές, αφοσιώνονται στην προσευχή, και αποφασίζουν τα κριτήρια για να προχωρήσουν, χωρίς ποτέ να αφήνουν από τα μάτια τους τον βασικό τους στόχο, την κλήση τους ως «μάρτυρες της ανάστασης του Χριστού». Και ακριβώς σ’ αυτή τη στιγμή, σε αυτή την ιστορία, ο Θεός εργάζεται μέσα από την ανθρώπινη πρωτοβουλία καθημερινών ανθρώπων, όπως ο Πέτρος, ο Ματθίας και όλοι όσοι ήταν συγκεντρωμένοι μαζί, ανταποκρινόμενος στις προσευχές τους. Μέσα από τη δική τους ήσυχη διαβούλευση σε ένα υπερώο, ο Θεός θέτει τις βάσεις όχι μόνο για την Πεντηκοστή, αλλά και για ολόκληρο το έργο του Ευαγγελίου.

Η ιστορία της ανάστασης είναι η ιστορία του Θεού που ανοίγει δρόμο εκεί που δεν υπάρχει κανένας δρόμος. Αυτή είναι επίσης και η ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας, όπως εξιστορείται στις Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ως μάρτυρες της ανάστασης του Ιησού, οι απόστολοι και οι μαθητές ακολούθησαν τον δρόμο που τους είχε διδάξει ο Ιησούς. Δεσμεύτηκαν στην υπηρεσία του πλησίον, βιώνοντας μαζί, ως κοινότητα, τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού στις ζωές τους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ολόκληρο το βιβλίο των Πράξεων η χριστιανική κοινότητα αυτοπροσδιορίζεται ως «Η Οδός» (Πρα 9:2· 18:25· 19:9,23· 24:14,22). Κατά την απουσία του Ιησού, οι απόστολοι και οι μαθητές είναι επιφορτισμένοι όλοι μαζί να αποτελέσουν την «Οδό». Να κάνουν παντού γνωστό αυτόν που αυτοπαρουσιάζεται ως «η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή» (Ιωα 14:6). Να φέρουν την ελπίδα και τη δύναμη της Βασιλείας του Θεού σε κοινότητες και ανθρώπους για τους οποίους οι δοκιμασίες της θρησκευτικής και πολιτικής καταπίεσης μπορεί να έκαναν να φαίνεται ότι δεν υπάρχει διέξοδος.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ