Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος αναγνώστης της Παλαιάς Διαθήκης συνιστά η κατανόηση των αιτίων της συνεχούς αμφιταλάντευσης των Ισραηλιτών ανάμεσα στον Θεό τους και στις διάφορες θεότητες του πολιτισμικού τους περιβάλλοντος. Πραγματικά, σε πρώτη προσέγγιση φαίνεται ακατανόητο το πώς ένας λαός τη μια στιγμή βιώνει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο την παρουσία του θεού του μέσα στην ιστορία του και την αμέσως επόμενη στιγμή επιλέγει να ακολουθήσει έναν άλλον θεό. Σημειώνει χαρακτηριστικά ο βιβλικός αφηγητής: «Οι Ισραηλίτες είδαν τη θαυμαστή επέμβαση του Κυρίου κατά των Αιγυπτίων. Και ο λαός φοβήθηκε τον Κύριο και πίστεψε στον Θεό και στον Μωυσή, τον δούλο του. Τότε ο Μωυσής και οι Ισραηλίτες έψαλαν στον Θεό τον παρακάτω ύμνο: Ας ψάλουμε στον Κύριο, δόξα  απέκτησε υπέρμετρη· άλογα και καβαλάρηδες στη θάλασσα τους έριξε» (Eξο 14:31 – 15:1). Όμως λίγες σελίδες παρακάτω το σκηνικό ανατρέπεται πλήρως: «Όταν ο λαός είδε ότι ο Μωυσής αργούσε να κατεβεί από το βουνό, μαζεύτηκαν γύρω από τον Ααρών και του είπαν: “Σήκω και φτιάξε μας θεούς που να προπορεύονται στον δρόμο μας, γιατί εκείνος ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από την Αίγυπτο, δεν ξέρουμε τι απέγινε”» ( Eξο 32:1).

Ίσως η πιο χαρακτηριστική καταγγελία αυτής της πρακτικής είναι εκείνη του προφήτη Ηλία, που περιγράφεται στο Γ΄ βιβλίο των Βασιλειών, στην ενότητα 18:1 – 19:16, η οποία αποτελεί το δεύτερο ανάγνωσμα του αφιερωμένου στη μνήμη του προφήτη Εσπερινού. Το κείμενο αρχίζει με αναφορά στη συνάντηση του προφήτη Ηλία με τον βασιλιά Αχαάβ, στο πλαίσιο της οποίας αποφασίζεται να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα της αμφιταλάντευσης των Ισραηλιτών ανάμεσα στη λατρεία του Κυρίου και του Βάαλ μέσα από έναν διαγωνισμό που θα πραγματοποιηθεί πάνω στο όρος Κάρμηλος ανάμεσα στον Ηλία και στους προφήτες του Βάαλ και της Ασερά· όποιος θεός ανταποκριθεί στις εκκλήσεις των προφητών του στέλνοντας φωτιά από τον ουρανό για να κάψει τα σφάγια της θυσίας που του προσφέρονται, αυτός θα αναγνωριστεί ως ο πραγματικός θεός του Ισραήλ. Οι προφήτες του Βάαλ αποτυγχάνουν, ο Ηλίας προκαλεί τη σφαγή τους και, προκειμένου να αποφύγει την οργή της βασίλισσας Ιεζάβελ, καταφεύγει στο όρος Χωρήβ, στην έρημο του Σινά, όπου ο Θεός τον επισκέπτεται με τη μορφή λεπτής αύρας και του αναθέτει μια νέα αποστολή.

Το κείμενο αυτό δεν αντικατοπτρίζει μόνον την αγανάκτηση του προφήτη από την αμφιταλάντευση του λαού (είναι ιδιαίτερα παραστατική η σκωπτική έκφραση που χρησιμοποιεί ο προφήτης για την περιγραφή της αμφιταλάντευσης του λαού· «Ως πότε θα κουτσαίνετε και από τα δύο πόδια;» 3Βα 18:21), αλλά και το μέγεθος της ειδωλολατρίας καθώς γίνεται λόγος για 450 προφήτες του Βάαλ και 400 της Ασερά που συντηρούνταν από το βασιλικό ταμείο.

Μια απάντηση στο ερώτημα των αιτίων της αμφιταλάντευσης του Ισραήλ μεταξύ του Θεού που του αποκαλύφθηκε στο Σινά και των διαφόρων θεοτήτων της Χαναάν προϋποθέτει τη μελέτη του πλαισίου μέσα στο οποίο γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η ισραηλιτική λαϊκή θρησκεία, και το οποίο καθορίζεται από τις σχέσεις σε όλους τους τομείς (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, θρησκευτικό) Ισραηλιτών και Χανααναίων. Οι σχέσεις αυτές, εχθρικές αρχικά, εξελίχθηκαν αργότερα σε σχέσεις συμβίωσης και τελικά συνύπαρξης των δύο λαών, με αναπόφευκτες συνέπειες μια σειρά από μικρότερες ή μεγαλύτερες αλλαγές στο σύνολο της ζωής του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής.

Αντίθετα με την εντύπωση που αφήνει η αφήγηση στο βιβλίο Ιησούς Ναυή, όταν παρουσιάζει μέσα από μια σειρά πολεμικών επιχειρήσεων ραγδαία την εξέλιξη των γεγονότων, η κατάκτηση της Χαναάν από τους Ισραηλίτες, όπως αφήνει να εννοηθεί το βιβλίο των Κριτών, ποτέ δεν επιτεύχθηκε πλήρως ούτε σε σύντομο χρονικό διάστημα ούτε υπήρξε προϊόν πολεμικής μόνον αντιπαράθεσης. Έτσι, ενώ ο Ισραήλ περιορίστηκε στην ορεινή χώρα, η παραλία, οι πεδιάδες και οι διάφορες πόλεις-κράτη παρέμειναν για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα στα χέρια των Χανααναίων (βλ Κρι 1:27). Όσο διάστημα οι δύο λαοί παρέμεναν εδαφικά χωρισμένοι, οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν εχθρικές. Ο σαφής εδαφικός διαχωρισμός όμως των πρώτων χρόνων υποχώρησε βαθμιαία, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις στενότερης επαφής των δύο λαών με αποτέλεσμα οι ισραηλιτικές φυλές να έρθουν σε επαφή με τους γηγενείς να γνωρίσουν τον πολιτισμό των πόλεων και τελικά να εγκαταλείψουν τον ημινομαδικό τρόπο ζωής και να γίνουν αγρότες. Όσο στενότερες όμως γίνονται οι επαφές Ισραηλιτών και Χανααναίων, τόσο εντονότερη γίνεται και η πρόσληψη χαναανιτικών πολιτισμικών στοιχείων, ιδιαίτερα λατρευτικών τύπων και εθίμων, από τους Ισραηλίτες (βλ Κρι 3:5-6). Για να γίνει κατανοητή στον σύγχρονο αναγνώστη της Βίβλου αυτή η διαδικασία πρόσληψης, είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία των θρησκευτικών αντιλήψεων των αρχαίων λαών της περιοχής.

Σε κοινωνίες με απλή δομή και χωρίς μεγάλες κοινωνικές διαστρωματώσεις μεταξύ των μελών τους, όπως είναι οι νομαδικές φυλές και οι περισσότεροι λαοί της νοτιοδυτικής Ασίας, αποκλειστική θέση στον χώρο του θείου κατέχει συνήθως μία μοναδική θεότητα, η οποία λατρεύεται από το σύνολο του λαού. Κάθε λαός έχει έναν θεό, ο οποίος είναι αποκλειστικά δικός του και αναλαμβάνει να τον προστατεύει απέναντι στους θεούς των άλλων λαών. Η ιδέα αυτή υπόκειται ακόμη και στον Δεκάλογο, ο οποίος δεν αρνείται την ύπαρξη άλλων θεών, αλλά απαγορεύει τη λατρεία τους από τους Ισραηλίτες: «Ο Κύριος μίλησε και έδωσε τις εξής εντολές: Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου που σε έβγαλα από την Αίγυπτο, από τον τόπο της δουλείας. Δεν θα υπάρχουν για σένα άλλοι θεοί εκτός από μένα … εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, Θεός που απαιτώ αποκλειστικότητα …» (Εξο 20:1-3,5).

Εφόσον όμως κάθε θεός είναι στενά συνδεδεμένος με έναν λαό, όταν ο βασιλιάς Σολομώντας, προκειμένου να διευρύνει τις διπλωματικές του σχέσεις με τα βασίλεια της περιοχής, παντρεύεται διάφορες πριγκίπισσες των γειτονικών με τον Ισραήλ λαών, αναγκάζεται να οικοδομήσει στην Ιερουσαλήμ ιερά και για τις γυναίκες του: «Την εποχή εκείνη οικοδόμησε ο Σολομώντας λατρευτικό τόπο για τον Χαμώς, το είδωλο της Μωάβ, και για τον Μιλκόμ, το είδωλο των Αμμωνιτών, και για την Αστάρτη, το σιχαμερό είδωλο των Σιδωνίων» (3Βα 11:5-6).

Ανάλογη προς την ιδέα της στενής σύνδεσης ενός θεού με έναν συγκεκριμένο λαό είναι και εκείνη, σύμφωνα με την οποία διάφορες θεότητες είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένους τόπους τα όρια των οποίων δύσκολα μπορούν να υπερβούν, κατά συνέπεια, απομάκρυνση ενός ανθρώπου από έναν τόπο σημαίνει χωρισμό από τον θεό της περιοχής. Έτσι, ο Δαβίδ, απευθυνόμενος στον Σαούλ, λέει για όσους τον κατηγορούν: «Ας είναι καταραμένοι ενώπιον του Κυρίου, γιατί με καταδιώκουν σήμερα, και δεν μ’ αφήνουν να ζήσω ήσυχος στη χώρα που έδωσε ο Κύριος στον λαό του για ιδιοκτησία τους. “Πήγαινε” μου λένε “αλλού να λατρέψεις άλλους θεούς”» (1Βα 26:19). Κατά ανάλογο τρόπο οι εξόριστοι στη Μεσοποταμία Ισραηλίτες αναρωτιούνται: «Πώς να τραγουδήσουμε τις ωδές του Κυρίου σε ξένη γη;» (Ψαλ 136:4).

Εφόσον, λοιπόν, κάθε περιοχή έχει τους δικούς της θεούς, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο συνιστούν το περιβάλλον του ανθρώπου, και εφόσον κανόνας επιβίωσης κάθε ανθρώπου είναι η προσαρμογή στο περιβάλλον του, η λατρεία του τοπικού θεού γίνεται απαραίτητη προϋπόθεση ζωής για όποιον ζει στη συγκεκριμένη περιοχή. Αυτό συνέβη και με τους εποίκους από τη Μεσοποταμία που οι Ασσύριοι εγκατέστησαν στη Σαμάρεια μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ:«Ο βασιλιάς της Ασσυρίας έφερε από την περιοχή της Βαβυλώνας εποίκους που κατάγονταν από τη Χουθά, την Αϊά, την Αιμάθ και από την Σεπφαρουαΐμ, τους εγκατέστησε στις πόλεις της Σαμάρειας, στα σπίτια των Ισραηλιτών. Έτσι, πήραν στην κατοχή τους τη Σαμάρεια και κατοίκησαν στις γύρω πόλεις. Αυτοί, όταν αρχικά εγκαταστάθηκαν εκεί, δεν λάτρευαν τον Κύριο· έτσι ο Κύριος τους έστειλε λιοντάρια που κατασπάραξαν αρκετούς. Απευθύνθηκαν, λοιπόν, στον βασιλιά της Ασσυρίας και του είπαν: “Οι ξένοι λαοί που έφερες και εγκατέστησες στις πόλεις της Σαμάρειας δεν γνωρίζουν τον νόμο του θεού της χώρας. Μη γνωρίζοντας όμως το νόμο του θεού της χώρας, αυτός έστειλε λιοντάρια εναντίον τους που τους θανατώνουν”. Τότε ο βασιλιάς της Ασσυρίας έδωσε διαταγή και είπε: “Στείλτε εκεί ανθρώπους, να πάνε να μείνουν μαζί τους και να τους διδάξουν τον νόμο του θεού της χώρας”. Έτσι, έστειλαν έναν από τους ιερείς που είχαν εκτοπιστεί από τη Σαμάρεια, κι εκείνος εγκαταστάθηκε στη Βαιθήλ και τους δίδασκε πώς να λατρεύουν τον Κύριο» (4Βα 17:24-28).

Κάτι ανάλογο συνέβη προφανώς δύο αιώνες νωρίτερα και με τους Ισραηλίτες. Όταν εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Χαναάν, γνώρισαν τον τρόπο ζωής των γηγενών, έμαθαν την καλλιέργεια της γης και την εκτροφή των ζώων και είδαν πώς οι Χανααναίοι τιμούσαν τους θεούς τους. Η προσαρμογή των Ισραηλιτών στον τρόπο ζωής των μόνιμα εγκατεστημένων κατοίκων της χώρας σήμαινε παράλληλα και υιοθέτηση στοιχείων από τις λατρευτικές τους τελετές, αφού σε όλους τους αρχαίους λαούς τέτοιες τελετές ήταν στενά συνδεδεμένες με κάθε σημαντικό γεγονός της ζωής. Για τον Χανααναίο αγρότη το τελετουργικό της γιορτής της πρωτοχρονιάς το φθινόπωρο ή της γιορτής της συγκομιδής κατά τις αρχές του καλοκαιριού ήταν το ίδιο απαραίτητο με τη σπορά και τον θερισμό, γιατί η λατρεία των Βααλίμ, των διάφορων δηλαδή υποστάσεων του θεού της ευφορίας Βάαλ, ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας της καλλιέργειας της γης. Γι’ αυτόν τον λόγο όλα τα ιερά της βααλικής θρησκείας (αειθαλή δένδρα, θυσιαστήρια σε υψώματα, πηγές, ξόανα της θεάς Ασερά, λίθινες στήλες, κλπ) ενσωματώθηκαν τόσο εύκολα στη λαϊκή θρησκεία του Ισραήλ και συνέχισαν να παίζουν τον ρόλο τους, παρά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες διάφορων βασιλιάδων και τη σκληρή πολεμική των προφητών. Καλλιέργεια της γης χωρίς παράλληλη άσκηση της βααλικής λατρείας ήταν για τους ανθρώπους της εποχής αδιανόητη, όπως σαφώς προκύπτει από την απάντηση των Ρηχαβιτών στον προφήτη Ιερεμία, όταν εκείνος τους πρόσφερε κρασί: «Δεν πρόκειται να πιούμε κρασί, διότι ο πρόγονός μας, ο Ιωναδάβ, γιος του Ρηχάβ, μας διέταξε λέγοντας: “Ποτέ να μην πιείτε κρασί εσείς και οι απόγονοί σας. Ούτε σπίτια να χτίσετε, ούτε σιτηρά να σπείρετε, ούτε αμπέλια να αποκτήσετε, αλλά σ᾽ όλη σας τη ζωή να κατοικείτε σε σκηνές, ώστε να ζήσετε πολλά χρόνια στη χώρα, στην οποία διαμένετε”. Και υπακούσαμε στην εντολή του Ιωναδάβ, του προπάτορά μας, να μην πιούμε κρασί όσο ζούμε, ούτε εμείς ούτε οι γυναίκες μας ούτε οι γιοι και οι θυγατέρες μας, να μη χτίζουμε σπίτια για να κατοικούμε σ’ αυτά, ούτε να έχουμε αμπελώνες, αγρούς, ούτε να καλλιεργούμε, αλλά μένουμε σε σκηνές, υπακούοντας και κάνοντας σύμφωνα με όλα όσα μας πρόσταξε ο πρόγονός μας ο Ιωναδάβ» (Ιερ 42:6-10).

Μόνον όποιος παραμένει ως ξένος στη χώρα, δεν κατοικεί κάπου μόνιμα, δεν καλλιεργεί τη γη και δεν τρέφεται με τα προϊόντα της, δεν κινδυνεύει να παρασυρθεί στη λατρεία του Βάαλ. Η προσαρμογή, λοιπόν, των Ισραηλιτών στις νέες συνθήκες ζωής δεν μπορούσε να γίνει χωρίς παράλληλη πρόσκτηση στοιχείων από τη χαναανιτική θρησκεία. Έτσι, οι Ισραηλίτες χρησιμοποίησαν τα τοπικά ιερά των Χανααναίων και μιμήθηκαν τις λατρευτικές τους συνήθειες, προσφέροντας στους ίδιους με εκείνους τόπους ίδιες θυσίες και γιορτάζοντας τις ίδιες αγροτικές γιορτές. Στον βαθμό όμως που ο Ισραήλ προσλαμβάνει τον πολιτισμό της Χαναάν και μαζί με αυτόν και τις θρησκευτικές του δομές, υπεισέρχεται και ο Θεός του στον χώρο του πολυθεϊσμού. Προσλαμβάνοντας ο Θεός του Ισραήλ χαρακτηριστικά των χαναανιτικών θεοτήτων εύκολα συγχέεται στη λαϊκή αντίληψη με την τοπική υπόσταση του Ελ ή του Βάαλ.

Ο συγκρητισμός επομένως της λαϊκής θρησκείας του Ισραήλ δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναπόφευκτη συνέπεια προσαρμογής του στις κοινωνικές δομές της Χαναάν. Αυτός είναι ο λόγος που η αντίδραση των προφητών κατά του πολυθεϊσμού και της ειδωλολατρίας εκδηλώνεται συχνά ως κοινωνική κριτική. Δεν είναι το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης που υπαγορεύει το περιεχόμενο του προφητικού κηρύγματος, αλλά ο κίνδυνος που διαφαίνεται για τον μονοθεϊσμό από την πρόσληψη των κοινωνικών δομών της Χαναάν. Εφόσον όμως ο λαός, παρά τον έντονο προφητικό έλεγχο, εξακολουθεί να αδιαφορεί για όσα ο νόμος του Θεού προβλέπει υπέρ των φτωχών και των αδυνάτων, δεν βλέπουν οι προφήτες άλλη διέξοδο από την καταστροφή του Ισραήλ. Ο απόλυτος μονοθεϊσμός θα επιτευχθεί μόνον όταν ο Ισραήλ κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας ξεκομμένος από την πατρογονική του κοιτίδα και χωρίς κρατική οργάνωση, αναδειχτεί σε πραγματικό λαό του Κυρίου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Ισραήλ βρέθηκε κατά κάποιο τρόπο εγκλωβισμένος στο νέο του περιβάλλον και σχεδόν νομοτελειακά οδηγήθηκε στην ειδωλολατρία, οδηγώντας έτσι το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο και πάλι σε κρίση και στον κίνδυνο της ματαίωσής του. Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται να δικαιολογεί ως ένα βαθμό τη βιαιότητα της αντίδρασης του προφήτη Ηλία, παραμένει παρ’ όλα αυτά αποτροπιαστική, και το ερώτημα που γεννάται στον σύγχρονο αναγνώστη είναι αν μια τέτοια βίαιη ενέργεια, όπως η σφαγή των προφητών του Βάαλ, γίνεται ανεκτή από τον ίδιο τον Θεό.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προκύπτει από τη συνέχεια της ιστορίας του προφήτη Ηλία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει μια ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου, όπου αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός παιδαγωγεί τον ζηλωτή προφήτη του, ώστε να γίνει περισσότερο ανεκτικός απέναντι στους αρνητές της πίστης και ηπιότερος στις αντιδράσεις του, καθώς η βία δεν επιδοκιμάζεται από τον Θεό (MPG 56:583-586). Φθάνοντας στο όρος Χωρήβ ο προφήτης καταφεύγει σε ένα σπήλαιο και αναμένει την εμφάνιση του Θεού. Το ξέσπασμα μια τρομερής θύελλας δίνει στον Ηλία την εντύπωση ότι πλησιάζει ο Θεός, αλλά γρήγορα απογοητεύεται, διαπιστώνοντας ότι ο Θεός δεν βρισκόταν στη θύελλα. Ακολουθεί φοβερός σεισμός και στη συνέχεια καταστρεπτική φωτιά, όμως η ίδια απογοήτευση αναμένει τον προφήτη, καθώς ούτε μέσα από αυτά τα βίαια αλλά τόσο εντυπωσιακά φαινόμενα εκφράζεται η παρουσία του Κυρίου, την οποία νιώθει τελικά ο Ηλίας ως ήχο από ελαφρό αεράκι. Με τον τρόπο αυτό ο προφήτης διδάσκεται ότι, σε αντίθεση με τις αντιλήψεις της εποχής, η βία και η απειλή δεν αποτελούν χαρακτηριστικά του Θεού και επομένως η πίστη σ᾽ αυτόν δεν μπορεί να επιβάλλεται με βίαιες πρακτικές. Ταυτόχρονα όμως, μέσα από την αποστολή που του ανατίθεται, να χρίσει τον Αζαήλ βασιλιά των Αραμαίων, τον Ιού βασιλιά του Ισραήλ και τον Ελισσαίο ως προφήτη, θα διαπιστώσει (βλ 4Βα κεφ 10 και 11) ότι η τιμωρία όσων αρνούνται τη Διαθήκη είναι έργο του ίδιου του Θεού, ο οποίος κατευθύνει την Ιστορία και όχι των πιστών του.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: