Έχοντας στο πλευρό του το νούμερο ένα της ρωσικής εκκλησιαστικής διπλωματίας, μητροπολίτη Βολοκολάμσκ Αντώνιο αλλά και τον Ρώσο Πρέσβη στο Ισραήλ, που βρέθηκαν στους εορτασμούς των 100 ετών από την ίδρυση της ρωσικής μονής της αγίας Τριάδας στη Χεβρώνα, ο Πατριάρχης Θεόφιλος εξήγγειλε ένα ιδιότυπο εκκλησιαστικό «μανιφέστο» μέσα από το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ εμφάνισε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων ως τον φυσικό εγγυητή της ενότητας των Ορθοδόξων.
«Ημείς, αγαπητοί μου αδελφοί, «σφραγισθέντες τω Πνεύματι της επαγγελίας» (Πρβλ. Εφ’. 1,13). αφ΄ ενός μεν «οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Ιωάν. Α΄ 4,11). Αφ’ ετέρου δε φυλάττειν την παρακαταθήκην των Παναγίων Προσκυνημάτων, τα οποία αποτελούν το σημείον αναφοράς απάντων των ανά την Οικουμένην Χριστιανών, αλλά και την εγγύησιν της ενότητος των Αγίων Ορθοδόξων αδελφών Εκκλησιών» είπε επι λέξη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ανακοινώνοντας ούτε λιγο ούτε πολύ πως το Πατριαρχείο του είναι ο πραγματικός εγγυητής της ενότητας, ρόλο που αιώνες τώρα κατέχει η Κωνσταντινούπολη.
Συνεχίζοντας ουσιαστικά το αφήγημα της «Μητέρας των Εκκλησιών» αλλά με νέα επιχειρηματολογία αυτή τη φορά, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων διεκδικεί επίσημα πλέον νέο ρόλο στην παγκόσμια ορθόδοξη πραγματικότητα, θεμελιώνοντας την επιχειρηματολογία του στην ιερότητα των Προσκυνημάτων και στην αποστολή της διακονίας, το πρωτείο της οποίας αποδέχεται σαφέστατα, επιλέγοντας να κλείσει την ομιλία του με την φράση «ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων διάκονος».
ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΑΒΡΑΑΜ
Το μοναστήρι από το οποίο μίλησε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων δεν είναι ένας τυχαίος τόπος. Βρίσκεται δίπλα από το σημείο όπου έχουν ταφεί οι Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ και ο κ. Θεόφιλος ήξερε ακριβώς πως να το αναδείξει.
Χρησιμοποιώντας απόσπασμα από την προς Γαλάτας επιστολή του Παύλου στην οποία ο Απόστολος υπενθυμίζει το μήνυμα του Θεού προς τον Αβραάμ πως «μέσα από εσένα (σ.σ. τον Αβραάμ) θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης» υπενθυμίζει με την σειρά του εμμέσως μεν αλλά με σαφήνεια δε ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων είναι ο τόπος της σωτηρίας.
Έχοντας επενδύσει επιμελώς τα μηνύματα του με βιβλικές αναφορές και αγιολογικά χωρία, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων καλλιεργεί σταθερά την αντίληψη ότι μακριά κι έξω από οτιδήποτε έχει διαμορφωθεί στην εκκλησιαστική πραγματικότητα όλους αυτούς τους αιώνες, αυτό το οποίο παραμένει σταθερό είναι η πνευματική κυριαρχία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων στην οποία αναγνωρίζει πρωτείο διακονίας με ότι αυτο συνεπάγεται
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ συνήγαγε πάντας ἡμᾶς ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ἁγίῳ τόπῳ πλησίον τῆς δρυός τοῦ Μαμβρῆ, ἔνθα Κύριος ὁ Θεός ὤφθη τῷ Πατριάρχῃ Ἀβραάμ, ἵνα ἐν θείᾳ εὐχαριστιακῇ κοινωνίᾳ ἑορτάσωμεν τήν ἑκατοστήν ἐπέτειον τοῦ ἱεροῦ τούτου Ναοῦ, τοῦ ἐπωνύμου «τῶν Ἁγίων Προπατόρων»· τοῦ ἀνεγερθέντος μέν, ἐπί τῶν ἐρειπίων τοῦ ἀρχαίου Κωνσταντινείου Ναοῦ ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Λεωνίδου Sentsov Προϊσταμένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Ἀποστολῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, καθαγιασθέντος δέ ὑπό τοῦ Προκατόχου ἡμῶν ἀοιδίμου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κυροῦ Δαμιανοῦ ἐν ἔτει 1925.
Ὁ ἱερός οὗτος τόπος ἐνέχει ἰδιαιτέραν σημασίαν οὐχί μόνον διά τούς Χριστιανούς ἀλλά δι’ ὅλας τάς φυλάς καί ὅλα τά ἔθνη, κατά τόν θεῖον Παῦλον, τόν ἐπικαλούμενον τήν ἀψευδῆ μαρτυρίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί λέγοντα: «προϊοῦσα δέ ἡ γραφή ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τά ἔθνη ὁ Θεός, προευηγγελίσατο τῷ Ἀβραάμ ὅτι ἐνευλογηθήσονται ἐν σοί πάντα τά ἔθνη», (Πρβλ. Γαλ. 3,8 καί Γεν. 12,3).
Ἀξιοσημείωτον ὅτι ἡ ἱερότης τοῦ τόπου, τῆς ἐπιφανείας δηλονότι τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ, προεκάλεσεν τόν εὐσεβῆ ζῆλον τοῦ αὐτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος δι’ ἐπιστολῆς αὐτοῦ πρός «Μακάριον καί τοῖς λοιποῖς ἐπισκόποις Παλαιστίνης» παραγγέλλει λέγων: «Καθαρῷ βασιλικῆς οἰκοδομήματι κοσμεῖσθαι διετάξαμεν … οὐ γάρ ἀγνοεῖτε ἐκεῖ πρῶτον τόν τῶν ὅλων Δεσπότην Θεόν καί ὦφθαι τῷ Ἀβραάμ καί διειλέχθαι. Ἐκεῖ μέν οὖν πρῶτον ἡ τοῦ ἁγίου νόμου θρησκεία τήν καταρχήν εἴληφεν, ἐκεῖ πρῶτον ὁ Σωτήρ Αὐτός μετά τῶν δύο ἀγγέλων τήν Ἑαυτοῦ ἐπιφάνειαν τῷ Ἀβραάμ ἐπεδαψιλεύσατο, ἐκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ὁ Θεός ἤρξατο φαίνεσθαι, ἐκεῖ τῷ Ἀβραάμ περί τοῦ μέλλοντος αὐτῷ σπέρματος προηγόρευσεν καί παραχρῆμα γε τήν ἐπαγγελίαν ἐπλήρωσεν, ἐκεῖ πλείστων ὅσων ἐθνῶν ἔσεσθαι Αὐτόν Πατέρα προεκήρυξεν. Ὧν οὕτως ἐχόντων, ἄξιόν ἐστιν, ὡς γ’ ἐμοί καταφαίνεται, διά τῆς ἡμετέρας φροντίδος καί καθαρόν ἀπό παντός μιάσματος τόν τόπον τοῦτον φυλάττεσθαι καί πρός τήν ἀρχαίαν ἁγιότητα ἀνακαλέσασθαι».
Θαυμαστόν ὄντως τυγχάνει τό γεγονός ὅτι ὁ τόπος οὗτος καί χῶρος, ἐν ᾧ ἱστάμεθα «καθαρός ἐστιν παντός μιάσματος, τοὐτέστιν δαιμονικῶν εἰδώλων, φυλάσσων τήν ἀρχαίαν αὐτοῦ ἁγιότητα τῇ μερίμνῃ καί συνεργείᾳ τῆς ἀδελφῆς ἡμῶν τῶν Ἱεροσολύμων Ὀρθοδόξου Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας.
Λέγομεν δέ, «τῇ συνεργείᾳ» ἀκούοντες τῆς φωνῆς τοῦ θείου Παύλου παραγγέλλοντος: «οὕτω δέ φιλοτιμούμενον εὐαγγελίζεσθαι οὐχ ὅπου ὠνομάσθη Χριστός, ἵνα μή ἐπ᾿ ἀλλότριον θεμέλιον οἰκοδομῶ», (Ρωμ.15,20). Οὐχ ἧττον ὅμως, «Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί» (Α’ Κορ. 3,9) καταγγέλλοντες τό εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας καί «σπουδάζοντες τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»,(Ἐφ. 4,3).
Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν, (Πρβλ. Φιλιπ. 4,7) ἀλλά καί ἡ ἀγάπη Αὐτοῦ ἀποτελοῦν τόν σύνδεσμον τῆς τελειότητος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τό «Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ποιμένας ποιμαίνειν αὐτήν», (Πράξ. 20, 28). Διό καί καλούμεθα, ἵνα «μνημονεύωμεν τῶν ἡγουμένων ἡμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ἡμῖν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμηθῶμεν τήν πίστιν», (Πρβλ. Ἑβρ. 13,7). Ἀναλογισθῶμεν, λοιπόν, καί ἐξετάσωμεν καί ἡμεῖς, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τήν ἄχρι τέλους χριστιανικήν πολιτείαν αὐτῶν, γενόμενοι μιμηταί τῆς πίστεως αὐτῶν. Καί τοῦτο διότι οὗτοι οἱ ἡγούμενοι ἡμῶν, ἤτοι οἱ διδάσκαλοι καί Ἀπόστολοι, «πιστεύσαντες βεβαίως τοῖς μέλλουσι τήν ἀρίστην πολιτείαν κατώρθωσαν», κατά τόν ἱερόν Χρυσόστομον.
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀρίστην πολιτείαν κατώρθωσε διά τῆς πίστεως αὐτοῦ ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, παραγενόμενος εἰς τόν ἱερόν τοῦτον τόπον κατά τόν θεσπέσιον Παῦλον λέγοντα: «Πίστει καλούμενος Ἀβραάμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τόπον ὅν ἔμελλεν λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καί ἐξῆλθε μή ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται» (Ἑβρ. 11,8). Τήν σημασίαν τοῦ ἱστορικοῦ τούτου γεγονότος ἐξαίρει καί ἡ Ἁγία Γραφή διά στόματος Ἀβραάμ, λέγοντος: «Πάροικος καί παρεπίδημος ἐγώ εἰμι μεθ΄ ὑμῶν» (Γεν. 23,4). Καί μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος οὗτος τόπος, ὁ ἄρρηκτα συνδεδεμένος μετά τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, τοὐτέστιν τῆς ἱστορίας τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ τόπος οὗτος ἀποτελεῖ σέβασμα τῆς πίστεως ἡμῶν, ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Λόγος ὁ Χριστός εἶναι κατ’ ἐξοχήν σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ (βλ. Γαλ. 3,16) καί κατ’ ἀκολουθίαν, σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ εἶναι καί πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς Χριστόν καί τό Σῶμα αὐτοῦ, τήν Ἐκκλησίαν. «Εἰ δέ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραάμ σπέρμα ἐστέ καί κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι» (Γαλ. 3,29) κηρύττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Ἡμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, «σφραγισθέντες τῷ Πνεύματι τῆς ἐπαγγελίας» (Πρβλ. Ἐφ’. 1,13). ἀφ΄ ἑνός μέν «ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν» (Ἰωάν. Α΄ 4,11). Ἀφ’ ἑτέρου δέ φυλάττειν τήν παρακαταθήκην τῶν Παναγίων Προσκυνημάτων, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τό σημεῖον ἀναφορᾶς ἁπάντων τῶν ἀνά τήν Οἰκουμένην Χριστιανῶν, ἀλλά καί τήν ἐγγύησιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Διό λέγει Κύριος: «εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων διάκονος», (Μάρκ. 9,35). Ἔτη πολλά εὐλογημένα καί εἰρηνικά! Ἀμήν.



