Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022 | 7:20

Η δουλεία στη ρωμαϊκή εποχή και στην προς Τίτον Επιστολή 2, 9-10

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ
Ο κ. Γρηγόριος Α. Καλαφάτης, είναι κάτοχος MSc «Θεολογίας και Πολιτισμού», Πρωτοψάλτης και καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής.

Του ιδίου συγγραφέα:

Η δουλεία, θα τολμούσαμε να πούμε, πως αποτελεί ένα «έγκλημα διαρκείας», όπως έχει άλλωστε χαρακτηριστεί. Η λέξη δουλεία προέρχεται από το επίθετο δούλος (υπηρέτης, ακόλουθος σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γραμματεία), που προήλθε από την αρχαιότερη λέξη δόελος ή αλλού δόερος, πιο συγκεκριμένα η ύπαρξη δούλων μαρτυρείται σε πινακίδες της Γραμμικής Β’, όπου ο δούλος αναφέρεται ως «doero». Βέβαια, υπάρχουν και πολλές άλλες συνώνυμες λέξεις όπως «σκλάβος», «οικέτης», ή ανδράποδον».                                                                                                                                                                                                                                                                                   

Μπορεί να περιγραφεί ως μια δυστυχής κατάσταση ανθρώπων που, ενώ επωμίζονται τα βάρη της κοινωνίας δεν λαμβάνουν μέρος στα οφέλη που αυτή προσφέρει. Ουσιαστικά αυτή, συνεπαγόταν όχι μόνον τον κοινωνικό θάνατο του ατόμου, αλλά του αφαιρούσε αυτή καθαυτή την ανθρώπινη υπόσταση και το υποβίβαζε στο εξής σε αντικείμενο τόσο ως προς ιδιοκτησιακό καθεστώς όσο και ως προς τη χρήση, η οποία ήταν δυνατό να είναι είτε ιδιωτική είτε κρατική. Τα δικαιώματα του δουλοκτήτη επάνω στον δούλο-ιδιοκτησία του, ήταν απόλυτα κατά περισσότερες από μια έννοιες.

Ο θεσμός της δουλείας, ενδημικός ήδη από τις πρώτες κοινωνικές συσσωματώσεις του ανθρώπινου γένους, μεταλλάσσεται λαμβάνοντας διαφορετικές μορφές ανά την ροή της ιστορίας, ενώ η ολοκληρωτική αποκήρυξή του σε επίπεδο κρατικών οντοτήτων δεν συμβαίνει παρά σχετικά πρόσφατα.

Ως προς την σχέση του Χριστιανισμού με την αρχαία δουλεία, είναι γεγονός ότι συχνά ο πρώτος κατηγορείται ότι κράτησε παθητική στάση απέναντι στο εν λόγω κοινωνικό φαινόμενο, δημιουργώντας μια λανθασμένη εικόνα σε ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων. Η αλήθεια όμως είναι πως δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα λεγόμενα των ιερών βιβλίων αποσπασματικά, δίχως να λαμβάνουμε υπ’ όψιν το γενικότερο πνεύμα της χριστιανικής διδασκαλίας, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν και ωρίμασαν όλες οι ιδέες του Χριστιανισμού.[1]

Ειδικότερα, ο απόστολος Παύλος φέρεται από κάποιους ότι υπέθαλψε την δουλεία με τα γραφόμενα στις επιστολές του. Ο ίδιος όμως ο απόστολος των Εθνών αντιμετώπισε τη δουλεία με το πνεύμα του Ιδρυτή της Εκκλησίας Χριστού, που ήλθε στη Γη με μοναδικό σκοπό τη σωτηρία των ανθρώπων και την επιστροφή τους πίσω στη ζωή μαζί με το Θεό και στην κατάσταση πριν την πτώση.

Ο Χριστός δέχτηκε τη δουλεία, ως μια κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Ο σκοπός του κηρύγματός του δεν αποσκοπούσε σε κοσμική επανάσταση (την οποία πολλοί ζηλωτές Εβραίοι της εποχής του την ανέμεναν) διότι αν αυτός ήταν ο στόχος του, δεν θα κατέληγε ασφαλώς και ο ίδιος πάνω στο σταυρό. Ο Ιησούς θέλησε να ορθώσει επανάσταση εναντίον του κόσμου της φθοράς και η επανάσταση αυτή «συμβαίνει» εντός των ανθρώπων.[2]

Ο Απόστολος Παύλος, παρατηρούμε να συμβουλεύει τον Τίτο στην αντίστοιχη επιστολή, «να προτρέπει τους δούλους να υποτάσσονται στους δεσπότες τους, να είναι σε αυτούς ευάρεστοι σε όλα και να μην αντιλέγουν». Επίσης, «να μην κατακρατούν και κλέπτουν αλλά να επιδεικνύουν κάθε καλή και σύμφωνη με το θείο θέλημα αξιοπιστία και τιμιότητα. Και να φέρονται έτσι για να αποτελούν στολίδι καθ’ όλα της διδασκαλίας του σωτήρα μας Θεού»[3] (Προς Τίτον 2, 9-10).

Σύμφωνα με τα πνευματικά μάτια του Παύλου, που προσβλέπουν προς τη Βασιλεία του Θεού, ο κατά σάρκα δούλος οφείλει να μείνει αδιάφορος για την κατάσταση της δουλείας στην οποία βρίσκεται. Δεν έχει ανάγκη την πολιτειακά θεσπισμένη ελευθερία διότι ακόμη και αυτή είναι μάταιη, όπως άλλωστε όλα τα του κόσμου τούτου («Τί γάρ φελήσει νθρωπον άν κερδήσ τόν

κόσμον λον, καί ζημιωθ τήν ψυχήν ατο;» Ματθ. ιστ΄ 26).

Είναι δυνατό κάποιος να είναι δούλος των ανθρώπων, αλλά από τη στιγμή που κλήθηκε από τον Χριστό στην «πίστη» είναι απελεύθερος του Κυρίου. Αυτός ο άνθρωπος πλέον, είναι χειραφετημένος και πνευματικά ελεύθερος. Είναι κερδισμένος και δεμένος με την αιώνια Βασιλεία του Χριστού.

Ουσιαστικά διαφαίνεται πως για τον Παύλο, υπάρχουν δύο είδη δούλων. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι κατά σάρκα δούλοι που έχουν έναν κύριο του πεπερασμένου τούτου κόσμου ενώ στην δεύτερη, οι δούλοι του Θεού ή δούλοι Χριστού που έχουν κύριο και αφέντη τον ίδιο τον Θεό, Κύριο ουράνιο αλλά και αιώνιο. [4]

Είναι γεγονός πως ο Παύλος θέλησε να μην έρθει αντιμέτωπος με τις κρατούσες αντιλήψεις της εποχής, μέσα στην οποία ζούσε. 

Αυτό απορρέει από το ότι η «δουλεία», ήταν ένας θεσμός που πάνω του είχε δομηθεί ολόκληρη η αρχαία οικονομία. Με άλλα λόγια ο δούλος, ήταν η μηχανή που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι για κάθε είδους εργασία.[5]

Πράγματι, η δουλεία αποτέλεσε ένα από τα κύρια αίτια, από την άποψη ότι η παρουσία φθηνών ξένων δούλων στις αρχαιοελληνικές κοινωνίες και αργότερα στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν το όχημα, με το οποίο οι ανώτερες τάξεις «ξεπέρασαν την ανάγκη να αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους σε χειρονακτικές εργασίες αναφορικά με το βιοπορισμό τους», με αποτέλεσμα να μπορέσουν να αποκτήσουν άνεση χρόνου, που τους καρπούς της εξακολουθούμε να θαυμάζουμε ως σήμερα.[6]

Πέρα από την κοινωνιολογική προσέγγιση, η δουλεία  ως φαινόμενο αντιμετωπίστηκε από το Χριστιανισμό με πνευματικά κυρίως όπλα. Κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο, ο Παύλος σκόπιμα δεν μιλά εναντίον της δουλείας, αφού αυτή αποτελούσε ένα θεμελιώδη θεσμό στην αρχαιότητα, όπου πάνω της στηριζόταν ολόκληρη η οικονομία και ευρύτερα η κοινωνία όπως αναφέρθηκε στα προρρηθέντα. Επιπλέον, εάν ο Χριστιανισμός προσπαθούσε να ανατρέψει αυτόν τον θεσμό, αναμφίβολα θα εισέπραττε από όλους βλασφημίες και κατηγορίες, διότι η υφιστάμενη κοινωνική κατάσταση τόσο η δομική και οικονομική όσο και η αξιακή (status quo) δεν ήταν εύφορη για κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να έχανε εξ αρχής τον βασικό προορισμό της.

Συμπερασματικά, ο Χριστιανισμός κατάφερε αυτό που δεν είχαν καταφέρει οι τόσες και τόσες επαναστάσεις των δούλων. Κατόρθωσε να επικρατήσει στη γη, ωρίμασε τον ανθρώπινο νου μέσα στους αιώνες ενώ ταυτόχρονα μαλάκωσε τις καρδιές των ανθρώπων. Αφύπνισε συνειδήσεις, δίνοντας τη δυνατότητα αντιμετώπισης της ζωής υπό άλλο πρίσμα, μέσα από την ισότητα, την αλληλεγγύη, το σεβασμό και τελικά την αγάπη και πνευματική ολοκλήρωση.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως, αν ο Χριστιανισμός ήταν μια θρησκεία που ήθελε να διατηρήσει τη «δουλεία», τότε θα φρόντιζε να την συντηρήσει, όταν έγινε πλέον κατεστημένο και επίσημη θρησκεία.[7]

Πηγές – Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκαν:

  • Χριστοφάκης Παν., Δουλεία: Έγκλημα Διαρκείας, Αθήνα 2006, εκδ. Λιβάνη.
  • Ζιάκας Αθ., Η δουλεία στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, Θεσσαλονίκη 2018, Ρώμη.
  • Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, υπό Παν. Τρεμπέλα, Αθήνα 1986, εκδ. Σωτήρ.
  • Τσιμπουκίδης Δημ., Ελεύθεροι και δούλοι, Ανατομία της δουλοκτητικής κοινωνικής σκέψης, Αθήνα 1991, εκδ. Καλέντης.

[1] Παν. Χριστοφάκης, Δουλεία: Έγκλημα Διαρκείας, Αθήνα 2006, Λιβάνη, σελ. 78-79.

[2] Παν. Χριστοφάκης, Δουλεία: Έγκλημα Διαρκείας, Αθήνα 2006, Λιβάνη, σελ. 80.

[3] Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, υπό Παν. Τρεμπέλα, Αθήνα 1986, σελ.859

[4] Παν., Χριστοφάκης, Δουλεία: Έγκλημα Διαρκείας, Αθήνα 2006, Λιβάνη, σελ. 87.

[5] Αθ. Ζιάκας, Η δουλεία στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, εκδ. Ρώμη, σελ. 47.

[6] Αθ. Ζιάκας, Η δουλεία στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, εκδ. Ρώμη, σελ. 50.

[7] Παν. Χριστοφάκης., Δουλεία: Έγκλημα Διαρκείας, Αθήνα 2006, Λιβάνη, σελ. 89

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ