Η αποκατάσταση των θρησκευτικών μνημείων της Σάμου και το Υπουργείο Πολιτισμού

Μανώλης Γ. Βαρβούνης
Μανώλης Γ. Βαρβούνης
Ο καθηγητής κ. Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ είναι Καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Του ιδίου:

Στις 6 Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η Σάμος πανηγυρίζει όχι μόνο για την μεγάλη αυτή δεσποτική εορτή, αλλά και επειδή την ημέρα αυτή συνέβη η απόκρουση του οθωμανικού στόλου, το 1824, που έσωσε το νησί και επέτρεψε στην Σαμιακή Επανάσταση να συνεχίσει την ιστορική πορεία της ως και το 1834, οπότε καταλύθηκε για να εγκαθιδρυθεί, με την βία των οθωμανικών όπλων, το καθεστώς της Ηγεμονίας της Σάμου.

Πρόκειται λοιπόν για μια διπλή, θρησκευτική και εθνική εορτή, που συγκινεί τους Σαμίους και αποτελεί την μεγαλύτερη τοπική εθνική εορτή, ήδη από τα ύστερα χρόνια της Ηγεμονίας.

Κατά τους φετινούς εορτασμούς της 201ης επετείου από τη Ναυμαχία της Σάμου, την ελληνική κυβέρνηση εκπροσώπησε η Υπουργός Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη, την οποία μάλιστα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας κ. Ευσέβιος τίμησε με την ανώτατη διάκριση της τοπικής Εκκλησίας, τον χρυσό σταυρό του Παντοκράτορος Χριστού.

Με την ευκαιρία μάλιστα της παρουσίας της στο νησί η κυρία Υπουργός παρέστη, το απόγευμα της 6ης Αυγούστου, στα πανηγυρικά θυρανοίξια του ναού της Παναγίας (γνωστού μεταγενεστέρως και ως Μεταμόρφωσης του Σωτήρος) στο Ποτάμι Καρλοβάσου, ένα μνημείο που χρονολογείται στο μεταίχμιο από τον 10ο στον 11ο αιώνα, και έχει αποκατασταθεί υποδειγματικά, μαζί με το κάστρο πάνω του και μέρος του περιβάλλοντος χώρου, τα τελευταία χρόνια από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού.

Παραλλήλως δε, την επόμενη μέρα, επιθεώρησε την πρόοδο και των άλλων έργων που το Υπουργείο εκτελεί στη Σάμο, συνολικού προϋπολογισμού περί τα 20.000.000 ευρώ.

Η απονεμηθείσα στην κυρία Μενδώνη εκκλησιαστική τιμητική διάκριση είναι και απολύτως επάξια, και δικαιολογημένη πλήρως. Κι αυτό επειδή η επιστημονική σχέση της με την Σάμο ανάγεται στα χρόνια που αποκλειστικά διακονούσε την επιστήμη της αρχαιολογίας, και συνεχίστηκε και σε όλο το διάστημα της υπηρεσίας της σε πολιτικές θέσεις που σχετίζονται με τον πολιτισμό, τα μνημεία και τη διαχείρισή τους. Κυριολεκτικά έχει προσφέρει πολλά στη Σάμο, στον πολιτισμό και στα μνημεία της, προσφορά η οποία συνεχίζεται αφειδώλευτα.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Υπουργός Πολιτισμού έχει προσφέρει γενικότερα στον ελληνικό πολιτισμό υπηρεσίες σημαντικότατες, πρωτίστως επειδή δεν προέρχεται από την πολιτική αλλά από τον επιστημονικό κόσμο, και γνωρίζει άριστα όσα καλείται κατά καιρούς να διαχειριστεί πολιτικά.

Από την άλλη δε πλευρά η μακροχρόνια παρουσία της στην ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, ως Γενική Γραμματέας και ως Υπουργός, της έδωσε την ευκαιρία να σχεδιάσει μακροπρόθεσμα έργα, και να τα εκτελέσει, κάτι που στην ελληνική πραγματικότητα γενικά μάλλον χωλαίνει ή, τέλος πάντων, αποτελεί την εξαίρεση.

Οι διαπιστώσεις αυτές βασίζονται στην πραγματικότητα των μνημείων της Σάμου, ιδιαίτερα μάλιστα των θρησκευτικών μνημείων, την οποία ο γράφων γνωρίζει καλά, μετά από χρόνια ερευνών, και δεν αποτελούν διατυπώσεις με πολιτικό χαρακτήρα. Τα πολλά και ενδιαφέροντα θρησκευτικά μνημεία της Σάμου επλήγησαν ιδιαιτέρως και από τον καταστρεπτικό σεισμό της 30ης Οκτωβρίου 2020, ο οποίος και τα έπληξε σοβαρότατα, αλλά και στέρησε τους κατοίκους του νησιού από απαραίτητους χώρους λατρείας.

Οι πληγέντες ναοί ανέρχονται σε 98 και οι μονές σε 4, από τις επτά που διαθέτει το νησί. Και μόνο αυτοί οι αριθμοί αρκούν για να δείξουν το μέγεθος της καταστροφής, συνυπολογιζομένου του γεγονότος ότι σε μεγάλες πόλεις, όπως λ.χ. το Καρλόβασι, αλλά και σε αρκετά χωριά, όπως λ.χ. το Κοκκάρι, δεν έχει μείνει αλώβητος ούτε ένας ενοριακός ναός, με αποτέλεσμα η θεία λατρεία να τελείται σε ξωκκλήσια, κοιμητηριακά παρεκκλήσια ή και αίθουσες πνευματικών κέντρων, για πέντε περίπου χρόνια τώρα.

Ενώπιον αυτής της μάλλον τραγικής καταστάσεως, το Υπουργείο Πολιτισμού κινήθηκε με σταθερή και αποτελεσματική πορεία αντιμετώπισης, ώστε να συνταχθούν ειδικές μελέτες και να υποστηλωθούν ναοί ώστε να μην κινδυνεύουν από κατάρρευση.

Από την πρώτη στιγμή οι επιστήμονες και οι διοικητικοί παράγοντες του Υπουργείου, αλλά και οι εκπρόσωποι της Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου και Ικαρίας, κατέστησαν σαφές σε όλους τους ενδιαφερομένους ότι τα θρησκευτικά μνημεία της Σάμου, καθώς είχαν επίσης πληγεί – συχνά μάλιστα στα ίδια σημεία, που είχαν επισκευασθεί πρόχειρα και εκ των ενόντων – από τους επίσης καταστρεπτικούς σεισμούς του 1904, του 1955 (στις 16 Ιουλίου 1955, με μέγεθος 6,9 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ) και του 1957, έπρεπε να επισκευασθούν σωστά, άλλως πιθανότατα δεν θα άντεχαν σε μελλοντικό ανάλογο κτύπημα του Εγκέλαδου.

Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας, που θέλει χρόνο και πόρους για να αποκατασταθεί σωστά και με τους όρους της σύγχρονης επιστήμης, δεν ήταν εύκολη τόσο για τους κατοίκους των χωριών που είχαν σεισμόπληκτους ναούς, όσο και για τους συλλόγους των αποδήμων Σαμίων, οι οποίοι συχνά πιστεύουν ότι αρκεί η εθελοντική εργασία και η συγκέντρωση μικρών ποσών για να επισκευασθούν οι ναοί των χωριών τους. Αυτό μάλιστα επιτείνεται όταν με τους ναούς αυτούς οι άνθρωποι συνδέονται με συναισθηματικούς και νοσταλγικούς δεσμούς.

Ωστόσο, παρά την συγκινησιακή φόρτιση, τα μνημεία πρέπει να προστατευθούν με ορθό τρόπο, όσο χρονοβόρο ή χρηματοβόρο κι αν είναι αυτό. Αυτό εξασφαλίστηκε με την στάση και την μέριμνα του Υπουργείου Πολιτισμού.

Έτσι, αποκαταστάθηκαν βυζαντινά μνημεία, όπως η Παναγία στο Ποτάμι Καρλοβάσου που προαναφέρθηκε, και αποκαθίστανται σημαντικά μεταβυζαντινά και νεότερα μνημεία, όπως ο διπλός ναός του Άη Γιαννάκη στο Πάνω Βαθύ και το σύμπλεγμα του πύργου του Γεωργίου Λογοθέτη Λυκούργου, μαζί με το γύρω κάστρο αλλά και τον προσκυνηματικό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο Πυθαγόρειο.

Παραλλήλως δε έχει ληφθεί μέριμνα για την ολοκλήρωση και της ανασκαφής και αποκατάστασης του παλαιοχριστιανικού κοιμητηρίου της Παναγίτσας, έξω από το Πυθαγόρειο, απέναντι από την Γλυφάδα, όπου αναδεικνύεται όλος ο χώρος, αλλά και για την ολοκλήρωση έργων που αφορούν τον νεότερο λαϊκό πολιτισμό, όπως λ.χ. το από καιρού σχεδιαζόμενο Μουσείο Ναυπηγικών Τεχνών, στο Ηραίον της Σάμου.

Όπως προαναφέρθηκε, σίγουρα τα έργα αυτά δεν μπορούν να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν σε μικρό χρονικό διάστημα. Φυσικά χρειάζεται η διαχρονική συνεργασία των τοπικών πολιτικών παραγόντων, ανεξαρτήτως κομματικών ή προσωπικών εναλλαγών, ώστε να εξαλειφθεί και το θλιβερό φαινόμενο να διεκδικούν την αποκατάσταση ορισμένοι μόνο τοπικοί άρχοντες, μακριά από την αίσθηση της συλλογικότητας και της συνεργασίας για το καλό του τόπου. Ανακοινώσεις λοιπόν του τύπου «επί των ημερών μου» και «δια των ενεργειών μου», ούτε πείθουν, ούτε αποσπούν την συμπάθεια των ανθρώπων.

Απαιτείται συνέπεια και συνέχεια, διαπροσωπική και διακομματική, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ορισμένοι τομείς της δημόσιας ζωής, όπως κατά κύριο λόγο ο πολιτισμός, να μην υπόκεινται στις συνεχείς πολιτικές μεταβολές, αλλά να διοικούνται με τεχνογνωσία και σταθερότητα. Αυτά πιστεύω ότι πρωτίστως εξασφαλίζει η παρουσία ειδικού επιστήμονα και εξωκοινοβουλευτικού προσώπου στην ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού.

Από την άλλη πλευρά, ενώ όλα τα μνημεία είναι βεβαίως σημαντικά, εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι δεν μπορούν όλα να αποκατασταθούν ταυτοχρόνως. Χρειάζεται ιεράρχηση και επιλογή, με συγκεκριμένα κριτήρια, των μνημείων από τα οποία θα αρχίσει η αποκατάσταση και η αναστήλωση.

Εν προκειμένω, τα βυζαντινά και κυρίως τα μεταβυζαντινά θρησκευτικά μνημεία της Σάμου αποτελούν τον βασικό κορμό του μνημειακού αποθέματος του νησιού, αλλά και τα σημεία που αποτυπώνουν τον βασικό του πολιτιστικό χαρακτήρα, την ιδιαίτερη πολιτιστική φυσιογνωμία και ταυτότητά του.

Δικαίως λοιπόν το βάρος της αποκατάστασης δίνεται από το Υπουργείο Πολιτισμού σε αυτά τα μνημεία, έναντι των υπολοίπων, που μπορεί να είναι εξίσου σημαντικά, δεν είναι όμως το ίδιο αντιπροσωπευτικά της διαχρονικής πορείας του νησιού.

Συνελόντι ειπείν, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει σχεδιάσει και υλοποιεί ένα σημαντικότατο πρόγραμμα διάσωσης και ανάδειξης των μνημείων της Σάμου στο σύνολό τους, αρχής γενομένης από τα θρησκευτικά μνημεία, πέραν βεβαίως των ετήσιων εργασιών που εκτελεί στο νησί η Εφορεία Αρχαιοτήτων, με το συνεπές και συστηματικό επιστημονικό ανασκαφικό και σωστικό έργο της.

Ένα πρόγραμμα σωτήριο για τον πολιτισμό και την φυσιογνωμία του νησιού, κάτι που δικαιολογεί πλήρως την τιμή που αποδόθηκε στην κυρία Υπουργό Πολιτισμού από την τοπική Εκκλησία, δια χειρών του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου και Ικαρίας κυρίου Ευσεβίου, στο τέλος της πανηγυρικής θείας λειτουργίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στον ομώνυμο προσκυνηματικό ναό του Πυθαγορείου Σάμου, στις 6 Αυγούστου 2025.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ