Αν η γιορτή της Πεντηκοστής θεωρείται η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας, η αφιερωμένη στο Άγιο Πνεύμα γιορτή υπενθυμίζει προς πάσα κατεύθυνση τη βασική αρχή που συγκροτεί μια ομάδα ανθρώπων σε Εκκλησία· την αποκατάσταση της κοινωνίας ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο και στους ανθρώπους μεταξύ τους. Τη βασική αυτή αρχή συνοψίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το Κοντάκιον της γιορτής:

                                    Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε

                                                διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος·

                                    ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν

                                                εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν·

                                    καὶ συμφώνως δοξάζομεν

                                                τὸ πανάγιον Πνεῦμα.

Η ιστορία στην οποία παραπέμπει ο συγκεκριμένος ύμνος περιέχεται στο κεφάλαιο 11 του βιβλίου της Γενέσεως και αποτελεί τον τελευταίο σταθμό στη μακρά πτωτική πορεία που ακολούθησε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να ανεξαρτητοποιηθεί από τον Θεό. Πρόκειται για μια πορεία που περιγράφεται παραστατικά και με ζωηρές εικόνες στα ένδεκα πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως και που χαρακτηρίζεται από μια αλυσιδωτή διάσπαση των σχέσεων, ως συνέπεια της διάσπασης των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Κάθε φορά που ο άνθρωπος επιχειρεί να εξισωθεί με τον Θεό, είτε με την απόκτηση ηθικής αυτονομίας (βρώση απαγορευμένου καρπού, Γεν 3:1εξ) είτε με τη βιολογική βελτίωση του είδους του (γάμος υπερφυσικών όντων με θνητές γυναίκες, Γεν 6:1εξ) είτε με την τεχνολογική πρόοδο (οικοδομή πανύψηλου πύργου, Γεν 11:1εξ) βιώνει και μια νέα διάσπαση των σχέσεών του με τον συνάνθρωπό του· καταστροφή των σχέσεων ανάμεσα στο ζευγάρι (Αδάμ – Εύα), ανάμεσα στα αδέλφια (Κάιν – Άβελ), ανάμεσα στον πατέρα και στον γιο (Νώε – Χαμ) και, τέλος, πλήρης διάσπαση της κοινωνίας (αδυναμία συνεννόησης).

Όμως ο Θεός δεν εγκαταλείπει ούτε για λίγο το πλάσμα του, και διαμορφώνει τις συνθήκες για την αποκατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων, αναζητώντας ανθρώπους που θα δεχτούν να συνεργαστούν μαζί του για τον σκοπό αυτόν. Αυτό το συνεχές ενδιαφέρον του Θεού για την αποκατάσταση της κοινωνίας που περιγράφεται με πλήθος ζωηρών εικόνων και γλαφυρών ιστοριών στην Παλαιά Διαθήκη, συνοψίζεται με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο στην Παραβολή του Χαμένου Προβάτου και στις προτροπές του Ιησού για συγχωρητικότητα που αποτελούν το ευαγγελικό ανάγνωσμα της γιορτής (Ματ 18:10-20).

Στο 18ο κεφάλαιο του Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου βρίσκονται συγκεντρωμένοι λόγοι του Ιησού που αφορούν στη συγκρότηση της Εκκλησίας. Με τους λόγους του αυτούς ο Ιησούς ενθαρρύνει τους μαθητές του να συγκροτήσουν μια κοινότητα που καλλιεργεί τον έντιμο διάλογο μεταξύ των μελών της και αρνείται να σιωπήσει απέναντι σε συμπεριφορές που βλάπτουν τους άλλους, ενώ παράλληλα προστατεύει όσους είναι αδύνατοι ή ευάλωτοι, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ακουστεί η φωνή τους. Για να κάνει, μάλιστα πιο παραστατικό, το ενδιαφέρον του για τα αδύναμα και ευάλωτα μέλη της κοινότητας φέρνει ανάμεσα στους ακροατές του ένα παιδί, μιλώντας στη συνέχεια με ιδιαίτερα σκληρά λόγια ενάντια σε στάσεις και πρακτικές που εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη των “παιδιών” του Θεού, ανεξάρτητα από τη χρονολογική ηλικία τους (18:1-9). Το ενδιαφέρον του Θεού για τον κόσμο δεν περιορίζεται σε όσους θεωρούν ότι βρίσκονται κοντά του, σε όσους νομίζουν ότι έχουν μια προνομιακή σχέση μαζί του, αλλά περιλαμβάνει τους πάντες, δυνατούς και αδύνατους, σημαντικούς και ασήμαντους, ακόμα και τους πλανεμένους (18:10-11).

Αυτό το αμείωτο ενδιαφέρον του Θεού να μη χαθεί ούτε ένας άνθρωπος υπογραμμίζει παραστατικά ο Ιησούς με το ρητορικό του ερώτημα προς τους ακροατές του: «Τι νομίζετε; αν κάποιος έχει εκατό πρόβατα και του χαθεί απ’ αυτά το ένα, δεν θ’ αφήσει τα ενενήντα εννιά στα βουνά για να πάει ν’ αναζητήσει το χαμένο;» (18:12). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ιησούς δεν αναφέρει τίποτα για τον λόγο που χάθηκε το πρόβατο. Δεν έχει σημασία αν ήταν ανυπάκουο, αν το κοπάδι το απόδιωξε ή οτιδήποτε άλλο· σημασία έχει μόνον ότι πλανήθηκε και πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια να επανενταχθεί στο κοπάδι.

Ο Θεός κάνει πάντα το πρώτο βήμα και περιμένει την ανταπόκριση του ανθρώπου. Όπως ο Θεός συγχωρεί τον άνθρωπο, έτσι αναμένει και από τον άνθρωπο να συγχωρεί τον συνάνθρωπό του. Και σ᾽ αυτό το θέμα αναφέρεται ο Ιησούς αμέσως μετά την παραβολή του χαμένου προβάτου. Συγχωρώντας ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του μιμείται τον Θεό και αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα προς την αποκατάσταση της κοινωνίας.

Για να επιτευχθεί όμως αυτό δεν είναι αρκετό να αποδεχτεί κανείς τη διδασκαλία του Χριστού. Πρέπει να αλλάξει κανείς εντελώς να γίνει ένας καινούργιος άνθρωπος, να ξαναγίνει παιδί που αρχίζει από την αρχή. Μια τέτοια αναγέννηση όμως δεν είναι εύκολη για τον άνθρωπο και σ᾽ αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται αρωγός το Άγιο Πνεύμα. Όπως ακριβώς το βρέφος όταν γεννιέται αλλάζει εντελώς τον τρόπο της ζωής του, έτσι και ο αναγεννημένος από το Άγιο Πνεύμα άνθρωπος βιώνει εντελώς πρωτόγνωρες εμπειρίες. Όπως ακριβώς το βρέφος όταν γεννιέται παύει να εξαρτά τη ζωή του από τον ομφάλιο λώρο της μητέρας του και μαθαίνει να ζει στηριζόμενο στις δικές του δυνατότητες και επιλογές, έτσι και ο αναγεννημένος από το Άγιο Πνεύμα άνθρωπος παύει να καθορίζει την ύπαρξή του με βάση τις βιολογικές του ανάγκες και την ατομικότητά του και μαθαίνει να ζει σε σχέση με τον Θεό και τους άλλους. Αλλά η σχέση αυτή με τον Θεό δεν επιτυγχάνεται μέσα από μια νομικού τύπου διαδικασία αποκατάστασης σχέσεων ούτε με την ηθική βελτίωση του ατόμου, αλλά με την κατάφαση του ανθρώπου στην επέλευση του Αγίου Πνεύματος μέσα του, που θα ανακαινίσει πλήρως τη ζωή του, νεκρώνοντας τον παλιό άνθρωπο, προκειμένου να γεννηθεί ένας καινούργιος, ο Χριστός.

Χωρίς αυτήν την ανακαίνιση της ζωής του ανθρώπου δεν υφίσταται Εκκλησία, αλλά απλώς μια συνάθροιση πιστών, που ο καθένας προσεύχεται για τον εαυτό του, παρακαλεί τον Θεό για τις δικές του ανάγκες, αδιαφορώντας πλήρως για τις ανάγκες του άλλου που στέκεται δίπλα του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως το μόνο που επιτυγχάνει κανείς είναι η ψευδαίσθηση ότι εισακούεται από τον Θεό. Αλλά το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο δεν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση και σωτηρία κάποιων καλών χριστιανών, αλλά στη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό ο Χριστός διαβεβαιώνει τους ακροατές του ότι μόνο μέσα από την αποκατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων θα αποκτήσουν και αληθινή σχέση με τον Θεό: «Σας βεβαιώνω επίσης πως αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για ένα πράγμα που θα ζητήσουν, ο ουράνιος Πατέρας μου θα τους το κάνει. Γιατί όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους» (18:19-20).

Αυτό ακριβώς είναι το έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Είναι ο Θεός που βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους, όταν αυτοί συγκεντρώνονται στο όνομα του Χριστού προκειμένου να ζητήσουν από τον Πατέρα την αποκατάσταση της μεταξύ τους κοινωνίας. Μοναδική προϋπόθεση οι άνθρωποι να δεχτούν τον Θεό ανάμεσά τους.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: