Στις 23 Αυγούστου, η Εκκλησία αποδίδει τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο εορτολογικός κύκλος που άνοιξε με την πανήγυρη του Δεκαπενταυγούστου φθάνει στην ολοκλήρωσή του και η λειτουργική σύναξη επιστρέφει για τελευταία φορά στους ύμνους και στα νοήματα της εορτής. Η Απόδοση φανερώνει έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία βιώνει τον χρόνο: παραμένει επί ημέρες μέσα στη μνήμη ενός γεγονότος της σωτηρίας, ώστε το περιεχόμενό του να εγγραφεί βαθύτερα στη συνείδηση και στη ζωή της.
Ο χρόνος της Εκκλησίας έχει ως κέντρο του τα γεγονότα της θείας οικονομίας. Ο Χριστός γεννήθηκε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Τα γεγονότα αυτά είναι ιστορικά και ανεπανάληπτα, η σωτηριώδης δύναμή τους όμως διαπερνά ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας. Γι’ αυτό η υμνολογία χρησιμοποιεί τόσο συχνά το «σήμερον»: «Σήμερον ἡ Παρθένος τὸν ὑπερούσιον τίκτει», «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου…». Το λειτουργικό «σήμερον» εκφράζει την παρουσία του μυστηρίου μέσα στη λατρευτική εμπειρία της Εκκλησίας. Το γεγονός παραμένει στη μοναδικότητα της ιστορικής του στιγμής και η Εκκλησία μετέχει διαρκώς στη χάρη που από αυτό πηγάζει.
Η θεολογία αυτή βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της στη Θεία Ευχαριστία. Στην Αναφορά της Θείας Λειτουργίας η Εκκλησία, «μεμνημένοι» της σωτηριώδους εντολής και όλων όσων έγιναν για χάρη μας, μνημονεύει τον Σταυρό, τον Τάφο, την τριήμερη Ανάσταση, την Ανάληψη, την εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα και μαζί με αυτά «τὴν δευτέραν καὶ ἔνδοξον πάλιν παρουσίαν». Στην ίδια ευχαριστιακή ανάμνηση περιλαμβάνονται όσα έχουν ήδη συντελεστεί και εκείνο που η Εκκλησία ακόμη προσδοκά. Η λειτουργική ανάμνηση υπερβαίνει έτσι τα όρια μιας απλής αναφοράς στο παρελθόν: ολόκληρη η ιστορία της σωτηρίας νοείται υπό το φως της τελικής της εκπληρώσεως στη Βασιλεία του Θεού.
Μέσα σε αυτή την προοπτική αποκτά το πλήρες νόημά της και η Απόδοση μιας εορτής. Οι ημέρες που ακολουθούν μια μεγάλη πανήγυρη επιτρέπουν στην εκκλησιαστική κοινότητα να παραμείνει στο γεγονός που εόρτασε, να ακούσει ξανά τους ύμνους του και να εμβαθύνει στη θεολογία τους. Η λειτουργική επανάληψη υπηρετεί τη μνήμη της Εκκλησίας: όσα ακούστηκαν γίνονται προσευχή, όσα ψάλθηκαν προσλαμβάνονται ως εμπειρία και η εορτή εισέρχεται σταδιακά στη ζωή των πιστών.
Στην Κοίμηση της Θεοτόκου αυτή η λειτουργική παραμονή αποκτά ιδιαίτερο βάθος, επειδή η εορτή βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται ο θάνατος και η προσδοκία της αιώνιας ζωής. Η Θεοτόκος ολοκληρώνει την επίγεια πορεία της και γνωρίζει τον πραγματικό ανθρώπινο θάνατο. Η Εκκλησία τον ονομάζει «κοίμηση», βλέποντάς τον μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, και ψάλλει: «Ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς». Η Κοίμηση και η Μετάσταση αποτελούν έτσι μία ενιαία θεολογική μαρτυρία για τη νίκη της ζωής που φανερώθηκε στον Αναστάντα Χριστό.
Η προσφώνηση «Μήτηρ τῆς Ζωῆς» οδηγεί στο χριστολογικό κέντρο της εορτής. Όσα η Εκκλησία ομολογεί για τη Θεοτόκο πηγάζουν από τη σχέση της με τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού. Εκείνη πρόσφερε την ανθρώπινη φύση στον Χριστό, Τον κυοφόρησε και Τον γέννησε κατά σάρκα. Γι’ αυτό και η Κοίμησή της ερμηνεύεται μέσα στο φως του Πάσχα του Υιού της. Η Μετάσταση φανερώνει στο πρόσωπο της Θεοτόκου τον καρπό της νίκης που έχει ήδη συντελεστεί με τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού και στρέφει το βλέμμα της Εκκλησίας προς την κοινή ανάσταση και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναπτύσσει με ιδιαίτερη δύναμη αυτή τη θεολογία. Η Θεοτόκος, θνητή κατά την ανθρώπινη φύση, δέχεται τον θάνατο και, ως Μητέρα του Κυρίου, μεταβαίνει προς τη ζωή. Ο Δαμασκηνός συνδέει την Κοίμησή της με τον ίδιο τον θάνατο του Χριστού, ο οποίος με τον θάνατό Του κατήργησε την εξουσία του θανάτου και κατέστησε τη νέκρωση πηγή αναστάσεως. Η Κοίμηση φωτίζεται από το Πάσχα και αντλεί από αυτό ολόκληρο το νόημά της.
Την ίδια αλήθεια εκφράζει με εξαιρετική πυκνότητα η υμνολογία: «Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς οὐρανοὺς ὁ τάφος γίνεται». Η εικόνα είναι τολμηρή. Το μνήμα, σημείο της ανθρώπινης θνητότητας, μεταβάλλεται σε «κλίμακα» προς τον ουρανό. Η υμνολογία φανερώνει έτσι τη μεταμόρφωση του νοήματος του θανάτου μετά την Ανάσταση. Ο τάφος εξακολουθεί να μαρτυρεί τη θνητότητα του ανθρώπου, χωρίς πλέον να αποτελεί τον έσχατο ορίζοντά του.
Εδώ η Κοίμηση συναντά την εσχατολογική ομολογία της Εκκλησίας: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Η χριστιανική ελπίδα αφορά την αποκατάσταση ολόκληρου του ανθρώπου στη ζωή της Βασιλείας. Το σώμα ανήκει στην αγαθή δημιουργία του Θεού, προσλήφθηκε από τον Υιό κατά την Ενανθρώπηση και μετέχει στην προσδοκία της αναστάσεως. Στη Θεοτόκο η Εκκλησία αντικρίζει κατά μοναδικό τρόπο αυτή την ελπίδα φωτισμένη από τη δόξα του Υιού της. Η εορτή της Κοιμήσεως αποκτά έτσι σαφή εσχατολογική προοπτική και στρέφει τον άνθρωπο προς την τελική του κλήση.
Η Απόδοση της εορτής αποκαλύπτει, τελικά, αυτή τη βαθύτερη σχέση ανάμεσα στον χρόνο και στα έσχατα. Η Εκκλησία θυμάται όσα ο Θεός πραγματοποίησε μέσα στην ιστορία και ζει στραμμένη προς την ολοκλήρωσή τους. Η λειτουργική μνήμη συνδέει όσα ο Θεός πραγματοποίησε μέσα στην ιστορία με όσα η Εκκλησία αναμένει στην πληρότητα της Βασιλείας. Γι’ αυτό ο λειτουργικός χρόνος έχει πάντοτε κατεύθυνση: από τα σωτηριώδη γεγονότα που έχουν ήδη συντελεστεί προς την πλήρη φανέρωση της Βασιλείας.
Σήμερα τα τροπάρια της Κοιμήσεως ακούγονται για τελευταία φορά στον φετινό κύκλο της εορτής. Η Εκκλησία θα συνεχίσει την πορεία του λειτουργικού έτους, έχοντας όμως παραλάβει ξανά το μήνυμα αυτών των ημερών: η Θεοτόκος, που «μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», γίνεται σημείο της ελπίδας προς την οποία πορεύεται ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας. Η Απόδοση ολοκληρώνει την πανήγυρη, ενώ η αλήθεια που αυτή φανέρωσε παραμένει ενεργή στη μνήμη και στην προσδοκία των πιστών.
Η εορτή ολοκληρώνεται, το μυστήριο παραμένει. Ο ύμνος σιγά, αλλά η Εκκλησία συνεχίζει την πορεία της προς εκείνο που ήδη γεύεται στη λατρεία και ακόμη προσδοκά στην πληρότητά του: τη ζωή του μέλλοντος αιώνος.



