Συζητώντας την «Πορεία προς την Μεγάλη Σύνοδο»- Επιστημονικό συμπόσιο στην Ι. Μ. Βλατάδων

Η μακρά “πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο” ήταν το θέμα του τριήμερου επιστημονικού συμποσίου που ολοκληρώθηκε σήμερα στην Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη.

Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ακαδημαϊκοί προσπάθησαν, με τις εισηγήσεις τους, να καλύψουν από όλες τις πλευρές τα θέματα που θα απασχολήσουν την επικείμενη Πανορθόδοξη Σύνοδο το 2016, τα όσα συζητήθηκαν στις προσυνοδικές συνόδους καθώς και διαδικαστικά ζητήματα σχετικά με τον τρόπο λήψης αποφάσεων τόσο κατά τις προσυνοδικές όσο και στην Πανορθόδοξη Σύνοδο.

Ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ και διευθυντής του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών κ. Γεώργιος Μαρτζέλος μίλησε για την «αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων», εξηγώντας ποιες είναι αυτές οι προκλήσεις.

«Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία από τη ραγδαία εκκοσμίκευση των χριστιανικών κοινωνιών είναι τεράστιος. Η Εκκλησία στις εκκοσμικευμένες χριστιανικές κοινωνίες τίθεται δυστυχώς όλο και περισσότερο στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, ενώ οι θεμελιώδεις πνευματικές και ηθικές αρχές του Ευαγγελίου βαθμιαία εξοβελίζονται από τη ζωή των ανθρώπων», υπογράμμισε ο κ. Μαρτζέλος.

Επεσήμανε, ακόμη, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία, καίτοι χαρακτηρίζεται από την προσήλωσή της στην παράδοση του παρελθόντος, δεν σημαίνει ότι είναι απολιθωμένη Εκκλησία και αδιάφορη στις εκάστοτε προκλήσεις της ιστορίας που είναι ιδιαίτερα έντονες στις μέρες μας. Μία δε από τις προκλήσεις αυτές προέρχεται από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και της στηριζόμενης σ’ αυτήν παγκοσμιοποίησης».

Πέρα όμως από την απειλή αυτή, με την τεχνολογία συνδέεται και η ραγδαία ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας που, όπως πρόσθεσε ο κ. Μαρτζέλος, «συνεπάγεται την εμφάνιση σοβαρών βιοηθικών προβλημάτων που σχετίζονται με τις τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, τις μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων, την ευθανασία, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα κ.ά., έναντι των οποίων οφείλει να λάβει υπεύθυνη θέση η Ορθόδοξη Εκκλησία».

Ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ είπε, επίσης, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη ευαισθησία και τα προβλήματα που ανακύπτουν για το σύγχρονο άνθρωπο από την οικονομική κρίση και την κοινωνική αδικία».

Στην εισήγησή του ο κ. Μαρτζέλος έκανε λόγο και για τη σημασία της ενότητας της Ορθοδοξίας ενόψει της Μεγάλης Συνόδου ενώ απαρίθμησε και τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ατζέντα της.

Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Χρυσόστομος Σταμούλης, στην εισήγησή του, μίλησε για τη “λειτουργία της ομοφωνίας και την ποιητική της ενότητας”, υπογραμμίζοντας ότι η ομοφωνία έχει τις ρίζες της στη βιβλική παράδοση της Εκκλησίας.

Ακόμη, έκανε σύντομη ιστορική αναδρομή σχετικά με την πρακτική του consesus, τονίζοντας τη σημαντικότητά της η οποία έγκειται στό ότι “διεκδικεί εκ των προτέρων το επίμονο και επίπονο της ασκητικής του διαλόγου, που ενισχύει τον συνοδικό θεσμό και πέρα από τα όρια των κατά τόπους Αυτοκέφαλων Εκκλησιών”.

Ο κ. Σταμούλης εξήγησε ότι η ομοφωνία δεν αποτελεί απλά και μόνο ένα εξωτερικό και μαζί τυπικό εργαλείο με το οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις αλλά συνδέεται πλήρως με τον πυρήνα της εκκλησιολογίας και συνεπώς με όσα από αυτήν απορρέουν.

Συμπλήρωσε δε ότι “η ομοφωνία οφείλει να αποτελέσει τη νέα αρχή που θα σημάνει την αναχώρηση των Εκκλησιών από τις επικίνδυνες ατραπούς της εξουσιαστικότητας και της ισχύος, που δίχως άλλο συνδέονται με υπόγεια ρεύματα με την πληγή του εθνοφυλετισμού, αλλά και φαινόμενα νεόκοπων φονταμενταλισμών, που ακυρώνουν στην πράξη το μυστήριο της ενότητας”.

Στη δική του εισήγηση με θέμα “Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση. Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο”, ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Στυλιανός Τσομπανίδης επεσήμανε ότι η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Οικουμενική Κίνηση καλλιέργησε το κλίμα για τη σύγκλιση της Πανορθόδοξης Συνόδου. “Οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις και η συνοδική πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ένα είδος θα λέγαμε «ενδοορθόδοξης οικουμενικής κίνησης», αποτέλεσαν εκφραστικά όργανα της ενότητας και της καθολικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που οδήγησαν τους ορθόδοξους στο να αποκτήσουν μια καινούργια «θέα» της Ορθοδοξίας και τους κατέστησαν ταυτόχρονα ικανούς για μια συνεπή εκπροσώπηση και δέσμευση στην Οικουμενική Κίνηση”, εξήγησε ο κ. Τσομπανίδης.

Ακόμη, αναφέρθηκε στις αποφάσεις των Προσυνοδικών Διασκέψεων σχετικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Οικουμενική Κίνηση καθώς και στις προκλήσεις της νέας οικουμενικής πραγματικότητας.

“Η νέα οικουμενική πραγματικότητα δημιουργεί νέα δεδομένα για την Ορθόδοξη Εκκλησία προκειμένου να προχωρήσει πιο πέρα από τον λεγόμενο «εκκλησιολογικό αγνωστικισμό», που πρεσβεύει: «γνωρίζουμε πού είναι η Εκκλησία, δεν μπορούμε όμως να πούμε πού δεν είναι η Εκκλησία» και να γίνει πιο «καταφατική», επιδιώκοντας όχι απόλυτη ομοιομορφία και συμφωνία αλλά μεγαλύτερη συνεκτικότητα, σαφήνεια και συνέπεια στις απαντήσεις της για το πώς βλέπει το εκκλησιολογικό status των χριστιανών που βρίσκονται εκτός των κανονικών ορίων της Ορθοδοξίας. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θα προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στο θέμα αυτό, γιατί έτσι θα το έθετε «στη σωστή πανορθόδοξη βάση του, για να παύσουν οι αμφίρροπες ερμηνείες, αξιολογήσεις και αναφορές, για να λείψει, κυρίως, ο ‘διχασμός’ μας σε ‘συντηρητικούς’ και ‘νεωτεριστάς’, σε ‘παραδοσιακούς’ και ‘οικουμενιστάς’, σε ‘πλειοδότας’ και ‘μειοδότας’ της ορθοδοξίας, σε πιστούς και σε λιγότερο πιστούς στην εκκλησία και στη διδασκαλία της», επεσήμανε ο κ. Τσομπανίδης.

Στο κλείσιμο της ομιλίας του, ο κ. Τσομπανίδης υπογράμμισε την αποστολή της σύγχρονης Ορθοδοξίας όσο και της επικείμενης Πανορθόδοξης Συνόδου. “Αποτελεί αποστολή της σύγχρονης Ορθοδοξίας, μέσω της προσεχούς Συνόδου της, να επιβεβαιώσει την ορθόδοξη βούληση να συμπορευθεί με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες στο δρόμο που οδηγεί προς τη χριστιανική ενότητα.

Η προσεχής Σύνοδος έχει αποστολή να καθορίσει πιο πειστικά και πιο οριστικά τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο οικουμενικό διάλογο. Ακόμη, έχει αποστολή να επαναβεβαιώσει την υποχρέωση της Ορθοδοξίας να διαλέγεται με τον «άλλον», με τους άλλους πολιτισμούς, όπως και με τους άλλους χριστιανούς και τους ανθρώπους άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων, γιατί διαφορετικά θα αποτύχει στην αποστολή της και θα μετατραπεί από «καθολική» και «κατά την οικουμένην» Εκκλησία που είναι, σε μία εσωστρεφή και αυτάρεσκη ομάδα, σε ένα «γκέτο» στο περιθώριο της ιστορίας, ξένου προς τους αγωνιώδεις προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου και αδιάφορου να δείξει σε αυτόν το αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου”, είπε με έμφαση.

Την εισήγηση του μητροπολίτη Προύσσης με θέμα την Ορθόδοξη Διασπορά ανέγνωσε ο καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Συμεών Πασχαλίδης μιας και ο κ. Ελπιδοφόρος απουσίαζε στην Πολωνία, συνοδεύοντας τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Η εισήγηση του κ. Ελπιδοφόρου ανέλυε την οργάνωση της ορθόδοξης διασποράς και το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών σε αυτήν.

Ο επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής του ΑΠΘ κ. Δημήτριος Νικολακάκης, στη δική του εισήγηση, μίλησε για το αυτοκέφαλο, το πώς χορηγείται καθώς και για το ποια Εκκλησία είναι αρμόδια για τη χορήγησή του. Αναφέρθηκε, επίσης, στις συζητήσεις που έγιναν στις προπαρασκευαστικές συνόδους σχετικά με το αυτοκέφαλο, το οποίο, τελικά, βγήκε εκτός της ημερήσιας ατζέντας της Πανορθόδοξης Συνόδου.

Από το ίδιο τμήμα, ο επίκουρος καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κωτσιόπουλος μίλησε για την Ευρωπαϊκή αρχή της Επικουρικότητας και το Ορθόδοξο Αυτοκέφαλο, επισημαίνοντας ότι η αρχή της Επικουρικότητας δεν καταργεί την πολιτική και πολιτιστική ιδιοπροσωπία των κρατών μελών της Ε.Ε.

Από το συμπόσιο δεν έλειπε η οικολογική ευαισθησία. Ο κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου μίλησε για “το οικολογικό πρόβλημα ως πρόβλημα σχέσεων”, εξηγώντας ότι “το οικολογικό πρόβλημα είναι πρόβλημα σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό που αντανακλάται στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του”. Ωστόσο, συμπλήρωσε ότι “αν και η Βίβλος μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική θεώρηση του οικολογικού προβλήματος, αν δούμε το οικολογικό πρόβλημα μόνο ως ηθικό, τότε δεν μπορούμε να το λύσουμε”.

Το επιστημονικό συμπόσιο, το οποίο διοργάνωσε η ιερά Βασιλική και Πατριαρχική Μονή Βλατάδων, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, έκλεισε ο επίσκοπος Αμορίου κ. Νικηφόρος, ηγούμενος της Μονής Βλατάδων, υπογραμμίζοντας τη σημασία των συζητήσεων που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκειά του κι εκφράζοντας τις ευχαριστίες του προς όλους τους συμμετέχοντες.

Tagged: