Την Κυριακή 3 Ιανουαρίου 1821 άρχισαν και επισήμως οι εκδηλώσεις με τις οποίες η Εκκλησία της Ελλάδος θα τιμήσει την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Εορτασμοί που σχεδιάστηκαν κυρίως από την Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητας, υπό την προεδρία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου, και με την γραμματειακή υποστήριξη του Πανοσιολογιώτατου Αρχιμανδρίτη Βαρθολομαίου Αντωνίου-Τριανταφυλλίδη. Και άρχισαν από την ελπίδα της Ελλάδας, τη νεολαία, με την «Εθνοσυνέλευση των Εφήβων», στην οποία βασικό είναι το ζήτημα της θεσμικής θέσης της Ορθοδοξίας στην συγκρότηση και οργανωμένη κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ζωή του Νέου Ελληνισμού.

Από την έως τώρα επιστημονική έρευνα και τη σχετική βιβλιογραφία, έχει καταδειχθεί ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την οργάνωση του νέου Ελληνισμού, σε εθνικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Όμως, όπως συμβαίνει με τα πραγματικά μεγάλα γεγονότα, ήταν απαράγραπτη και η οικουμενική της διάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις προειδοποιήσεις ορισμένων Ελλήνων οπαδών του Διαφωτισμού, ότι το έθνος δεν ήταν έτοιμο να επαναστατήσει, λόγω απουσίας πνευματικής και κοινωνικής ανάπτυξης, η Επανάσταση έγινε και, παρά τα μεγάλα προβλήματά της, πέτυχε την παλιγγενεσία, συγκινώντας ένα μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων διανοητών και καλλιτεχνών, ενώ παράλληλα, τροφοδότησε εκ νέου τα διεθνή κινήματα για εθνική ανεξαρτησία και αποτίναξη κάθε μορφής δουλείας.

Κι αυτό επειδή η Επανάσταση συγκίνησε και συσπείρωσε διαφορετικές και αποκλίνουσες ομάδες και κοινωνικές τάξεις Ελλήνων, όπως εμπόρους, αρματολούς και κλέφτες, διανοούμενους, δασκάλους, φωτεινά πρόσωπα της Εκκλησίας, που αποτελούσε, στο πλαίσιο του Οθωμανικού Κράτους, την νομικά υπόλογη, αλλά και πολιτιστικά και εθνικά αδιαμφισβήτητη ηγεσία του σκλάβου έθνους. Η διαπίστωση αυτή συνιστά ένα πειστικότατο τεκμήριο για την σημασία της μνήμης του γεγονότος αυτού στην χάραξη του μέλλοντος, όχι μόνο για την Ελληνική κοινωνία σήμερα, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου ευρύτερα.

Αυτήν ακριβώς την επανάσταση που σήμανε την λήξη μιας μακράς περιόδου δουλείας και την απαρχή του ελεύθερου ελληνικού βίου, η Εκκλησία την συνέδραμε με κάθε τρόπο, είτε με την πνευματική της στήριξη, είτε με την οικονομική της ενίσχυση είτε τέλος και με τη συμμετοχή στα γεγονότα της πολλών μελών της. Αυτή η σχέση υπήρξε εξαρχής το θεμέλιο της συνείδησης του εκκλησιαστικού χώρου ότι η επανάσταση του 1821 ήταν γεγονός μοναδικό και καθοριστικό για τον Ελληνισμό, που στηρίχθηκε στην διεκδίκηση του διπόλου «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία», και το οποίο ήταν άξιο όχι μόνο τιμής, αλλά και διαρκούς υπόμνησης στους Έλληνες, που οφείλουν να εμπνέονται και να παραδειγματίζονται από τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά της. Κι έτσι η εκκλησιαστική συμμετοχή στους εορτασμούς των επετείων της επανάστασης ήταν εξ αρχής συστηματική, συνειδητή και συνεπής σύμφωνα με όσα και στη συνέχεια θα αναφερθούν.

Η επανάσταση του 1821 βρήκε παγιωμένο τον ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό, στα σχήματα που μας είναι γνωστά από την μεταβυζαντινή περίοδο: οργανωμένο στα όρια των παραδοσιακών κοινοτήτων, με ζωντανές τις πολιτισμικές μνήμες από το βυζαντινό παρελθόν, ενίοτε δε και από την μακρινή προχριστιανική περίοδο, με έντονο αγροτοκτηνοτροφικό χαρακτήρα, και με εκδηλώσεις που σχετίζονταν στενά με τους άξονες του χώρου και του χρόνου, στους οποίους και εγγράφονταν. Έχοντας πολλές διαφοροποιήσεις και ιδιαιτερότητες, ανάλογα με τον τόπο όπου κάθε κοινότητα είχε οργανωθεί, και σύμφωνα με τις επιπτώσεις της απομόνωσης των παραδοσιακών κοινοτήτων, την οποία επέβαλαν οι γεωγραφικοί όροι και οι περιορισμένες δυνατότητες επικοινωνίας, οι εκδηλώσεις του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού της εποχής ακολουθούσαν ένα γενικό πολιτισμικό πρότυπο, σχετιζόμενο με τους παράγοντες των επιμέρους διαφοροποιήσεων των τοπικών πολιτισμικών συστημάτων. 

Παραλλήλως όμως πολλά ήταν τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στους λαούς της Βαλκανικής, ιδίως σε εκείνους που ανήκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δεδομένου του κυριαρχικού ρόλου που η θρησκεία πάντοτε παίζει στη διαμόρφωση των γενικών πολιτισμικών συνιστωσών, αλλά και των επιμέρους εκδηλώσεων, στις παραδοσιακές κοινωνίες. Πρόκειται για ένα κοινό βαλκανικό υπόβαθρο νοοτροπιών, αντιλήψεων, πίστεων και αξιών, που στηρίζεται στην Ορθοδοξία και το οποίο εν πολλοίς συνεχίζει να μένει ενεργό. Ήταν η Ορθοδοξία, η ορθόδοξη παράδοση και ο θρησκευτικός παράγοντας που διαφοροποιούσε στην ευρύτερη περιοχή μας τους λαούς, και που εν πολλοίς λειτούργησε ως θεμέλιο και για την διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, μαζί βέβαια με τη γλώσσα και την ιστορική συνείδηση της κοινής καταγωγής και του κοινού ιστορικού παρελθόντος, παράγοντες που με τη σειρά τους μέσα στην ελληνορθόδοξη παράδοση μορφοποιήθηκαν και σχηματοποιήθηκαν Κι έτσι με βάση και θεμέλιο την Ορθόδοξη Εκκλησία και την ελληνορθόδοξη παράδοση σφυρηλατήθηκε η εθνική, θρησκευτική και πολιτισμική παράδοση του Γένους.

Ο λόγος που έκανε τα μέλη του Σώματος του Χριστού να συστρατευτούν σε μια ένοπλη εξέγερση, είναι η διάσωση του υπέρτερου αγαθού της βασικής συνθήκης αλήθειας του ανθρωπίνου προσώπου, όπως αυτό κατανοήθηκε εξίσου στον Ευαγγελικό λόγο και συμπυκνώθηκε στο πρόταγμα της Ελευθερίας, όχι απλώς ως εθνικής οριοθέτησης απέναντι στον άλλο, ούτε ως ατομικής δυνατότητας απεριόριστων επιλογών, αλλ’ ως πάλης απέναντι σε κάθε συνθήκη θανάτου. Η έννοια της Δικαιοσύνης, ως τμήμα της ελευθερίας από τις άδικες δομές του θανάτου, η έννοια της Ελευθερίας να «συλλογάσαι ελεύθερα» και άρα καλά, η Ειρήνη, μέσα από την αλήθεια στις σχέσεις των ανθρώπων και άλλα πολλά όμοιά τους, είναι αυτά που συμποσούνται στην έννοια της Ελευθερίας και δικαιώνουν το ανεπανάληπτο δίλημμα, που οδηγεί σε κάθε είδους θυσία: Ελευθερία ή θάνατος!

Κατά την ελληνική επανάσταση του 1821 πλήθος κληρικών όλων των βαθμών του ιερού κλήρου αγωνίστηκαν με λόγο και έργο, και πολλοί θυσίασαν τη ζωή τους στο βωμό της ελευθερίας. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και όσους βασανίστηκαν και πέθαναν μαρτυρικά τα χρόνια της τουρκοκρατίας για να δώσουν το παράδειγμα της υπέρ πίστεως και πατρίδος θυσίας στου υπόδουλο ποίμνιό τους, όσους δηλαδή τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία μας ως ιερομάρτυρες, ως κληρικοί νεομάρτυρες, τότε η εικόνα που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι αυτή της πλήρους και καθολικής συμμετοχής του ορθόδοξου κλήρου στην αντίσταση και στην επανάσταση. Οι υπάρχουσες ιστορικές πηγές είναι αψευδείς μάρτυρες, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τις προσεγγίσουμε με διάθεση ανακάλυψης της αλήθειας, χωρίς ιδεολογικούς φανατισμούς και πωρώσεις συνειδησιακές.

Στην πραγματικότητα, κληρικοί υπήρξαν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, οι δάσκαλοι και οι φωτιστές του υπόδουλου Γένους, έστω και αν η ιερατική ιδιότητά τους συχνά αποσιωπάται από τμήμα της τρέχουσας βιβλιογραφίας. Το δε παράδειγμα του ιερομάρτυρος αγίου Κοσμά του Αιτωλού, είναι απολύτως ενδεικτικό αυτής της πραγματικότητας, αλλά και του σπουδαίου και μοναδικού ρόλου της Εκκλησίας τόσο στην στερέωση του Γένους στην πίστη και στην ταυτότητά του, όσο και στην αποτροπή των εξισλαμισμών, που στερούσαν τη Ρωμηοσύνη από σημαντικό μέρος του άνθους της. Θυμίζω πρόχειρα εδώ, για να φανεί πόσο ανυπόστατες είναι οι απόψεις ότι η εθνική συνείδησή μας δημιουργήθηκε μετά την επανάσταση του 1821, όπως ελάχιστοι ιστορικοί ισχυρίζονται, ότι σε όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας για όσους εξισλαμίζονταν χρησιμοποιούσαν το ρήμα «τουρκεύω», πράγμα που δείχνει πόσο άρρηκτα δεμένη ήταν η εθνική με την θρησκευτική και την πολιτισμική υπόσταση του Γένους μας, ως έκφραση της άρρηκτης σχέσης ανάμεσα στην εθνική και τη θρησκευτική ταυτότητα στο λαό μας, που αποτελεί την βάση της συγκρότησης της ελληνικής ιδιοπροσωπίας.

Η «Ειδική Συνοδική Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος», ήδη πριν από μία δεκαετία, πρότεινε στην Ιερά Σύνοδο, και έγινε αποδεκτό, τη διοργάνωση σειράς δέκα ετησίων συνεδρίων επιστημονικών, διεθνών, εκ των οποίων το πρώτο διοργανώθηκε το 2012 και τα δύο τελευταία διοργανώθηκαν το φθινόπωρο του 2020, με την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση, τα οποία υλοποιούνται από επιτροπή ειδική, με πρόεδρο αρχικώς τον ομ. καθηγητή και ακαδημαϊκό κ. Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, κατόπιν τον πρωτοπρεσβύτερο και ομ. καθηγητή Γεώργιο Μεταλληνό, και μετά την κοίμηση αμφοτέρων τον γράφοντα, και των οποίων τα πρακτικά εκδίδονται σε σειρά τόμων. Οι τόμοι αυτοί κατ’ έτος παρουσιάζονται σε ειδικές επιστημονικές εκδηλώσεις στην Αθήνα, με την ευλογία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄, ο οποίος από την αρχή ενίσχυσε και υποστήριξε παντοιοτρόπως το εγχείρημα, με ιδιαίτερη επιτυχία και ευμενή σχόλια από την επιστημονική κοινότητα.

Είναι απολύτως χαρακτηριστική η επιμέρους θεματολογία της σειράς των συνεδρίων αυτών, που φέρουν τον γενικό τίτλο «10 επιστημονικά συνέδρια για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, 1821 – 2021», που διοργάνωσε σε ετήσια βάση η «Ειδική Συνοδική Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος» δια της Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής για την οργάνωσή τους: «Ιστοριογραφία και Πηγές για την ερμηνεία του 1821» (12 – 13 Οκτωβρίου 2012) – «Η ζωή των υποδούλων Ελλήνων επί τουρκοκρατίας. Καταπίεση – Κοινοτισμός – Παιδεία» (22 – 23 Νοεμβρίου 2013) – «Ορθόδοξη Εκκλησία και διαφύλαξη της Εθνικής Ταυτότητος – Νεομάρτυρες, άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, επαναστατικά κινήματα» (14 – 15 Νοεμβρίου 2014) – «Ελληνικός και Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (23 – 24 Οκτωβρίου 2015) – «Ο διεθνής περίγυρος και ο φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση» (14 – 15 Οκτωβρίου 2016) – «Πολεμικές συγκρούσεις και τόποι καθαγιασμού του απελευθερωτικού Αγώνος κατά την επανάσταση του 1821» (6-7 Οκτωβρίου 2017) – «Οι φιλελεύθεροι θεσμοί του Αγώνος της Ελληνικής Επαναστάσεως» (18-21 Οκτωβρίου 2018) – «Οι μεγάλες προσωπικότητες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ομοψυχία και διχόνοια κατά την Επανάσταση» (18-19 Οκτωβρίου 2019) – «Τα Οικονομικά του Αγώνα. Η επίτευξη και η αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας» (16-17 Οκτωβρίου 2020) – «Η επίδραση της Ελληνικής Επαναστάσεως στη Λογοτεχνία και στην Τέχνη» (27-28 Νοεμβρίου 2020).

Όπως εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να αντιληφθεί, η δεκάτομη σειρά των πρακτικών αυτών των συνεδρίων, που τυπώθηκε και κυκλοφορείται σε καλαίσθητους τόμους με την χορηγία των εκδόσεων «Αρχονταρίκι», αποτελεί έργο αναφοράς για την επιστημονική μελέτη της επανάστασης του 1821, έργο συλλογικό, από συγγραφείς έγκυρους και έγκριτους, και με τη χρήση όλων των κανόνων της επιστημονικής έρευνας. Έργο που θα μείνει στη σχετική βιβλιογραφία ως ορόσημο για τους μελλοντικούς ερευνητές, αποτελώντας την ανεξάλειπτη σφραγίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος στον φετινό εορτασμό των 200 χρόνων της επανάστασης

Παραλλήλως η «Ειδική Συνοδική Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος», με την έγκριση της Ιεράς Συνόδου και με την ευλογία του Μακαριωτάτου κ. Ιερωνύμου Β΄, αλλά και τη συνεργασία του Υπουργείου Παιδείας και των Ελλήνων εκπαιδευτικών, φρόντισε για τη διοργάνωση και διεξαγωγή του πανελληνίου μαθητικού διαγωνισμού που προκήρυξε, αθλοθέτησε και έφερε σε πέρας με θέμα «Ιχνηλατώντας τα μονοπάτια που διάβηκε ο πατροΚοσμάς: η ζωή, το έργο και το μαρτύριο του αγίου Κοσμά του Αιτωλού» (2014), αλλά και για την ανάλογη διοργάνωση πανελλήνιου διαγωνισμού σχετικού με εξέχουσες προσωπικότητες της Επανάστασης με τις οποίες οι συμμετέχοντες μαθητές κλήθηκαν να ασχοληθούν (2019).

 Δεν είναι όμως μόνο αυτές οι εκδηλώσεις, που ουσιαστικά άρχισαν δέκα χρόνια πριν, ώστε να μην χαρακτηρίζονται από την συνήθη «επετειακή βιασύνη», αλλά να δώσουν έργο αποτελεσματικό και βιώσιμο στο χρόνο. Η Εκκλησία της Ελλάδος σχεδιάζει να πραγματοποιήσει σειρά επετειακών εκδηλώσεων το επετειακό έτος 2021. Φορέας προγραμματισμού και υλοποίησης των ανά την Ελλάδα εκδηλώσεων, κατ’ εντολήν της Ιεράς Συνόδου, είναι η «Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος», η οποία ανέλαβε το υψηλό καθήκον να αναδείξει την σπουδαιότητα αυτής της πολυσήμαντης επετείου για το παρόν και το μέλλον μας, μελετώντας εμβριθώς τα διδάγματα που εξάγονται από τον θυσιαστικό αγώνα των ενδόξων προγόνων μας. 

Καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία επιδιώκει να διακονεί διαρκώς με τον λόγο της αυτή την διαρκή και ματωμένη διεκδίκηση της Ελευθερίας στην πράξη, επιδιώκει με την επέτειο των 200 χρόνων της Επανάστασης, να ξαναστρέψει τον στοχασμό στα γεγονότα της σπουδαίας και κρίσιμης εκείνης ιστορικής περιόδου, υπό το πρίσμα αυτής της έννοιας της Ελευθερίας και της σημασίας της σ’ ένα ευρύτερο περιβάλλον, διαμορφωμένο από τις σύγχρονες συνθήκες και από τις συνέπειες της μεγάλης πνευματικής και οικονομικής κρίσης, που πλήττει τα τελευταία χρόνια την Ελληνική κοινωνία, αλλά και την αντίστοιχη κρίση στις σχέσεις των Κρατών, στο εσωτερικό των κοινωνιών και στην κατάσταση όλου του πλανήτη.

Επιδιώκει, όμως, παράλληλα, να ανταπαντήσει στην συστηματική, οργανωμένη και καλοσχεδιασμένη προσπάθεια αποδόμησης της ιστορικής αλήθειας, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, κυρίως ως προς την συμβολή της Εκκλησίας στην υπόθεση του Αγώνα της Ελευθερίας. Και αυτό το πράττει όχι με απολογητική διάθεση, αλλά προς τον σκοπό της ιστορικής αποκατάστασης, στηριζόμενη στις αυθεντικές ιστορικές πηγές, που δεν υπακούουν σε άνωθεν κελεύσματα και σκοτεινές σκοπιμότητες, αλλά παρακολουθούν τα γεγονότα και αφουγκράζονται την διαχρονική φωνή των Αγωνιστών.

Υπό το πρίσμα αυτό, οι προτεινόμενες και προγραμματιζόμενες εκδηλώσεις του 2021 εντάσσονται σε δύο βασικούς άξονες: Α. Την ανάδειξη των γεγονότων της Επανάστασης, των ιδεών που την στήριξαν, των συνθηκών που ευνόησαν την οργάνωση και το ξέσπασμά της και Β. Τα μηνύματα που η Επανάσταση μπορεί να δώσει στους σημερινούς Έλληνες, ιδιαίτερα στους νέους, που δοκιμάζονται από τις αντίξοες συνθήκες της ποικιλόμορφης κρίσης.

Με βάση αυτά, το σκεπτικό των εκδηλώσεων, από πλευράς Εκκλησίας, θα καλύπτει τους εξής τομείς: Την ανάδειξη των ιστορικών γεγονότων και της ευρύτερης ιστορικής συγκυρίας, στοιχείων δηλαδή που είναι σχετικά άγνωστα στους σημερινούς Έλληνες, είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης, είτε λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος (π.χ. διαλέξεις, ημερίδες, συνέδρια, παρουσιάσεις των τόμων με τα πρακτικά των Επιστημονικών μας Συνεδρίων κ.ά.). Την ανάδειξη των ιδεών και των συλλογικών κατακτήσεων που η Επανάσταση έφερε στο προσκήνιο (π.χ. συλλογικοί δημοκρατικοί θεσμοί, με την μορφή της Εθνοσυνέλευσης). Μορφές και πρόσωπα του Αγώνα ή της ευρύτερης ιστορικής συγκυρίας, που έδρασαν πριν και αμέσως μετά, σε συνάρτηση με την Επανάσταση και που μπορούν να προβληθούν ως πρότυπα για τους Νεοέλληνες (π.χ. Ρήγας Φεραίος, Ιωάννης Καποδίστριας, άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Στρατηγός Μακρυγιάννης κ.ά.).

Επίσης, την προσφορά της Εκκλησίας και του Κλήρου στον Αγώνα, τόσο πριν, όσο και κατά την διάρκεια της Επανάστασης (π.χ. διατήρηση της ταυτότητας του Γένους, Παιδεία, κληρικοί αγωνιστές, Νεομάρτυρες και ανάσχεση του καταστροφικού κύματος των βίαιων εξισλαμισμών, οικονομική συνεισφορά Μονών και πνευματική στήριξη του Αγώνα). Διαχρονικά μηνύματα της Επανάστασης, που μπορούν να προβληθούν σήμερα, ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες και δημιουργούν προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον (π.χ. αγάπη για την πατρίδα, αγωνιστικότητα, εμμονή στην συλλογική, εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική μας ταυτότητα, διεκδίκηση των δικαίων μας με αποφασιστικότητα κ.λπ.).

Όλα τα παραπάνω πρέπει να αναδειχθούν το 2021, για να τιμηθεί η μνήμη των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για την ελευθερία μας. Η Ορθόδοξη Πίστη, ο πατριωτισμός, η επίγνωση της διαχρονικής συνέχειας του Γένους. Φυσικά, όλα αυτά θα γίνουν με σεβασμό προς τις ανάγκες του παρόντος και με προοπτική μέλλοντος. Το 1821 δεν θα το κλείσουμε στο Μουσείο, ούτε όμως, θα το χρησιμοποιήσουμε για να δικαιώσουμε μονομερείς ερμηνείες, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με αυτά που πρέσβευαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Αν οι εκδηλώσεις μας ακολουθήσουν αυτό το σκεπτικό, δεν θα μείνουν στην απλή επετειακή τους διάσταση, αλλά θα προσφέρουν χρήσιμα στοιχεία και διδάγματα στην παρούσα συγκυρία της κοινωνίας μας, κάνοντας τον εορτασμό των 200 χρόνων της Επανάστασης του 1821 ουσιαστικά γόνιμο για το μέλλον.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία της Ελλάδος δεν συντάχθηκε με το νεωτεριστικό πρόταγμα του εορτασμού των 200 χρόνων ελεύθερου ελληνικού κράτους, επέτειος μάλιστα η οποία κανονικά πρέπει να εορταστεί το 1830. Στις εκδηλώσεις της το κέντρο βάρους εστιάζεται στην ίδια την επανάσταση, την θυσία και τον αγώνα των πρωταγωνιστών της, τα ιδανικά και την ακλόνητη πίστη τους στο Θεό. Με άλλα λόγια σκοπεύει να προβάλει όσα ενέπνευσαν τους αγωνιστές του 1821, τα οποία δεν υπήρξαν πάντοτε προτεραιότητα για το κράτος που προέκυψε από την Επανάσταση, το οποίο προσηλωμένο ενίοτε στο διαχρονικά «εκσυγχρονιστικό» όραμά του – που πάντοτε το ταύτιζε με τον άκριτο εκδυτικισμό – κάποτε δεν δίστασε να φαλκιδεύσει αρχές και πίστεις.

Η Εκκλησία της Ελλάδος, με τις πολλές και σημαντικές εκδηλώσεις της σε όλες τις περιοχές της χώρας μας καθ’ όλη τη διάρκεια του 1821, είτε αυτές πραγματοποιηθούν διαδικτυακά λόγω της πανδημίας, είτε γίνουν με φυσική παρουσία, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, στοχεύει να αναδείξει το 1821 στις πραγματικές βάσεις του. Ταυτοχρόνως δε αποσκοπεί στο να δείξει στους συμπατριώτες μας Έλληνες ότι μόνο η πίστη και η συσπείρωση γύρω από τον εσώτατο πυρήνα της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας μπορούν να οδηγήσουν στην ανόρθωση του φρονήματος και στην αναγέννηση των αξιών της κοινωνίας μας, με τρόπο που κανένα ξενόφερτο ιδεολόγημα δεν μπορεί να εμπνεύσει. 

Ο κ. Μανώλης Βαρβούνης είναι Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Πρόεδρος της Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής για τη διοργάνωση των Διεθνών Συνεδρίων για την Επανάσταση του 1821 και Μέλος της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος

Μανώλης Γ. Βαρβούνης

Ο καθηγητής κ. Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ είναι Καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Ετικέτες: