Σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα ευαγγελικά αναγνώσματα της θείας λειτουργίας από την Κυριακή των Αγίων Πάντων ώς τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού προέρχονται από το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον και για τον λόγο αυτόν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο γιορτές ονομάζεται “Περίοδος του Ματθαίου”.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της τρίτης Κυριακής της περιόδου αποτελεί ένα απόσπασμα από την “Επί του Όρους Ομιλία” του Ιησού Χριστού -μια ομιλία που αποτελεί σύνοψη ολόκληρου του κηρύγματός του. Καθώς ο Ιησούς έχει μόλις διδάξει τους μαθητές του πώς να προσεύχονται (Ματ 6:9-13), επανέρχεται τώρα πιο αναλυτικά στο τέταρτο αίτημα της “Κυριακής Προσευχής” (τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον), τονίζοντας τη σημασία της απόλυτης εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού και συνδυάζοντάς την με το δεύτερο αίτημα (ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου) την επιδίωξη της επικράτησης της βασιλείας του:

Ο Ιησούς αρχίζει τον λόγο του χρησιμοποιώντας μια, πιθανότατα ευρέως γνωστή στους ακροατές του, αραμαϊκή λαϊκή παροιμία, «Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια», η ελληνική μετάφραση της οποίας όμως δεν δίνει ιδιαίτερα σαφές νόημα, καθώς τα μάτια δεν εκπέμπουν φως, αλλά δέχονται τα φωτεινά ερεθίσματα. Όπως προκύπτει από τη διάκριση που ο Χριστός κάνει στη συνέχεια ανάμεσα σε «απλούς» και «πονηρούς οφθαλμούς», η παροιμία αναφέρεται προφανώς στον τρόπο με τον οποίο θεωρεί κανείς τα πράγματα και στις συνέπειες που έχει η θεώρηση αυτή στη ζωή του ανθρώπου.

Η έκφραση «πονηρός οφθαλμός» απαντά για άλλη μια φορά στην παραβολή για τους εργάτες του αμπελώνα (Ματ 20:1-16) και δηλώνει τον ζηλόφθονο, τον άπληστο άνθρωπο. Θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να υποστηριχτεί ότι το νόημα της παροιμίας είναι ανάλογο με αυτό της ελληνικής παροιμίας «Το μάτι δεν χορταίνει ποτέ» και με αυτήν τη σημασία τη χρησιμοποιεί ο Χριστός ως εισαγωγή στον λόγο του, με τον οποίο προτρέπει τους ακροατές του να έχουν εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Προϋπόθεση για να εμπιστευτεί κανείς τη ζωή του στον Θεό είναι να μην είναι άπληστος, αλλά να κάνει σωστές επιλογές, καθώς κανείς δεν μπορεί να στηρίζεται σε δύο βάσεις. Εδώ ο Ιησούς χρησιμοποιεί άλλη μια αραμαϊκή λέξη σε εξελληνισμένη μορφή, «μαμωνάς», που σημαίνει “πλούτος”. Έτσι, οι ακροατές του καλούνται να επιλέξουν αν θα στηριχτούν στον Θεό ή στα υλικά αγαθά (6:24).

Αναπτύσσοντας περισσότερο την επιχειρηματολογία του ο Ιησούς πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, εξηγεί ότι η ανησυχία για τα υλικά αγαθά είναι ασύμβατη με την πίστη στον Θεό. Βέβαια, οι περισσότεροι χριστιανοί ξεπερνούν το δίλημμα αυτό θεωρώντας ότι οι ίδιοι δεν ανήκουν στους ανθρώπους εκείνους που καταπατούν το δίκιο των συνανθρώπων τους προκειμένου να συγκεντρώσουν όσο γίνεται περισσότερα υλικά αγαθά.

Προσεκτικότερη ανάγνωση όμως της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσεται στη συνέχεια θα καταδείξει ότι ο Ιησούς δεν αναφέρεται σε άρπαγες και καταπιεστές, δεν μιλάει για ακριβά γεύματα και πολυτελή ρούχα, αλλά καλεί τους ακροατές του να μην ανησυχούν για απλά καθημερινά πράγματα όπως η τροφή και η ένδυση. Για να γίνει κατανοητή αυτή η απόλυτη στάση του Ιησού θα πρέπει να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι βιβλικοί συγγραφείς κατανοούν την έννοια του “πλούτου”.

Οι όροι “πλούσιος” και “φτωχός” χρησιμοποιούνται συχνά από τον Ιησού σε διάφορους λόγους του προκειμένου να περιγράψει όχι οικονομικές τάξεις αλλά δύο εντελώς διαφορετικές στάσεις ζωής. Έτσι, ο όρος “πλούσιος” δεν δηλώνει αυτόν που έχει απλώς πολλά αγαθά, αλλά αυτόν που έχει εναποθέσει όλες του τις ελπίδες για ασφάλεια σε αξίες όπως οικονομική επιφάνεια, τίτλοι, γνωριμίες, θέσεις και άλλα πολλά παρόμοια. “Πλούσιος”, κατά συνέπεια, δεν χαρακτηρίζεται μόνον αυτός που έχει πολλά χρήματα, αλλά ακόμα και ένας φτωχός που όμως έχει κάνει σκοπό της ζωής του την απόκτηση αγαθών προς εξασφάλιση του εαυτού του, ανεξάρτητα από αν το πετυχαίνει ή όχι. Κατ’ αναλογία προς τον όρο “πλούσιοι”, ο όρος “φτωχοί” δηλώνει τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι έχουν εμπιστευθεί απόλυτα τη ζωή τους στον Θεό και γι’ αυτό ο Χριστός τους διαβεβαιώνει ήδη από την αρχή της “Επί του Όρους Ομιλίας” του, ότι «αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματ 5:3).

Είναι προφανές, με βάση τα παραπάνω, ότι ο βιβλικός όρος “πλούσιος” καλύπτει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα ανθρώπων από ό,τι αρχικά θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Γιατί πολύ δύσκολα θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος να εγκαταλείψει όσα με κόπο πέτυχε στη ζωή του και τα οποία του διασφαλίζουν κάποια ποιότητα ζωής, προσβλέποντας στην πρόνοια του Θεού και στη θεία βοήθεια. Ο άνθρωπος πολύ εύκολα απευθύνεται στον Θεό για να ζητήσει τη βοήθειά του σε κάτι που θέλει να πετύχει, πολύ δύσκολα όμως θα απευθυνθεί στον Θεό για να του προσφέρει κάτι που πέτυχε και να το θέσει στη διάθεση των συνανθρώπων του. Και αυτό ακριβώς είναι το θέμα που θίγει ο Χριστός με τα παραδείγματα που παρουσιάζει στους ακροατές του. Δεν τους προτρέπει να αποποιηθούν τα χρήματά τους ή να αποσυρθούν από τον κόσμο, αλλά να μην υποδουλωθούν σ’ αυτά. Τους καλεί να ελέγξουν τις προτεραιότητές τους. Η εμπιστοσύνη στα υλικά αγαθά είναι, κατά βάση, μια αντιστροφή των προτεραιοτήτων, που αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο και τον καθιστά κοντόφθαλμο, καθώς επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε πράγματα προσωρινά, χάνοντας έτσι την προοπτική των αιωνίων.

Αναμφίβολα, είναι πολύ δύσκολο για τον άνθρωπο να διατηρήσει στην πράξη μια ισορροπημένη στάση απέναντι στα υλικά αγαθά. Από τη μια αναγνωρίζει ότι η απόκτηση πλούτου μπορεί να τον αποπροσανατολίσει και να του προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, που ίσως τον απομακρύνει από τον Θεό, από την άλλη όμως η φτώχεια μπορεί να έχει ανάλογα αποτελέσματα, καθώς η ανασφάλεια από την ανέχεια και η ανησυχία για το μέλλον μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε αμφιβολία για την πρόνοια και τη δικαιοσύνη του Θεού ή να αναγκάσουν τον άνθρωπο να φερθεί σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και ανέντιμα.

Μια προσευχή που βρίσκεται αποθησαυρισμένη στο βιβλίο των Παροιμιών (30:7-9), περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο την αγωνία του πιστού να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στα υλικά αγαθά και στη σχέση του με τον Θεό:

Δυο πράγματα γυρεύω από σένα, Θεέ μου·
προτού πεθάνω μη μου τα αρνηθείς:
Φύλαξέ με απ’ το να χρησιμοποιήσω δόλο ή ψευτιά·
φτώχεια να μη μου δώσεις μα ούτε πλούτο·
δίνε μου μόνο το απαραίτητο ψωμί,
μήπως παραχορτάσω και σε αρνηθώ,
και πω “Ποιος είναι ο Κύριος;”
΄Η πάλι μήπως μες στη φτώχεια κλέψω
και δυσφημήσω τον Θεό μου.

Καλώντας ο Χριστός τους μαθητές του να παρατηρήσουν τα πουλιά του ουρανού και τα κρίνα του αγρού καλεί όλους τους χριστιανούς σε μια επανεκτίμηση και ενδεχομένως αναθεώρηση των προτεραιοτήτων τους. Όταν θέτει κανείς ως πρώτη προτεραιότητα την επίτευξη των προσωπικών του επιδιώξεων, στο τέλος θα αποτύχει να δώσει πραγματικό νόημα στη ζωή του. Αν, αντίθετα, ως πρώτη προτεραιότητα θέσει κανείς τον αγώνα για την πραγμάτωση της βασιλείας του Θεού και την επικράτηση του θελήματός του, όλες οι επιλογές του αποκτούν νόημα και περιεχόμενο· υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι το όραμα της βασιλείας του Θεού, της δημιουργίας δηλαδή μιας κοινωνίας η οποία θα χαρακτηρίζεται από το «μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου» (1Κο 10:24), παραμένει ζωντανό στις χριστιανικές κοινότητες και δεν έχει μετατραπεί σε μια εσχατολογική προσδοκία που αφορά σε κάποια άλλη ζωή.

  • Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας
Tagged: