του αρχιμανδρίτη Ιωάννη Γ. Γαζέτα

Αρκετοί, στην προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν τις διάφορες ψυχοπνευματικές αντιξοότητες και αδιέξοδα, προβληματίζονται για το αν θα πρέπει να απευθυνθούν σε κάποιον Ψυχοθεραπευτή ή σε έναν Ιερέα Πνευματικό (Εξομολόγο).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, περιγράφοντάς τα με όσο το δυνατόν πιο κατανοητό τρόπο.

Κατ’αρχάς, τόσο η Ψυχολογία όσο και η Θεολογία αποτελούν επιστήμες, οι οποίες κατά κάποιον τρόπο έχουν μία κοινή συνισταμένη, τον φωτισμό της διάνοιας του ανθρώπου, προάγοντας παράλληλα την προσωπική του αυτογνωσία. Με τη διαφορά όμως ότι στην πρώτη, η ανθρώπινη διάνοια φωτίζεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, ενώ στη δεύτερη, η διαφώτιση προσφέρεται από τον ίδιο τον Θεό. Και όταν λέμε διάνοια, από την οπτική της Ψυχολογίας εννοείται ο νους, ενώ από την πλευρά της Θεολογίας νοείται η καρδιά. Ένα επιπλέον κοινό και σημαντικό γνώρισμα που διέπει τις εν λόγω επιστήμες, είναι και ο θεραπευτικός τους χαρακτήρας. Και οι δύο προτάσσουν τη δική τους ψυχοθεραπευτική προσέγγιση και θεωρία (1), οι οποίες φυσικά είναι άκαρπες, όταν οι άνθρωποι, ακινητοποιημένοι συναισθηματικά, αρνούνται απελπισμένα την προοπτική μίας λυτρωτικής αλλαγής.

Ο ψυχοθεραπευτής εξετάζοντας τη σκέψη και τη συμπεριφορά του ατόμου, καλείται να εφαρμόσει τις βασισμένες στην έρευνα και το πείραμα, γνώσεις της ψυχολογίας και να υποστηρίξει με θεραπευτικές τεχνικές και παρεμβάσεις που προέρχονται από τις διάφορες ψυχοθεραπευτικές θεωρίες-προσεγγίσεις (συστημική, αφηγηματική, γνωσιακή συμπεριφοριστική, Προσωποκεντρική, Υπαρξιακή, Ψυχαναλυτική κ.ά.), την ανθρώπινη ύπαρξη, οδηγώντας την με αυτόν τον τρόπο στη διαχείριση ή και επίλυση των προβλημάτων της. Η ψυχοθεραπεία είναι μια πολυδιάστατη, πολύμορφη, πολυσχιδής και πολυδύναμη μέθοδος, που εισχωρεί στον ασυνείδητο χώρο του θεραπευόμενου, φωτίζοντας όλες εκείνες τις μύχιες, ανεκπλήρωτες και απωθημένες επιθυμίες, υπαρξιακές ανησυχίες και σκέψεις του, οι οποίες ασφαλώς τον οδήγησαν σε αρνητικά συναισθήματα, εσωτερική σύγκρουση και διατάραξη, εκφραζόμενη με διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Τα τελευταία αποτελούν μία κραυγή αγωνίας μίας καταπιεσμένης πλευράς του εαυτού μας, η οποία επιζητεί τρόπους να γίνει κατανοητή, διαχειρίσιμη και θεραπεύσιμη. Η ψυχοθεραπεία εισέρχεται σε βαθύτερη και ουσιαστική διερεύνηση της ζωής, οδηγώντας τον ψυχοθεραπευόμενο σε μία εκ νέου αντίληψη της ζωής του αλλά και σε νέες πτυχές και δυνατότητες του εαυτού του· ως εκ τούτου θα λέγαμε οτι «δεν αλλάζει χαρακτήρες, αλλά τον τρόπο που βλέπει κανείς τον εαυτό του και την κατάσταση της ζωής του (2)». Επίσης, απευθύνεται αδιακρίτως σε κάθε άνθρωπο και αποτελεί απολύτως συμπεριφορική θεραπευτική μέθοδο διαχείρισης των συναισθηματικών αντιδράσεων και γενικότερα της συμπεριφοράς, που απορρέει από τις σκέψεις, τις πεποιθήσεις και τις ερμηνείες που δίνουμε. Η ψυχοθεραπεία, λόγω του ότι αρκετά βιώματα είναι βαθιά ριζωμένα και δεν μπορούν να αλλάξουν άμεσα, διαρκεί από μήνες έως και χρόνια. Ο πνευματικός πατέρας από την άλλη, επιτελεί θεοσύστατο (3) ιερό Μυστήριο, κατά τη διάρκεια του οποίου αρπάζει, θα λέγαμε, την ψυχή από τον κόσμο και την προσφέρει στον Θεό, για να γίνει ο άνθρωπος θεός κατά Χάριν! (4).

Συμπεριφέρεται πατρικά και φροντίζει τον εξομολογούμενο με αδιάλειπτο τρόπο. Από θεολογικής απόψεως, ο σκοτισμός του νου από λογισμούς και πάθη (εγωισμός, θυμός, μνησικακία, φιλαργυρία κ.ά.), έχει ως αποτέλεσμα ο άνθρωπος να οδηγείται σε μια πνευματική ψυχοπάθεια (νέκρωση της ψυχής), και κατ’επέκτασιν σε μία ψυχοσωματική ανισορροπία, η οποία επιφέρει, με αυτόν τον τρόπο, διατάραξη στις διαπροσωπικές του σχέσεις (απομάκρυνση από τον Θεό και αποξένωση από τον συνάνθρωπο). Κατά συνέπεια, η Ιερά εξομολόγηση είναι μία πνευματική, ιδιάζουσα και εφ’όρου ζωής θεραπευτική μέθοδος της ψυχής και αφορά τους πιστούς που επιθυμούν να έχουν μία, όσο το δυνατόν, πιο ζωντανή σχέση με τον Θεό. Σε αυτήν καταθέτουν-ομολογούν τις αστοχίες-αμαρτίες τους και τους λογισμούς τους και μέσω της Θείας Χάριτος, δηλαδή της ενέργειας του Θεού και της συνέργειας του ανθρώπου-πνευματικού, οι εξομολογούμενοι λαμβάνουν την άφεση και την κάθαρση των παθών, φωτίζεται δε ο σκοτισμένος τους νους, και κατόπιν αγιάζονται, θεραπεύονται, συμφιλιώνονται με τον Θεό-τον εαυτό τους-τον κόσμο και κατόπιν θεώνονται.

Η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας στην ψυχική και σωματική υγεία του ανθρώπου εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι ο ψυχοθεραπευτής που επιλέξαμε, για να ζητήσουμε την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη, τυγχάνει αξιόπιστης και αναγνωρισμένης επιστημονικής κατάρτισης και παράλληλα είναι εφοδιασμένος με συμπόνια, ενδιαφέρον, αυθεντικότητα, ψυχική υγεία, τότε όλα τα υπόλοιπα εξαρτώνται από εμάς. Συγκεκριμένα η αντιμετώπιση και η λύση όλων όσων μας απασχολούν εξαρτάται από το πόσο είμαστε πρόθυμοι να αφήσουμε όλα εκείνα που μας κάνουν να δυσκολευόμαστε – να αρρωσταίνουμε. Δυστυχώς, όταν τα προβλήματα μάς συντροφεύουν για αρκετά χρόνια, κινδυνεύουμε να μην μπορούμε εύκολα να δούμε τη ζωή έξω από αυτά, πολύ απλά γιατί φοβόμαστε ότι δίχως αυτά θα έχουμε ένα κενό, μία απώλεια.

Τότε είναι που ένας ασυνείδητος μηχανισμός άμυνας του Εγώ θα προσπαθήσει να ματαιώσει και να ανατρέψει την πολυπόθητη μεταβολή που επιθυμούμε. Επίσης, οι αλλαγές που οδηγούν σε ένα νέο ξεκίνημα, μας τρομάζουν και όλο αυτό προσθέτει αντιξοότητες στην τροποποίηση των συνηθειών μας και της ζωής μας γενικότερα, με αποτέλεσμα οι καινούριες αποφάσεις να μην μπορούν να υλοποιηθούν. Όσον αφορά την εξομολόγηση, εκεί τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά και κυρίως πνευματικά, υπερφυσικά και απερινόητα. Η εξομολόγηση κατά κάποιον τρόπο, θα λέγαμε ότι δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, διότι σε αυτήν ενυπάρχει η άκτιστη ζωοποιός ενέργεια του Θεού και προϋποθέτει ότι ο πιστός εκτός από γνήσια πίστη και πόθο για τον Θεό, θα πρέπει να έχει και διάθεση μετανοίας δηλαδή πρόθεση να αλλάξει ολοκληρωτικά τη ζωή του με τη βοήθεια του Θεού βεβαίως. Εφόσον ο Χριστιανός πραγματοποιήσει μία αληθινή και εκ βαθέων εξομολόγηση, στη συνέχεια αισθάνεται μία ανέκφραστη και απερίγραπτη ψυχοσωματική αγαλλίαση και γαλήνη.

Αυτή η αίσθηση συντελείται, καθότι, όπως προείπαμε, πραγματοποιείται ένα ιερό μυστήριο, κατά το οποίο ο Θεός στέλνει τη θεραπευτική του Χάρη (ενέργεια), με άλλα λόγια, το Άγιο Πνεύμα αρχίζει να επισκιάζει μυστικά τον εξομολογούμενο, αποσκοπώντας στη σωτηρία της ψυχής, στην απόκτηση πλήρους και καθαράς γνώσεως της αληθείας, στην απαλλαγή από τις αμαρτίες και τις ενοχές (συγχώρηση) αλλά και στην επανασύνδεσή του με τον Θεό και τους συνανθρώπους του.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι τόσο η ψυχοθεραπεία με την ανθρώπινη παρέμβαση, όσο και η εξομολόγηση με τη Χάρη του Θεού και τη μεσολάβηση του ανθρώπου-Ιερέως, βοηθούν τον ενδιαφερόμενο να βρει τον δρόμο του, να γίνει λειτουργικότερος, να ανανεώσει τους δεσμούς με τον εαυτό του, με τους συνανθρώπους του, με τη πλάση και με τον ίδιο το Θεό (ιδίως στην εξομολόγηση). Εάν θα θέλαμε να παρομοιάσουμε την ψυχοθεραπεία με κάτι, θα λέγαμε ότι μοιάζει σαν ένα ευσκιόφυλλο δένδρο, κάτω από το οποίο αναπαυόμαστε, αναζωογονούμαστε, αναμορφωνόμαστε και θεραπευόμαστε ψυχικά, ενώ η εξομολόγηση είναι η ζωοδόχος και ιαματική πηγή από την οποία αναβλύζει άφθαρτη και Θεανθρώπινη ψυχοπνευματική ελπίδα, μεταμόρφωση, παρηγοριά και γαλήνη.

Συνεπώς, αν και εξωτερικά οι δύο θεραπευτικές προσεγγίσεις φαίνονται να ομοιάζουν, εντούτοις διαφέρουν ουσιωδώς. Δύο εντελώς διαφορετικές αλλά σημαντικές και αξιόλογες θεραπευτικές οπτικές, που καταδεικνύουν απερίφραστα ότι, στη μεν ψυχοθεραπεία δεν εμπεριέχεται ο Θεός, όχι επειδή ο θεραπευτής ενδεχομένως να είναι άθεος, άπιστος ή άθρησκος, αλλά επειδή η ίδια η επιστήμη που ασκεί κινείται στα όρια του επιστητού, των παρατηρήσεων και των αποδείξεων. Ενώ στην εξομολόγηση αναφορά και επίκεντρο είναι ο ίδιος Θεός. Γίνεται προφανές, επομένως, ότι το έργο του ψυχοθεραπευτή και του πνευματικού αν και έχουν ουσιαστικό στόχο την ψυχοσωματική φροντίδα του ανθρώπου, δεν θα πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους.

Ένας πεπειραμένος και καταρτισμένος ψυχοθεραπευτής που διαπνέεται από πνευματικότητα, δύναται να διαγνώσει την πνευματική νοσηρότητα που χρήζει πνευματικής καθοδηγήσεως από κάποιον εξομολόγο και αντιστοίχως, ένας έμπειρος και φωτισμένος πνευματικός μπορεί να διακρίνει τα σημεία της ψυχολογικής και ψυχιατρικής νόσου που χρειάζονται αξιολόγηση από έναν κατάλληλο ειδικό ψυχικής υγείας.

Ύστερα από τα παραπάνω, η απάντηση λοιπόν στο αρχικό ερώτημα, για το αν θα πρέπει να απευθυνθούμε σε κάποιον ψυχοθεραπευτή ή σε έναν πνευματικό πατέρα, προκειμένου να μπορέσουμε να διαχειριστούμε τις προσωπικές μας δυσκολίες, θα πρέπει ίσως να αναζητηθεί στον χώρο της καρδιάς μας και της ιδεολογίας μας. Επαναλαμβάνουμε, όμως, ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές προσεγγίσεις.

Η Ιερά Εξομολόγηση στηρίζεται στην παρουσία του Θεού, εμπεριέχει συμβουλές, αλλά κυρίως συνοδεύεται από τη συγχώρηση των αμαρτιών, μετά από ειλικρινή μετάνοια. Ενώ η Ψυχολογία (Ψυχοθεραπεία), ναι μεν μας βοηθάει στις δυσκολίες της ζωής μας και ιδίως στις ψυχικές διαταραχές, αλλά πάντα στηρίζεται στον ανθρώπινο παράγοντα. Οπότε πρέπει κανείς να σταθμίσει πολύ καλά τι θέλει στη ζωή του. Σε εμάς το μόνο που απομένει είναι να σεβαστούμε οποιαδήποτε απόφαση των ανθρώπων, διότι όπου υπάρχει ελευθερία, μπορεί να επέλθει σωτηρία.

Ο π. Ιωάννης Γ. Γαζέτας γεννήθηκε στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και είναι κληρικός της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Σπούδασε Θεολογία σε προπτυχιακό επίπεδο και Κλινική-Κοινοτική Ψυχολογία, Συστημική-Οικογενειακή Συμβουλευτική και Ψυχοθεραπεία, σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Παράλληλα, έχει ειδικευθεί στην αντιμετώπιση διατροφικών διαταραχών, πένθους και απώλειας. Ως πιστοποιημένος Ψυχοθεραπευτής-Οικογενειακός Θεραπευτής και Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, ασκεί ιδιωτικά, διά ζώσης και διαδικτυακά, Ψυχοθεραπευτική και Συμβουλευτική υποστήριξη σε άτομα, ζευγάρια, οικογένειες και ομάδες.

(1) Σχετικά με την ψυχοθεραπευτική μέθοδο της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, ο όρος και το
περιεχόμενο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», έχουν γίνει πλέον αποδεκτά από την «Αμερικανική
Ψυχολογική Εταιρεία», και έχουν συμπεριληφθεί σε εκδοσή της με τίτλο «Εγχειρίδιο ψυχοθεραπείας και θρησκευτικής ποκιλομορφίας – Handbook of Psychotherapy and Religious Diversity». https://www.apa.org/pubs/books/4317338

(2) Κατάκη, Χ. (2014). Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή. Αθήνα: Πατάκης.

(3) Την εντολή και εξουσία να συγχωρούν ή όχι τα αμαρτήματα των ανθρώπων θεμελίωσε, συνέστησε και παρέδωσε στους Αγίους Αποστόλους ο ίδιος ο Χριστός και έπειτα εκείνοι το μετέδωσαν στους διαδόχους τους, Επισκόπους και Πρεσβυτέρους της Εκκλησίας (Ματθ. 16,19 & 18, 18/Ιω. 20,23).

(4) Μέγας Αθανάσιος, «Αυτός γάρ ενηνθρώπησε, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου, κεφ. 54).

Tagged: