Με αφορμή την προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου Θράκης που απασχόλησε την επικαιρότητα, με την οποία έγιναν δεκτές οι διεκδικήσεις του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος της Ι. Μ. Μονής Βατοπαιδίου αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων αυτής, επιτρέψτε μου ορισμένες επεξηγηματικές διαπιστώσεις και επισημάνσεις αναφορικά με την μέχρι σήμερα πολυμέτωπη αντιδικία του Ελληνικού Δημοσίου με την Ιερά Μονή :

1. Το Δημόσιο κινήθηκε εναντίον της Μονής Βατοπαιδίου ασκώντας έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό αγωγών, σε διάφορα αστικά δικαστήρια της ελληνικής επικράτειας. Με τις αγωγές αυτές αποσκοπούσε στην αναγνώριση της ακυρότητας των ανταλλαγών και την επιστροφή σε αυτό των ακινήτων, ως προϊόντων της ανταλλαγής (θυμίζουμε ότι σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση στο Ελληνικό Δημόσιο της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων αυτής, η Μονή είχε λάβει μεγάλο αριθμό αστικών ακινήτων). Θεμέλιο των ισχυρισμών του Δημοσίου αποτελούσε μια σειρά από «σπουδαίους» νομικούς λόγους, που επικαλούνταν «κακή πίστη» της Μονής, καθιστώντας κατά το Δημόσιο «αυταπόδεικτα άκυρες» τις επίδικες ανταλλαγές. Προσφέρεται πάντως για εκτιμήσεις το γεγονός ότι η άσκηση των αγωγών συνέπεσε χρονικά – και προφανώς επηρεάστηκε – από την ευρύτατη δημοσιότητα που είχε λάβει το όλο θέμα, ενόψει μάλιστα της ποινικής διάστασης που τα ΜΜΕ επεδίωξαν να του δώσουν, ως ένα «τεράστιο πολιτικό, οικονομικό, θρησκευτικό σκάνδαλο».

2.Πιο συγκεκριμένα, με τις αγωγές του το Δημόσιο προέβαλε τους εξής κεντρικούς ισχυρισμούς :
(α) Η Λίμνη -και συνακόλουθα οι παραλίμνιες περιοχές- δεν ανήκαν στη Μονή.
(β) Αυτό ήταν σε γνώση των μοναχών της Μονής, αφού η Βιστωνίδα είναι «Μεγάλη Λίμνη» (με την τεχνική νομική έννοια) με ευνόητο άρα τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της. Για το λόγο αυτό, η Βιστωνίδα ήταν ανεπίδεκτη ιδιωτικής κυριότητας, οι δε φορείς και εκπρόσωποι της Μονής «εξαπάτησαν» το Δημόσιο και τα αρμόδια όργανά του, παραπείθοντάς τους «με δόλια μέσα» να προβούν στη μεταβίβαση στη Μονή άλλων ακινήτων, που μέχρι τότε ανήκαν στο Δημόσιο.
(γ) Το σύνολο των ανταλλαγών έγιναν με προφανή ζημία του Δημοσίου, αφού τα ανταλλαγέντα ακίνητα ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερης αξίας από τη Λίμνη.
(δ) Σε κάθε περίπτωση, οι ανταλλαγές ήταν άκυρες και ως καταχρηστικές, λόγω αποδυναμώσεως των τυχόν υπαρχόντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων της Μονής στη λίμνη και τις παραλίμνιες περιοχές.
(ε) Ενόψει των ανωτέρω, οι εκπρόσωποι της Μονής είχαν ενεργήσει «παράνομα και υπαίτια». Συνεπώς, οι γενόμενες ανταλλαγές ήταν ακυρωτέες, τα δε εξ ανταλλαγής ακίνητα έπρεπε να αποδοθούν στο Δημόσιο, μαζί με τυχόντα χρηματικά ανταλλάγματα που είχε εισπράξει η Μονή, εφόσον είχε προχωρήσει σε περαιτέρω μεταβίβαση των ακινήτων

3. Εντούτοις, το σύνολο των ισχυρισμών αυτών απορρίφθηκε με τις μέχρι σήμερα εκδοθείσες αποφάσεις (με εξαίρεση την πρόσφατη του Εφετείου Θράκης), δεδομένου ότι κρίθηκε ότι δεν συντρέχει θέμα ακυρότητας των –καθ’ όλα νόμιμων και έγκυρων- ανταλλαγών για οποιονδήποτε από τους αγώγιμους ισχυρισμούς, επικρίνοντας αφετέρου την τακτική του Δημοσίου να «διασπείρει έντεχνα» το ίδιο νομικό ζήτημα σε περισσότερα δικαστήρια, με «πραγματικό κίνδυνο» να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις. Ας σημειωθεί, ότι οι αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κινήθηκαν στο ίδιο πνεύμα αιτιολογίας με τις αντίστοιχες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μη περιέχοντας δυσμενείς νομικές ή ηθικές κρίσεις για τη Μονή, αποδεχόμενες ότι η απόφαση για τις ανταλλαγές οφειλόταν σε κυβερνητική βούληση.

4. Παραβλέποντας τα επιμέρους πολύπλοκα νομικά ζητήματα που είναι δύσκολο να γίνουν ευρύτερα κατανοητά, ιδιαιτέρως αξίζει να σταθούμε στο ζήτημα του προβαλλόμενου νομικού χαρακτήρα της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων ως «κοινόχρηστων πραγμάτων». Κατά το Δημόσιο, λοιπόν, ως «μεγάλη» Λίμνη η Βιστωνίδα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κυριότητας από ιδιώτη, ενώ ως κοινόχρηστη αποτελεί «πράγμα εκτός συναλλαγής» και άρα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί.

Ωστόσο, κρίθηκε δικαστικά ότι το γεγονός ότι η Βιστωνίδα αποτελεί μια «μεγάλη λίμνη» κατά την εμπειρική πραγματικότητα και σύμφωνα με την κοινή λογική του μέσου ανθρώπου, είναι ένας ισχυρισμός απλώς ευλογοφανής, που καλλιεργεί εντυπώσεις στην κοινή γνώμη.

Αντιθέτως, οι εκπρόσωποι και φορείς της Μονής δεν είχαν λόγο να τη θεωρούν «κοινόχρηστη», αφού την πεποίθησή τους στην ιδιωτική τους κυριότητα επί της λίμνης αντλούσαν από μία μακρά σειρά ιστορικο – νομικών εγγράφων, θεμελιωτικών κατά τους ίδιους των εμπράγματων δικαιωμάτων τους [π.χ χρυσόβουλλος λόγος του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου (έτους 1356)], που παραχώρησε τη λίμνη στη Μονή, λοιπά πατριαρχικά σιγίλια και επίσημα δημόσια έγγραφα της ελληνικής Πολιτείας – αποφάσεις αρμόδιων πολιτικών αρχών].

Άρα, δεν συνέτρεχε δόλος εκ μέρους της Μονής, αλλά μία σταθερή πεποίθηση περί του ιδιοκτησιακού της δικαιώματος, όπως αποδεικνυόταν από το γεγονός ότι οι μοναχοί, με βάση τους πιο πάνω τίτλους, διεκδικούσαν επί εκατό περίπου χρόνια τα επίδικα, με μακρά σειρά δικαστικών και εξώδικων ενεργειών, χωρίς ποτέ να παρεκκλίνουν από τη δεδομένη βούλησή τους ότι η Μονή είναι κυρία των επιδίκων.

5. Περαιτέρω οι εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις απέρριψαν τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι οι εκπρόσωποι της Μονής με προτροπές και παραινέσεις προς τα μέλη της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, κατάφεραν να πετύχουν τη χαριστική ανταλλαγή της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων, με συγκεκριμένα δημόσια ακίνητα. Ένας τέτοιος ισχυρισμός, όπως είναι προφανές, προσβάλλει την κοινή νοημοσύνη, εφόσον θεωρεί ότι οι εκπρόσωποι της Μονής εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια ή απειρία των υπαλλήλων του Δημοσίου, στοιχεία που όμως θα έπρεπε εν προκειμένω να συντρέξουν, όπως απαιτούν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί άκυρων, ως καταπλεονεκτικών, δικαιοπραξιών

6. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η ανταλλαγή προσκρούει στα χρηστά ήθη, λόγω υπέρμετρης δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής σε βάρος του Δημοσίου (: μικρή αξία της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων, έναντι δυσανάλογα μεγάλης αξίας των ανταλλαγέντων ακινήτων), τα δικαστήρια δέχτηκαν ότι, ακόμη και εάν τα περιστατικά που αναφέρει το ενάγον Δημόσιο είναι αληθή, σε καμία περίπτωση δεν υφίσταται φανερή δυσαναλογία μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών από την στιγμή που τα συμβαλλόμενα μέρη, στο πλαίσιο της συμβατικής τους ελευθερίας και χωρίς, μάλιστα, να γίνεται επίκληση περιστατικών νόθευσης της βούλησής τους, δήλωσαν κατά την κατάρτιση των συμβολαίων ότι τα προς ανταλλαγή ακίνητα είναι ισάξια. Κρίσιμο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται από τις αποφάσεις αποτελεί το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις της αξίας των ακινήτων έλαβαν χώρα από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, δηλαδή από υπηρεσία του Δημοσίου και ακόμη ότι η Μονή κατέβαλε ένα χρηματικό ποσό, ώστε να επιτευχθεί ο απόλυτος ισοσκελισμός και το ισάξιο της ανταλλαγής.

7. Όσον και εάν ακούγεται υπερβολικό και παράλογο θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Δημόσιο ζήτησε να του επιδικαστεί αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, προβάλλοντας ότι οι ενέργειες της Μονής το ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια. Τα Δικαστήρια όμως διατύπωσαν την εύστοχη απορία περί του κατά πόσο μπορεί να νοηθεί «παραπλάνηση του Δημοσίου» ως προς την ίδια την ιδιοκτησία του.

8. Απορίες, ωστόσο, μπορούν να διατυπωθούν και από πλευράς μας για τη γενικότερη αντιφατική τακτική του Δημοσίου : επιδόθηκε μεν αυτό, λίαν οψίμως, σε πολλαπλούς δικαστικούς αγώνες για την προάσπιση των δικαιωμάτων του (τούτο άλλωστε είναι το καθήκον του), απέδωσε ωστόσο χωρίς ίχνος αυτοκριτικής την ευθύνη για τη δική του γνωστή αβελτηρία στην ίδια τη Μονή, η οποία όμως, σταθερή πάντοτε στις αποφάσεις της, ουδέποτε έπαψε να ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα της ανήκαν, εδώ μάλιστα και πολλούς αιώνες. Εν προκειμένω, ας μη λησμονείται ότι, πριν το Δημόσιο αρχίσει τους επιθετικούς δικαστικούς αγώνες, δικές του νομικές υπηρεσίες είχαν ρητώς αναγνωρίσει τα εμπράγματα δικαιώματα της Μονής Βατοπαιδίου στα διαφιλονικούμενα.

Ενδεικτικώς, λοιπόν, παραθέτουμε τα εξής :

▪ Γνωμοδότηση 26/3-12-1998 του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας (άρθ. 90 Π.Δ. 284/1988): τάσσεται «υπέρ μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της νησίδας Αντά – Μπουρού περιοχής λίμνης Βιστωνίδας Ν. Ξάνθης». Η γνωμοδότηση έγινε αποδεκτή με την ΥΑ (Οικονομικών) 100690/610/Α0010/5-2-1999 [μνημονεύεται και στην ΥΑ (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Οικονομίας και Οικονομικών) 16651/26-7-2006].

▪ Γνωμοδότηση 17/18-7-2002 του ίδιου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας: γνωμοδοτεί «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των τοπογραφημένων παραλιμνίων εκτάσεων εμβαδού 25.000 στρεμμάτων και των δύο νησίδων Αγίου Νικολάου και Παναγίας Παντανάσσης στη λίμνη Μπουρού Ν. Ξάνθης, ανηκουσών τούτων εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, όπως αυτές απεικονίζονται στο από 12-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Β.». Η Γνωμοδότηση έγινε αποδεκτή με την ΥΑ (Οικονομικών) 1064.538/5928/Α0010/5-8-2002 [μνημονεύεται και στην ΥΑ (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Οικονομίας και Οικονομικών) 16651/26-7-2006].

▪ Γνωμοδότηση 46/28-11-2002 του ίδιου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας: γνωμοδοτεί «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας (ή λίμνης Μπουρού – Ιχθυοτροφείο Αγίων Θεοδώρων – σημερινό Αγίου Νικολάου – Νταλιάνη) των οχθών αυτής στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όποιας έκτασης και αν είναι αυτή, ανηκούσης εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου». Η Γνωμοδότηση έγινε αποδεκτή με την ΥΑ (Οικονομικών) 1051266/10611/Α0010/ΠΕ/4-6-2002 [μνημονεύεται και στην ΥΑ (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Οικονομίας και Οικονομικών) 16651/26-7-2006].

▪ Γνωμοδότηση 26/20-5-2004 του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών: «… 10. Θέμα παραγραφής των δικαιωμάτων της Μονής Βατοπαιδίου στην ως άνω λίμνη και παραλίμνιες εκτάσεις της, δεν δύναται να τεθεί…».

Κατόπιν των ανωτέρω, νομίζουμε ότι τα σχόλια περιττεύουν…

Tagged: