Με τη βάπτιση του Ιησού Χριστού στον ποταμό Ιορδάνη, το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας από την καταδυνάστευση του κακού εισέρχεται στην τελική του φάση. Η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στον κόσμο τη στιγμή που ο Ιησούς μπαίνει στα νερά του ποταμού σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας ευκαιρίας για τον άνθρωπο να επιστρέψει στον Θεό και να ανακτήσει όσα έχασε με την απομάκρυνσή του από αυτόν.

Η τοποθέτηση της γιορτής των Θεοφανίων στην αρχή του νέου έτους έρχεται να υπενθυμίσει σε κάθε χριστιανό ότι η δεύτερη αυτή ευκαιρία παραμένει σε ισχύ για τον καθένα. Όμως ο Θεός δεν περιορίζεται στο να απευθύνει απλώς μια πρόσκληση στον άνθρωπο, αλλά φροντίζει να τον εφοδιάσει και με τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να αποδεχτεί την πρόσκληση του Θεού και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της. Σ᾽ αυτήν την προσφορά του Θεού προς τον άνθρωπο αναφέρεται το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά τη γιορτή των Θεοφανίων που προέρχεται από την Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή του αποστόλου Παύλου (4:7-13).

Σύμφωνα με το κείμενο, ο Χριστός «σε άλλους έδωσε το χάρισμα του αποστόλου, σε άλλους του προφήτη, σε άλλους του ευαγγελιστή και σ’ άλλους του ποιμένα και δασκάλου, για να καταρτίζουν τους πιστούς για το έργο της διακονίας, ώστε να οικοδομείται το σώμα του Χριστού, ώσπου να καταλήξουμε όλοι στην ενότητα που δίνει η πίστη και η βαθιά γνώση του Υιού του Θεού, να γίνουμε ώριμοι και να φτάσουμε στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός» (11-13).

Από το σύνολο των χαρισμάτων με τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω περικοπή, ο Θεός πλουτίζει την Εκκλησία του, το πιο εντυπωσιακό είναι αναμφίβολα αυτό της προφητείας. Αυτός είναι και ο λόγος που τόσο εδώ όσο και στον κατάλογο των χαρισματούχων της πρώτης Εκκλησίας που παρατίθενται στο Α´ Κο 12:28-29 οι προφήτες αναφέρονται πάντοτε στη δεύτερη θέση μετά τους αποστόλους. Όπως όμως συμβαίνει με όλα τα εντυπωσιακά πράγματα, η προσέγγισή τους πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς συμβαίνει συχνά η εντύπωση που αυτά προκαλούν να συσκοτίζει το πραγματικό ή το βαθύτερο νόημά τους. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τις προφητείες, καθώς η αγωνία του ανθρώπου για να γνωρίσει το μέλλον και η ανασφάλεια πολύ συχνά τον καθιστούν εύπιστο και ευάλωτο σε διάφορους επιτήδειους που είναι έτοιμοι να εκμεταλλευτούν αυτήν την ανάγκη του.

Η τοποθέτηση όμως των προφητών από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης δίπλα στους αποστόλους και μάλιστα πάνω από τους ευαγγελιστές και τους ποιμένες της Εκκλησίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτοί επιτελούσαν ένα ανάλογο με εκείνους και εξίσου σπουδαίο έργο. Αυτό οδηγεί επίσης τη σκέψη ότι ο προφήτης, όπως τον εννοεί η Γραφή, δεν μπορεί να είναι ένα μέντιουμ, ένας μάντης, αλλά φορέας του Πνεύματος του Θεού. Προφήτης κατά συνέπεια δεν είναι αυτός που διαθέτει κάποιες υπερφυσικές ή μαγικές δυνάμεις, ώστε να προβλέπει το μέλλον, αλλά κάποιος ο οποίος φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα βλέπει πέρα από το παρόν και αναγνωρίζει το σχέδιο του Θεού μέσα στην Ιστορία.

Σ’ αυτό ακριβώς διαφοροποιείται ο προφήτης από τον μάντη. Ο προφήτης δεν βασίζεται σε κάποιες ιδιαίτερες δυνάμεις του αλλά στον αγώνα του να κατανοήσει το σχέδιο του Θεού. Αυτός άλλωστε ήταν και ο αγώνας όλων των μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας το παράπονο του Θεού από τον λαό του στην πρώτη προφητεία με την οποία αρχίζει το βιβλίο του: «Το βόδι γνωρίζει τον αφέντη του και το γαϊδούρι το παχνί εκείνου που το ορίζει· ο Ισραήλ όμως δεν με γνωρίζει, ο λαός δεν με κατανοεί» (Ησα 1:3). Η γνώση του Θεού ως προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας αληθινής σχέσης μαζί του και για τη σωτηρία περιέχεται και στην τελευταία προσευχή του Ιησού προς τον Πατέρα του: «Να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιωα 17:3).

Γνώση όμως του Θεού δεν σημαίνει απλώς μια καλή θεολογική κατάρτιση, μια γνώση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, αλλά την ικανότητα να κατανοήσει κανείς το ευρύτερο σχέδιο της θείας οικονομίας, το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου και να εντάξει την καθημερινότητά του μέσα σ᾽ αυτό. Τότε τα γεγονότα της καθημερινότητας αποκτούν μια εντελώς άλλη διάσταση, και τότε βλέπει κανείς τα πράγματα διαφορετικά και σε διαστάσεις που προηγουμένως δεν είχε ποτέ φανταστεί. Τότε ο κάθε πιστός γίνεται προφήτης, ακριβώς όπως το είχε ευχηθεί κάποτε ο προφήτης Μωυσής (Αρι 11:25-29) και το οραματίστηκε ο προφήτης Ιωήλ (3:1-2).

Η προφητεία, λοιπόν, δεν είναι ένα έκτακτο ή εκστατικό γεγονός που συμβαίνει κάτω από περίεργες ή μυστικιστικές συνθήκες και τελετές, αλλά ουσιαστικό στοιχείο της πνευματικότητας του χριστιανού. Κάποτε μια ομάδα Γερμανών προσκυνητών επισκέφτηκε το Άγιον Όρος με μια διάθεση όχι τουριστική, αλλά μαθησιακή. Συναντήθηκαν με έναν μοναχό που γνώριζε αγγλικά και άρχισαν να τον ρωτούν διάφορα πράγματα για την ορθοδοξία και τη μοναχική ζωή. Κάποια στιγμή η συζήτηση έφτασε και σε θέματα επικαιρότητας. Ο μοναχός δεν άλλαξε ούτε ύφος ούτε τρόπο ομιλίας. Συνέχισε να απαντάει με την ίδια ευθύτητα και βεβαιότητα όπως και προηγουμένως. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στους συνομιλητές του και κάποιος τον ρώτησε αν διαβάζει καθημερινά εφημερίδες ώστε να μπορεί με τόση άνεση να συζητάει για θέματα τρέχουσας επικαιρότητας. Η έκπληξη των συνομιλητών του έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν ο μοναχός τους πληροφόρησε ότι στο μοναστήρι δεν υπάρχουν εφημερίδες, οπότε τον ρώτησαν από πού αντλεί την ενημέρωσή του. Η απάντηση του μοναχού τους άφησε άναυδους. «Είναι απλό» τους είπε. «Οι προσκυνητές μας μεταφέρουν κάποιες πληροφορίες από τον έξω κόσμο, οπότε εμείς κατανοούμε το τι συμβαίνει». «We understand what is going on» ήταν η ακριβής απάντηση που συνοψίζει αυτό που θα αποκαλούσε κανείς ορθόδοξη πνευματικότητα.

Είναι λάθος να φαντάζεται κανείς τον προφήτη σαν έναν άνθρωπο που κηρύττει με απλανές βλέμμα και λέει περίεργες και γριφώδεις φράσεις για πράγματα που θα συμβούν στο μέλλον. Οι προφητείες του αληθινού προφήτη δεν αποτελούν αυτοσκοπό αλλά προτροπές για να μπορέσουν οι πιστοί να αποκτήσουν μια άλλη θεώρηση του κόσμου· ότι ο κόσμος δεν είναι μόνον αυτή η μίζερη καθημερινότητα που βλέπει κανείς μπροστά του και αντιμετωπίζει, αλλά ο κόσμος έχει έναν σκοπό και ένα μέλλον που βρίσκεται πέρα από τα όρια του παρόντος κόσμου και καταλήγει στη Βασιλεία του Θεού.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: