Τό σκηνικό τῆς διακοινωνούμενης ἐπικαιρότητας γέμισε ἀπό προκλήσεις, βαρύτερες κι ἀπό
τήν κρίση πού μᾶς περισφίγγει. Οἱ ἀγωνίες πολεμοῦν ἀσυμβίβαστα τίς ὑπομονές μας. Μέσα στό
ἐθνικό καί τό περιφερειακό σκηνικό τῶν ἐντάσεων, ἀκόμη καί οἱ καθημερινές ἐναλλαγές τῆς ζωῆς
μεταξύ χαρούμενων καί θλιβερῶν μεθορίων τρέχουν ἀσταμάτητα, τόσο βιαστικά, πού δέν
προφταίνουμε νά τίς ζήσουμε. Τά θλιβερά πάντως εἶναι κατά κανόνα δραματικότερα, αὐτό δέν εἶναι
νέα ἀνακάλυψη. Ἀπό πολύ παλιά ὁ πολύπαθος ψαλμωδός ἐξομολογεῖται τήν προτεραιότητα τοῦ
λιγοστοῦ καί πονεμένου χρόνου τῆς ζωῆς του. Καί πρός τά δικά μας χρόνια, ὅσοι ἔχουν διαδράμει
τίς περισσότερες δεκαετίες τοῦ παριππεύσαντος αἰώνα, ἀπό πείρα, δικαιώνουν τόν προφήτη.

Εὐτυχῶς πού δέν μᾶς ἀπέλιπαν καί οἱ νηφάλιοι ἐκτιμητές τῆς ἐλπίδας, πού ὁμιλοῦν γιά καταξίωση
τῆς ζωῆς μέ τήν καθημερινή βιωματική κοινωνία τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας ἤ τήν ἀπαξίωση τῆς
ζωῆς μέ τήν ἀμνημοσύνη τους. Ἡ μέθεξη τοῦ ζῶντος Θεοῦ, μέ ἄφθαστη πραΰτητα σοφίας, ἀξιοποιεῖ
ἀκόμη καί τούς ἀνταγωνισμούς τῶν μεταλλάξεων μεταξύ κλαυθμῶν καί χαρμοσύνης. Δίνει
προτεραιότητα στόν ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρωπότητα ὡς ἀποδέκτη τῆς περί αὐτόν καί περί πάντας
μακρόθυμης κι εὐεργετικῆς θείας πρόνοιας. Καθοδηγώντας πρός τό ἀνεξάντλητο μεθεκτό μυστήριο
τοῦ Κυρίου, πού τό αἰσθητοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία.

Ἀναμετρηθήκαμε πρόσφατα μέ δύο τέτοιες ὁριακές συγκυρίες στή μητροπολιτική μας ἐπαρχία.

Ἀπό τή μιά ἡ χαρά πού ἐπιδοτεῖ ἡ ζήση τῆς ζωῆς. Κι ἀπό τήν ἄλλη τό πένθος γιά τήν κάθετη τομή
της πρός τά ἐπέκεινα.

Ἀπό τή μιά, ἐπιδοτήσαμε τίς ποιμαντικές μας ἀντοχές μέ μιά χαρμόσυνη συνάντηση τῶν
οἰκογενειῶν τῶν στελεχῶν μας. Κυρίως τῶν στελεχῶν κατασκήνωσης τῶν παιδιῶν καί τῶν
κοριτσιῶν τῆς ἐπαρχίας μας τῆς περασμένης χρονιᾶς. Ἦταν ἄλλη μιά ἀπό τίς καθιερωμένες
συναντήσεις ἀνανέωσης διαθέσεων καί δεσμεύσεων ἐθελοντικῆς προσφορᾶς. Στή φιλόξενη καί
πολλά εὐρύχωρη ἐνοριακή αἴθουσα τῆς Παναγίας-Ἄξιόν Ἐστι Ἀξιουπόλεως. Γονεῖς καί παιδιά, μαζί
καί ἱερεῖς μας, μᾶς περιέβαλαν μέ διάχυτη τήν κοινωνούμενη αἴσθηση τοῦ κοινοῦ στόχου. Συνέχεια
τῶν ἐκκλησιασμῶν κατ᾽ ἐνορία, μέ τούς γονεῖς καί τά παιδιά νά τήν ζοῦν ὡς δική τους πνευματική
οἰκογένεια καί χωροθεσία ἀλληλοπροσφορᾶς.

Ἦταν κι αὐτό μιά κοινή ἀνάσα ἀναψυχῆς, μιά συμπλήρωση τῶν λοιπῶν ἐνοριακῶν
διοργανώσεων “ἐπιδότησης” τῆς ἐλπίδας (ὅσο κι ἄν ἀπομειώνεται ἀπελπιστικά στίς μέρες μας).

Πάντως, ὅλοι μαζί μποροῦμε νά στηριχθοῦμε μέ τή δαψιλία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ μας, νά
ξαναγίνουμε γενναῖοι στό ἀνυπόμονο “δοῦναι” τῆς ψυχῆς μας, αὐτό πού οἱ Ἅγιοι τῶν χρόνων μας τό
ὀνόμασαν “φιλότιμο”.

Πόσο ὅμως νά κρατοῦσε ἡ χαρμόσυνη ἐκδοχή τῆς δύστηνης ἐπικαιρότητας; Ἔπρεπε ν᾽
ἀποδείξουμε ὅτι μάθαμε πολύ καλά τό “δόξα σοι ὁ Θεός” ἀκόμη καί γιά τόν πόνο μας. Μᾶς
χρειάστηκε, καθώς συνοδεύσαμε ἕναν ἄνθρωπό μας στήν ἔσχατη ἀγωνία τῶν πόνων του πρίν ἀπό
τήν ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή. Ἔφυγε εἰρηνικός, ἄν καί πολυβασανισμένος ἀπό τήν ἡπατική
ἐγκεφαλοπάθεια. Χρόνια παπάς στήν ἐπαρχία μας, σέ μιά ἀπό τίς πιό ἀπόμακρες ἐνορίες, στό
βλαχοχώρι τῆς μαρτυρικῆς Κούπας, πιό πέρα ἀπό τό γνωστό Σκρᾶ, μέ τήν αἱματηρή
ἀπελευθέρωσή τους πρίν 100 χρόνια. Ἡ Κούπα γνώρισε ἐπανειλημμένες καταστροφές, μά δέν
ἔσβησε. Ἔπρεπε νά τῆς προσφέρει τά ἐσώψυχά του κι ὁ μακαρίτης ὁ παπα-Ἀναστάσης Ἀγγούρας,
χειροτονία τοῦ μητροπολίτου Πολυανῆς & Κιλκισίου καί ἔπειτα Παροναξίας κυροῦ Ἀμβροσίου.

Κόσμος πολύς ἀψήφησε τή μακρά διαδρομή μέχρι τό ἀπόμερο χωριό, γέμισε τήν Ἐκκλησία τῆς
Παναγίας μέσα κι ἀπ᾽ ἔξω τήν αὐλή καί τόν πλατύ περίγυρο, πού ἐπί χρόνια τά καλλώπιζε ὁ
ἀκάματος παπα-Ἀναστάσης. Ὁλόγυρά μου ἀρκετοί ἱερεῖς μέ τούς διακόνους, ἡ πρεσβυτέρα
Ἀναστασία, τά παιδιά, τά ἐγγόνια, τά δισέγγονα τοῦ παπούλη, ὅλοι συμμετεῖχαν συνευχόμενοι στή
μακρά ἐξόδιο Ἀκολουθία, στό τελευταῖο ἐπίγειο κήρυγμα τοῦ σεμνοῦ λευΐτη. Τοῦ χρωστούσαμε
πάρα πολλά. Ὅταν φθάσαμε στά 1991 στή Γουμένισσα, ὥριμος καί σεμνοπρεπής ―ὅπως οἱ παλιοί
μας ἱερεῖς― εἶχε σχεδόν ὁλοκληρώσει τό ἔργο του. Ζοῦσε στό χωριό καί ζοῦσε μέ τή λειτουργική
ἀναφορά καί τήν ἐφημεριακή προσανάλωση. Εἶχε παραλάβει μιά μεταβυζαντινή μικρή ἐκκλησία,
κάθυγρη, μέ τή βορινή πλευρά κολλημένη στά βράχια. Ὅταν ἔβρεχε (καί τότε ἔβρεχε συχνά καί
δυνατά), ἡ Ἐκκλησία τῆς Παναγίας γέμιζε νερά. Ὁ π. Ἀναστάσιος πήγαινε ἀπό τή νύχτα, ἄδειαζε μέ
κουβάδες τά νερά, ἄναβε τήν μικρή σκουριασμένη θερμάστρα, ἑτοιμαζόταν γιά τή λειτουργία,
τέλειωνε τήν Προσκομιδή καί ἔπειτα ἔκανε καί τόν παπά καί τόν ψάλτη. Ὥσπου μεγάλωσε ὁ γιός του
καί τόν βοηθοῦσε.

(ἀπό σύναξη ἐφημερίων καί ἐπιτρόπων, ἐνοριακή αἴθουσα Ἀξιουπόλεως, 2011)

(παρεστώς στήν ἐπιμνημόσυνη Δέηση στό Ἡρῷο τοῦ Σκρᾶ, 2011)

Φρόντισε λοιπόν καί κατασκεύασε ξυλόστεγο ὑπόστεγο, μετέφερε ἀπέξω τά κεριά,
κατασκεύασε καμπαναριό καί ἄλλους βοηθητικούς χώρους. Ἀλλά τό σημαντικότερο ἦταν ὅτι ἔσπασε
τά βράχια καί ἐλευθέρωσε τό βορινό τοιχεῖο τοῦ ναοῦ. Μάλιστα, τότε ἦταν πού βρῆκαν στόν τοῖχο
καί ἕνα μεγάλο βλῆμμα ἀπό τόν Α΄ Π.Π., χωρίς νά ἔχει ἐκραγεῖ! Ἡ Παναγία μας φύλαξε, καί ἔτσι δέν
γκρεμίστηκε ὁ ναός της, τό λατρευτικό κέντρο ἀναφορᾶς, συνοχῆς καί συναδέλφωσης τῆς Κούπας.
Στό τέλος τῆς προβλεπόμενης Ἀκολουθίας γιά ἱερεῖς, θέλησα νά μνημονεύσω τά καίρια
στιγμιότυπα τῆς ζωῆς του, σάν ἀρχιερατική ἀνθρώπινη κραυγή δεήσεως πρός τόν “μόνον
δυνάμενον σώζειν” καί τήν πολυεύσπλαχνη Μητέρα Του καί κατά χάριν Μητέρα μας, ὑπέρ τοῦ
κοιμηθέντος καί ἐπ᾽ ὠφελείᾳ τῶν πιστῶν. Ἀξιοσημείωτο μάλιστα πώς μεταξύ τῶν ἱερέων ἦταν καί ὁ
π. Ἐμμανουήλ Λεβαντής, μέ πρεσβυτέρα του μία ἀπό τίς ἐγγονές τοῦ π. Ἀναστασίου. Κι ἐκεῖνος
μαζί μέ τούς συμμετέχοντες ἱερεῖς μετέφεραν τό φέρετρο μέ τό σκήνωμα τοῦ προπεμπομένου

γέροντος μέχρι τόν τάφο ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Ἡ ἥρεμη καί πραεία μορφή του ἀποτύπωνε τό
μυστήριο τῆς ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου κοιμήσεώς του.
Πρέπει νά παραθέσω τήν ἐπικήδεια μνημοσύνη, σάν δίδαγμα ποιμαντικῆς ἀπό τή ζωή καί τό
παράδειγμα θυσίας ἑνός ὀλιγογράμματου ἀκρίτα ἱερέα μας.

***

«Δόξα τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ἑνιαίᾳ καί τρισυποστάτῳ θεότητι, γιά τήν
εὐλογία τήν σημερινή, ὑπέρ ἑνός ἱερέως. Ἐκοιμήθη τόν ἔσχατο ἐπί γῆς ὕπνο τοῦ ὄντως δικαίου
ἄλλος ἕνας σώφρων καί ταπεινός, φιλάγαθος καί φιλόθεος “ἱερεύς τῶν μυστηρίων τῶν
πνευματικῶν”. Ἐκοιμήθη ἀναμεσῆς τῶν ἑορτῶν δύο μεγάλων λειτουργῶν τῆς θεολογίας καί
θεολόγων τῆς ἱερουργίας: τοῦ θεολόγου Γρηγορίου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ταπεινός παπάς
μας θεολόγησε τόν Χριστό μας μέ τήν ἱερατική του καί ποιμαντική παρουσία, ἀκοίμητος καί
ἀκάματος. Ὑπηρέτησε ἐφημεριακά τό ἐκκλησιαστικό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας μέ τίς
λειτουργίες καί τήν ἔκδηλη λαχτάρα τῆς συχνῆς θείας κοινωνίας ὥς τό Ἀμήν τοῦ βίου του, μέ τό
μόνιμο ἐκκλησιασμό τοῦ ἐνοριακοῦ σώματος, μέ τήν ὅλη ἱερατική του σεμνότητα καί τήν ἀκάματη
ἀκεραιότητα.

»Ἡ ἱερατική του παρουσία καί ἡ ἐφημεριακή του προσφορά ἦταν τό καλύτερο κήρυγμα γιά τήν
ἐκκλησιαστική ἀποκάλυψη τοῦ ζῶντος καί ἀληθινοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό ἀποδεικνύεται ἀπό τό λατρευτικό
φρόνημα καί ἦθος τῶν εὐλογημένων παιδιῶν καί τῶν ἐγγονῶν καί τῶν δισεγγόνων του (αὐτῆς τῆς
ἄριστα δομημένης ἱερατικῆς πρωτο-οικογένειας), μαζί μέ τήν εὐρύτερη ἐνοριακή οἰκογένεια τῆς
Κούπας. Σεμνότητα καί χαρά καί ἀδελφοσύνη, πίστη καί πραότητα καί καλοσύνη, λειτουργημένη
ζωή καί συμμετοχή: τό σεμνολαλοῦν οἱ οἰκογενεῖς του καί τό βροντολαλοῦν ὅλοι οἱ ἐνορίτες του.

“Χόρτασαν Ἐκκλησία”, “κοινώνησαν τό Χριστό”, χάρη στή διακονία τοῦ αἰδεσιμωτάτου Ἀναστασίου
Ἀγγούρα, τοῦ παπᾶ τους, τοῦ παπᾶ μας. Στή βιογραφία του ἀποθαυμάζουμε μιάν ἔκφραση τῆς
ἅγιας πρόνοιας τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς Παναγίας μας, γιά κεῖνον καί γιά τόν τόπο τοῦτο τό
χιλιοβασανισμένο.

»Ὁ παπα-Ἀναστάσης γεννήθηκε στήν Κούπα τό 1929 καί ἦταν ἕνας ἀπό τά (6) παιδιά τῆς
πολυμελοῦς τότε οἰκογένειας (τρία ἀγόρια καί τρία κορίτσια). Καί ἡ εὐλογημένη πρεσβυτέρα του
Ἀναστασία γεννήθηκε τό 1931 πάλι ἐδῶ στήν Κούπα, μία ἀπό (6) παιδιά (τρία ἀγόρια καί τρία
κορίτσια)! Στό βάπτισμα τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας, στό βάπτισμα τῆς σταυρο-αναστάσεως,
πῆραν καί οἱ δύο τό ἴδιο χαρμόσυνο ὄνομα: Ἀναστάσιος-Ἀναστασία.

»Ἡ ζωή τους (ὅπως καί ὅλου ἐδῶ τοῦ χωριοῦ, καί ὅλων τῶν συνοριακῶν χωριῶν) δέν ἦταν
ἄνετη. Ὅλη του ἡ ζωή (καί ἡ ἱερατική ἀργότερα) πέρασε μέ δυσκολίες, μέσα στό ἱερό πεῖσμα τοῦ
ἱδρώτα καί τοῦ ἀγώνα, τῶν κινδύνων καί τῶν στερήσεων (πού, ὅμως, ἀντί νά γενήσουν ἀπό τά
βάσανα βαριεστημάρα, πείσμωσαν τούς ἀνθρώπους καί τούς μεταποίησαν σέ ἀκμαίους καί
δημιουργικούς, γενναίους καί τολμηρούς). Γονάτιζαν μέ εὐλάβεια στό Θεό, μά δέν γονάτιζαν στίς πιό κοπιώδεις συνθῆκες ἐπιβίωσης καί στίς πιό ὁριακές συγκυρίες τῆς ἱστορίας. Δίδαγμα λεβεντιᾶς
ἔμπρακτο γιά ὅλους μας.

»Ἀπό παιδάκι ὁ ᾽Αναστάσης (ὅπως καί ὅλοι τότε) ζυμώθηκε μέ τίς κινδυνώδεις δυσκολίες.
Ἦταν μικρό παιδί στήν Α΄ Δημοτικοῦ (ὅπως τό ἀφηγεῖτο ὁ ἴδιος), καί βοηθοῦσε τόν παπποῦ του στό
ὄργωμα μέ ξύλινο ἀλέτρι, μιά πολύ δύσκολη καί κοπιώδη ἐργασία. Παιδάκι ἀκόμη, βρέθηκε στή δίνη
τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ἀντάρτες ἀπό τή Σερβία κατέβαιναν πρός τά μέρη τοῦ Ἀρχαγγέλου καί
συνεργάζονταν μέ τούς δικούς μας. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, τά πάντα τά εἶχαν καταλάβει καί εἶχαν
ὀργανώσει φυλάκια καί πολυβολεῖα οἱ Βούλγαροι μέ τούς Γερμανούς. Στό σπίτι τους εἶχαν ἕνα
μουλάρι καί ἀνέθεσαν στό μικρό Ἀναστάση νά μεταφέρει ἕναν τραυματία ξένο στόν Ἀρχάγγελο. Ἡ
διαδρομή στό βουνό περνοῦσε κάτω ἀπό τή “μύτη” τῶν Γερμανοβουλγάρων, καί τό μουλάρι τους
εἶχε τό συνήθειο νά τινάζει τό κεφάλι του πρός τά πάνω-πίσω καί νά ρίχνει τό φορτίο ἤ τόν ἐπιβάτη.

Ἄν γινόταν κάτι τέτοιο, πῶς θά ἀνέβαζε τόν ἄρρωστο πάνω στό ζῶο μόνο του ἕνα παιδί; Ἄν τούς
ἔπαιρναν εἴδηση οἱ ἀντίπαλοι, τό ἴδιο ἀποτέλεσμα, δέν θά γύριζε ζωντανός στό χωριό. Φύλαξε ὁ
Θεός, καί ἔφθασε στόν προορισμό του, ἀποβίβασε τόν τραυματία/ἄρρωστο, καί ξαναγύρισε στό
χωριό. Τό 1946 ἀναγκαστικά ὅλο τό χωριό μετοίκησε στό Σκρᾶ καί ὕστερα στόν Ἄσπρο, γιά
τέσσερα χρόνια. Γυρίζοντας τό 1950, βρῆκαν τά σπίτια τους κατεστραμμένα καί καμένα. Ζοῦσαν σέ
πρόχειρες κατασκευές ἀπό λαμαρίνες.

»Τό 1952 ὁ Ἀναστάσης στρατεύτηκε γιά 2,5 χρόνια. Ἐπιστρέφοντας νυμφεύθηκε τήν
Ἀναστασία τό 1954. Ἦταν ἄτεκνοι καί μέ θαῦμα τῆς Παναγίας ἐδῶ στήν Κούπα ἀπέκτησαν τό
πρῶτό τους παιδί, καί ἄλλα δύο μετέπειτα! Ἀγρυπνοῦσαν ἔξω ἀπό τό ναό τῆς Κοιμήσεως, τή
Μεγάλη Παρασκευή τό βράδυ, ἡ μετέπειτα πρεσβυτέρα Ἀναστασία μαζί μέ ἄλλες γυναῖκες καί
ἀξιώθηκε νά εὐλογηθεῖ ἀπό τήν Παναγία μας. Τό εἶδε ὁλοκάθαρα ἡ κουνιάδα της, ἡ ἀδελφή τοῦ
Ἀναστασίου, τοῦ παπα-Ἀναστάση μας: μιά γυναίκα μεγαλόπρεπη εὐλόγησε τή νύφη της, γιά νά γίνει
πρῶτα μάνα φυσικῶν παιδιῶν καί ἀργότερα μάνα πολλαπλάσιων ἐκκλησιαστικῶν παιδιῶν. Τό 1970
ἐπί μακαριστοῦ Χαρίτωνος ἔγινε μιά πρώτη κρούση στόν Ἀναστάσιο, γιά νά ἱερωθεῖ καί νά φροντίσει
τό χωριό. Δέν τελεσφόρησε. Οἱ ἄνθρωποι τότε δέν βιάζονταν στήν πιό κρίσιμη βία τῶν ἐπιλογῶν
τους. “Κι ὁ Χριστός βάδιζε ἀργά”.

»Μέχρι τό 1970 ἔμεναν ἀναγκαστικά σέ ἕνα σπίτι παντρεμένα ὅλα τά ἀδέλφια. Δέν εἶχαν δικό
τους οἴκημα, νά φτιάξουν χώρια τό δικό τους σπιτικό. Ἔπρεπε νά τό δημιουργήσουν μόνοι τους, καί
γι᾽ αὐτό ὁ Ἀναστάσης μέ τήν Ἀναστασία μετανάστευσαν στή Γερμανία. Ἐπέστρεψαν γιά λόγους
ὑγείας, καθώς τό κλίμα ἐκεῖ ἦταν ὑγρό. Ἀπασχολήθηκε ἀλλοῦ. Ὅμως, τόν σημάδευε ἡ ὥρα τῆς
δεύτερης κλήσης γιά τό ἅγιο θυσιαστήριο, ἐπί μακαριστοῦ Ἀμβροσίου. Οἱ πάντες στό χωριό
συγκατένευσαν. Καί ὁ φίλεργος Κουπιώτης ἀπό Ἀναστάσης ἀνέβηκε στόν ὑψηλότερο ἀναβαθμό,
τῆς ἱερωσύνης.

»Ἔμεινε γιά πάντα ἐφημέριος τῆς Παναγίας στήν Κούπα. Ἀκόμη κι ὅταν ὁ μητροπολίτης
Ἀμβρόσιος τοῦ πρότεινε τήν καλύτερη ἐνορία τῶν Ριζίων, γιά κάποια ἀναπόδραστη ποιμαντική
ἀνάγκη. «Δέσποτα, οἱ τσέπες τοῦ παπᾶ εἶναι μεγάλες. Ἀλλά δέν γυρεύω νά κουδουνίζουν τά
χρήματα στήν τσέπη μου!» ἀποκρίθηκε μέ σεβασμό κι ἀποφασιστικότητα στόν τότε Ποιμενάρχη.

«Δέν σοῦ ξαναμιλάω γιά μετάθεση» ἀποκρίθηκε κι ὁ μακαρίτης Ἀμβρόσιος. Κι ἄς ἦταν
ὑπολογήσιμες ἐκεῖνες οἱ μεταθέσεις γιά ἕναν ἔγγαμο κληρικό, μέ παιδιά πού θά προτιμοῦσαν ἕνα
πλησιέστερο σταθμό γιά τίς κωμοπόλεις μέ τά μεγαλύτερα ἐκπαιδευτήρια.

»Ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας, ὅπως τήν πρωτοβρῆκε ὁ παπα-Ἀναστάσης, ἦταν μιά ἀποθήκη. Τή
συμμάζεψε, τήν ὀμόρφηνε, τά τακτοποίησε ὅλα. Ὁ κόσμος τό χαιρόταν, “ὑπῆρχαν καί μερικοί νά
δυσαρεστοῦνται ὅπως συμβαίνει παντοῦ” (λόγια πικρῆς πείρας καί παράπονου τοῦ ἰδίου μέχρι τίς
ὁριακές στιγμές τῆς ἀπόληξης). Μαστορεύοντας ὁ ἴδιος, μαθαίνοντας κι ὁ ἴδιος, τή συμμάζεψε τήν
Ἐκκλησία, τή φρόντισε στά ὑδραυλικά, στή συντήρηση τῶν εἰκόνων, στόν ἐξοπλισμό, στά πάντα.

Ἀπέξω ὁ βορεινός τοῖχος ἦταν μέσα στό βουνό, ἔφερνε ὑγρασία καί προπαντός πολλά νερά στίς
συχνές τότε βροχές. Μερίμνησε καί μέ εἰδικό σκαπτικό ἔσπασε τό βουνό, ἀνοίγοντας ἐξωτερική
δίοδο. Μάζεψε τήν πέτρα καί ἔκτισε μιά μικρή αἴθουσα δίπλα στήν Ἐκκλησία, πανέμορφη, ἄριστη
κατασκευή. Ἀπό τή νότια πάλι πλευρά, κατεσκεύασε σκέπαστρο, πλακόστρωσε καί περιέφραξε τόν
αὔλειο χῶρο, ἀνήγειρε κωδωνοστάσιο μέ γραφεῖο ἐφημερίου στό ἰσόγειο, δημιούργησε τήν
ὑποδομή γιά τό ἑορταστικό τραπέζι (κουρμπάνι) τοῦ Δεκαπενταυγούστου. Σέ ὅλα ἐνέπνευσε τόν
ἐθελοντισμό στό χωριό, ἐργαζόμενος ὁ ἴδιος, ἐπιστρατεύοντας καί τήν οἰκογένειά του. Ἡ Ἐκκλησία
τῆς Κούπας ἔγινε ἐργοτάξιο ἐθελοντισμοῦ καί συμμετοχῆς, πού μέχρι σήμερα τό βλέπει κανείς καί τό
χαίρεται.

»Μέ τό λόγο του. Μέ τό ἦθός του. Μέ τήν ἀποφασιστικότητά του. Μέ τό παράδειγμά του.

»Ὁ παπα-Ἀναστάσης πήγαινε ἀπό τή νύχτα, ἔκανε τήν προσκομιδή νωρίς-νωρίς καί ὕστερα
ἔψελνε τά ψαλτικά καί διάβαζε τά παπαδικά, μέχρι τή λειτουργία! Ἀπό κάποια στιγμή κι ἔπειτα περί
τήν ὥρα τῆς λειτουργίας, ἀνέβαινε ὁ γιός του ὁ Τρύφωνας μέ τά παιδιά του ἀπό Ἀξιούπολη καί
βοηθοῦσε. Ἡ καρδιά τῆς ἐνοριακῆς συγκρότησης καί συνοχῆς γιά δεκαετίες λεγόταν καί θά
ἀνιστορεῖται στή συλλογική εὐγνωμοσύνη μέ τό ὄνομα καί τήν παρουσία τήν εὐλογημένη τοῦ παπα-
Ἀναστάση.

»Ὁ Ἀναστάς, “ζωῆς ὁ κυριεύων καί τοῦ θανάτου, οὗ ἐν τῇ χειρί τά σύμπαντα”, ὅρισε καί μᾶς
χάρισε πολλά σημάδια εὐλογίας γιά τόν προπεμπόμενο γηραιό Ἐφημέριό μας. Δέν πρόλαβε νά
κοιμηθεῖ ἐπί γῆς ὁ ἀσθενής παπα-Ἀναστάσης, καί σέ ὅλες τίς Ἐνορίες τελέσθηκε σήμερα ἡ
λειτουργική του μνημόνευση, μέ τήν εὐκαιρία μάλιστα τῆς μετακομιδῆς τοῦ χαριτωμένου λειψάνου
τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Ἑορτή Ἱεραρχικοῦ Ἁγίου Σκηνώματος, καί μετ᾽ αὐτῆς πολυλειτουργική
προπομπή εὐλογημένης ἱερατικῆς ψυχῆς καί κήδευση ἱερατικοῦ τιμίου σκηνώματος. Ἄν αὐτό δέν
εἶναι σημάδι εὐλογίας, τότε τί ἄλλο σηματοδοτεῖ;

»Κι ἐμεῖς, ἀπό τοῦ Ἐπισκόπου μέχρι καί τοῦ ἁπλουστέρου παιδός, τελετουργοῦμε τό ἔσχατο
ἐπί γῆς μυστήριο γιά τόν γέροντα τελετουργό τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Τελοῦμε τό μυστήριο τῆς
κηδείας, τῆς φροντίδος τῆς ἐκκλησιαστικῆς, γιά τόν ἐπί 36 ἔτη (1982-1917) κηδεμόνα μιᾶς
συνοριακῆς ἐνορίας. Καί τόν κατευοδώνουμε μέ κατανυγμένες καρδιές, μέ εὐγνώμονες καρδιές,
στήν “ποθεινή πατρίδα” καί στήν “ἀγήρω μακαριότητα”, ἐκεῖ ὅπου τόν θέλησε ὡς Ἀναστάση ὁ
Ἀναστάς Κύριός μας καί τόν τίμησε ὡς παπα-Ἀναστάση ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

»Δέν τό λησμόνησα, μά τό ἄφησα ὡς τελευταῖο τάλαντο εὐφροσύνης πνευματικῆς. Ἐδῶ στό
Ναό τῆς Παναγίας τῆς Κούπας, ὅπου καί ἐνεικονίζονται καί ψάλλονται ἑορτίως οἱ Μακαρισμοί τῆς
Κυρίας Θεοτόκου (“Αἱ γενεαί πᾶσαι μακαρίζομέν σε, τήν μόνην Θεοτόκον. Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ
ὅροι…”!), ἐδῶ θά ἀναπαύεται τό σκήνωμα ἑνός εὐλαβοῦς λευΐτη. Καί ἡ ψυχή του θά χαίρεται
ψάλλοντας πάλιν καί πολλάκις ἀθεάτως μέ τούς Χαιρετισμούς πρός τήν Ἀειπάρθενο, “ἀκούγοντας”
ἀπ᾽ οὐρανοῦ τήν συμπερίληψη τῆς ἰσόβιας ἀπαντοχῆς του: “Χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων
εὐλαβῶν”!

† Ὁ Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος»

Κείμενα από το γραφείο Τύπου της Ιεράς Μητροπόλεως Γουμενίσσης. Τα κείμενα αυτά δημοσιεύονται χωρίς καμία παρέμβαση από την συντακτική ομάδα του orthodoxia.info

Ετικέτες: