Η Αποστολική περικοπή της Κυριακής αυτής προέρχεται από την Α΄επιστολή του Απ. Παύλου προς τους Κορινθίους και είναι σε νεοελληνική μετάφραση η ακόλουθη:

«Αδελφοί, εμείς είμαστε συνεργάτες στην υπηρεσία του Θεού κι εσείς το χωράφι του Θεού, το οικοδόμημα του Θεού. Σύμφωνα με το ειδικό χάρισμα που μου έδωσε ο Θεός, ως έμπειρος αρχιμάστορας, έβαλα εγώ το θεμέλιο. ‘Αλλος τώρα χτίζει πάνω σ’ αυτό. Ο καθένας όμως ας προσέχει πώς χτίζει. Γιατί κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο εκτός από αυτό που υπάρχει και που είναι ο Ιησούς Χριστός. Τώρα, αν κάποιοι χτίζουν πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο με χρυσάφι ή ασήμι ή πολύτιμα πετράδια, με ξυλεία, χορτάρι ή άχυρο, η δουλειά του καθενός θα φανεί· θα τη φέρει στο φως η ημέρα της κρίσεως. Γιατί η ημέρα αυτή θα φανερωθεί με τρόπο πύρινο, και η ποιότητα του έργου καθενός θα δοκιμαστεί από τη φωτιά. Αν το έργο που έχτισε κάποιος αντέξει, αυτός θα λάβει μισθό· αν όμως το έργο του καταστραφεί από τη φωτιά, αυτός θα χάσει την αμοιβή του· ο ίδιος όμως θα σωθεί, όπως ένας που περνάει μέσα από τις φλόγες. Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού κι ότι το Πνεύμα του κατοικεί ανάμεσά σας; Αν κάποιος, λοιπόν, με τις διαιρέσεις καταστρέφει το ναό του Θεού, αυτόν θα τον αφανίσει ο Θεός. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, κι ο ναός αυτός είστε εσείς» (Α΄Κορ.3,9-17).

Για να καταλάβουμε αυτά που γράφει ο Απ. Παύλος στην περικοπή αυτή, πρέπει να την τοποθετήσουμε στα συμφραζόμενα της επιστολής προς Κορινθίους, ενθυμούμενοι την αποστολική περικοπή της προηγούμενης Κυριακής: Στην Εκκλησία της Κορίνθου δημιουργήθηκαν μερίδες που η κάθε μια διεκδικούσε για τον εαυτό της ως ηγέτη έναν απόστολο (άλλη τον Παύλο, άλλη τον Απολλώ, άλλη τον Κηφά, και κάποιοι τον ίδιο τον Χριστό, 1,12). Ο Παύλος αφιερώνει τα 4 πρώτα κεφ. της επιστολής για να καταπολεμήσει τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας της Κορίνθου. Θεωρώντας σαν πιο επικίνδυνη την ομάδα που διεκδικούσε ως αρχηγό τον Απολλώ (πιθανώς σ’ αυτήν ανήκαν αυτοί που είχαν φιλοσοφική παιδεία), στρέφεται συχνά εναντίον της ανθρώπινης σοφίας για να υπογραμμίσει ότι «Επειδή ό,τι ο κόσμος αυτός θεωρεί σοφία, είναι μωρία στα μάτια του Θεού» (3,19) και ότι ο σταυρωμένος Χριστός, όσο και αν φαίνεται «σκάνδαλο» για τους Ιουδαίους ή «μωρία» για τους Έλληνες, είναι για τους χριστιανούς «του Θεού η δύναμη και του Θεού η σοφία» (1,24).

Η ύπαρξη μερίδων στην Εκκλησία της Κορίνθου, θέλει να πει ο Παύλος, μαρτυρεί ότι οι Κορίνθιοι χριστιανοί είναι ακόμη νήπιοι και ατελείς και δεν ένιωσαν τη συγκλονιστική σπουδαιότητα της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Κατόπιν προσθέτει ότι οι απόστολοι, που κήρυξαν ή που εργάστηκαν στην Εκκλησία της Κορίνθου, είναι «διάκονοι» του Χριστού, βοηθοί και συνεργοί στο έργο του, «υπηρέτες του Χριστού και διαχειριστές των μυστικών βουλών του Θεού» (4,1), είναι απλά όργανα, ενώ «ο αυξάνων Θεός» είναι το παν.

Ο απόστολος μιλάει σε γλώσσα αυστηρή· ως ιδρυτής της Εκκλησίας και πατέρας των χριστιανών της Κορίνθου αισθάνεται την υποχρέωση αλλά και το δικαίωμα να αποτρέψει κάθε απόπειρα φθοράς και διάσπασης της κοινότητας, του «ναού του Θεού»· μιλάει όπως ο πατέρας στα παιδιά του, στα οποία τονίζει ότι ο ίδιος με την σοφία που του έδωσε ο Θεός έβαλε τον θεμέλιο λίθο στην Εκκλησία της Κορίνθου, που δεν είναι άλλος παρά ο Ιησούς Χριστός. Όλοι οι άλλοι απόστολοι, όπως άλλωστε και ο ίδιος, κτίζουν και οικοδομούν επάνω σ’αυτό το θεμέλιο, ως συνεργάτες του Θεού. Και καταλήγει: «Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού κι ότι το Πνεύμα του κατοικεί ανάμεσά σας; Αν κάποιος, λοιπόν, με τις διαιρέσεις καταστρέφει το ναό του Θεού, αυτόν θα τον αφανίσει ο Θεός. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, κι ο ναός αυτός είστε εσείς» (Α΄Κορ.3,16-17). Σ’αυτές τις καταληκτικες φράσεις του αναγνώσματος θα επικεντρώσουμε τα σχόλιά μας.

Οι Κορίνθιοι όπως και όλοι οι χριστιανοί αποτελούν ναό του Θεού, ή, όπως γράφει σε άλλο σημείο της επιστολής, Σώμα του Χριστού με κεφαλή τον Χριστό και μέλη τους άλλους αδελφούς. Και όπως το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα στο συλλογικό Σώμα του Χριστού, έτσι και σε κάθε μεμονωμένο σώμα του πιστού: «’Η μήπως δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που σας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα σας; Δεν ανήκετε στον εαυτό σας· σας αγόρασε ο Θεός πληρώνοντας το τίμημα. Τον Θεό λοιπόν να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, που ανήκουν σ’ εκείνον» (Α΄Κορ.6,19-20).
Στο χωρίο αυτό, όπως και στους τελευταίους στίχους της σημερινής περικοπής, κυριαρχεί ένας βασικός ανθρωπολογικός όρος του Αποστόλου: το σώμα, τόσο με συλλογική έννοια (η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού) όσο και με ατομική. Το σώμα δεν είναι μόνο μια βιολογική πραγματικότητα αλλά μια έννοια ευρύτερης ανθρωπολογικής σπουδαιότητας, γιατί με τον όρο αυτό δεν δηλώνεται απλώς η εξωτερική ανθρώπινη υλική μορφή, αλλά εκφράζεται το ανθρώπινο εγώ στην ολότητα του και στη συγκεκριμένη του ορατή έκφραση· είναι το ανθρώπινο πρόσωπο ως σύνολο στη δυνατότητά του να επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους.

Με την έννοια αυτή το σώμα δεν είναι εκ φύσεως κακό, όπως δεχόταν η Πλατωνική φιλοσοφία, αλλ’έχει δυο δυνατότητες: μπορεί να γίνει όργανο αμαρτίας, οπότε στην περίπτωση αυτή ονομάζεται από τον Παύλο «σώμα αμαρτίας» και «σώμα θανάτου» (Ρωμ 6,6. 7,24. Κολ 2,11), μπορεί όμως επίσης να είναι κατοικητήριο και «ναός του εν ημιν Αγιου Πνεύματος» (Α’ Κορ 6,19). Εάν σε μερικές περιπτώσεις το σώμα γίνεται εμπόδιο στην επίτευξη της πνευματικής ζωής, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι ενωμένο με την ψυχή, όπως θα έλεγε ο Πλάτων, αλλά στο ότι αντίθετα δεν είναι απόλυτα και αρμονικά ενωμένο μαζί της, με κύρια αιτία της διάσπασης αυτής την αμαρτία.

Η βασική αρχή της Ηθικής της Κ.Δ. συνίσταται στην απαλλαγή του σώματος από τη δύναμη της «αμαρτίας» και την απόλυτη υποταγή του στην ανακαινιστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Η σωτηρία του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται με τη «φυγή» από την ύλη ή την απαλλαγή από το σώμα, όπως δίδασκαν ορισμένοι φιλόσοφοι της εποχής του Παύλου, αλλά επιτυγχάνεται με τη μεταμόρφωση όλου του ανθρώπου σε «καινό άνθρωπο» και όλης της «κτίσεως» μαζί του σε «καινή κτίση».

Η ανθρωπολογική αυτή διδασκαλία του Παύλου απηχεί τη διδασκαλία του Ιησού: Η αξία του ανθρώπου υπογραμμίζεται ιδιαίτερα στο κήρυγμα του Ιησού ότι ο «κόσμος όλος» δεν μπορεί να ισοσταθμίσει σε αξία μία και μοναδική ανθρώπινη ζωή, εξαίρεται μάλιστα ακόμη περισσότερο η αξία του ανθρώπου με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού στον σταυρό. Η χάρη που απορρέει από τον σταυρό δίνεται σε όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση. Όπως η αμαρτία υπέταξε όλους εξίσου στη βασιλεία του θανάτου, έτσι και η χάρη του σταυρού δίνεται απλόχερα σε όλους. Εάν υπάρχει διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, δεν οφείλεται στον Θεό, αλλά σ’ αυτούς που αρνιούνται να δεχτούν την παρεχόμενη χάρη. Οι άνθρωποι που ζουν στο σκοτάδι και την απώλεια δεν είναι τραγικά θύματα της αυθαίρετης απόφασης κάποιας Ειμαρμένης, αλλά οι ίδιοι είναι αίτιοι της αποκοπής τους από την πηγή της ζωής.

Οι χριστιανοί της Κορίνθου ως σύνολο, δηλ. ως Εκκλησία, αποτελούν ναό, όπου κατοικεί το Πνεύμα του Θεού, αλλά και ο καθένας ξεχωριστά αποτελεί ναό όπου κατοικεί το Πνεύμα του Θεού. Και όπως όποιος με τη διάσπαση της Εκκλησίας σε ομάδες καταστρέφει τον συλλογικό ναό του Θεού, το ίδιο και κάθε μεμονωμένος χριστιανός που με τον τρόπο της ζωής του καταστρέφει το σώμα του, καταστρέφει τον δικό του ναό του Θεού. Η ανθρωπολογική αυτή διδασκαλία του Απ. Παύλου υπογραμμίζει την αξία του ανθρωπίνου σώματος τόσο στην εποχή του όσο και στην εποχή μας.

*Ο Ιωάννης Καραβιδόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Tagged: