Το τρίτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της αφιερωμένης στην κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου γιορτής προέρχεται, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από το βιβλίο των Παροιμιών. Το βιβλίο των Παροιμιών, όπως και τα υπόλοιπα “Διδακτικά Βιβλία” της Παλαιάς Διαθήκης, ανήκει σε ένα ιδιαίτερο γραμματειακό είδος, που από τη σύγχρονη έρευνα χαρακτηρίζεται ως “Σοφιολογική Γραμματεία”. Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται στο κεντρικό θέμα των συγκεκριμένων έργων που είναι η “σοφία”.

Στο πολιτισμικό περιβάλλον του Ισραήλ, ο όρος “σοφία” δεν δηλώνει τη φιλοσοφική θεωρητική σκέψη πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ζωής ή υψηλούς οραματισμούς για την αλλαγή της ανθρώπινης κοινωνίας ή του κόσμου, αλλά μια καθαρά εμπειρική σκέψη που προκύπτει από την παρατήρηση της συμπεριφοράς του ατόμου μέσα στην καθημερινότητά του και του τρόπου που αντιμετωπίζει και ξεπερνά τις αντιξοότητες της ζωής. Πρόκειται για ένα είδος λαϊκής σοφίας με ελάχιστα θρησκευτικά ενδιαφέροντα, αποθησαυρισμένης σε συλλογές γνωμικών, ευρύτατα διαδεδομένες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο όσο και στον χώρο της Μεσοποταμίας και της Συρίας, που στοχεύει να διδάξει στους ανθρώπους τρόπους με τους οποίους θα επιτύχουν στη ζωή τους.

Στην ίδια την Παλαιά Διαθήκη βρίσκονται αρκετές αναφορές που υπαινίσσονται τις κοινές ρίζες των βιβλικών σοφιολογικών έργων με τα αντίστοιχα της αρχαίας Ανατολής. Όταν ο βασιλιάς Σολομώντας, για παράδειγμα, εξυμνείται για τη σοφία του, σημειώνεται ότι αυτή ήταν ανώτερη από τη σοφία της Ανατολής και της Αιγύπτου (3Βα 5:10). Συχνά αναφέρονται Άραβες και Εδωμίτες σοφοί (Βαρ 3:22-23· Οβδ 8), ο Ιώβ και οι σοφοί φίλοι του ζουν στην Εδώμ (μια περιοχή της σημερινής νότιας Ιορδανίας), ενώ στην ενότητα Παρ 22:17 – 23:11 παρατίθενται, συχνά κατά λέξη, τα αιγυπτιακά γνωμικά της Σοφίας του Αμενεμόφη. Αν και σε αρχαιότερες εποχές, ο προφητικός λόγος στρέφεται συχνά κατά των σοφών, οι οποίοι κατηγορούνται ότι με την εξυπνάδα τους και τις ικανότητές τους παρασύρουν τους ανθρώπους μακριά από τον Θεό (πρβλ Ησα 29:14), μετά τον ς΄ π.Χ. αιώνα, θα αναπτυχθεί και στον Ισραήλ η “Σοφία” ως γραμματειακό είδος, όταν οι Ιουδαίοι θα χάσουν την πολιτική τους αυτονομία και θα βρεθούν διασκορπισμένοι μεταξύ των λαών που συγκροτούσαν την Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία.

Παρά τις κοινές ρίζες της βιβλικής σοφίας με τα αντίστοιχα κείμενα των λαών της περιοχής, από τη μελέτη τους προκύπτει ότι ο Ισραήλ δεν παρέλαβε άκριτα αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία των γειτόνων του, αλλά σύντομα την προσάρμοσε στον δικό του τρόπο σκέψης και στη δική του ιδιοσυγκρασία, μετασχηματίζοντάς την έτσι από εμπειρική σκέψη για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής σε εμπειρία ζωής με τον Θεό. Ο όρος “σοφία” αποκτά κατ’ αυτόν τον τρόπο θρησκευτικά χαρακτηριστικά και δεν χαρακτηρίζει πλέον αυτόν που φέρεται με εξυπνάδα προκειμένου να εξαπατήσει τον συνάνθρωπό του, αλλά αυτόν που φέρεται με δικαιοσύνη. Στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης ως “σοφός” χαρακτηρίζεται ο δίκαιος και ευσεβής άνθρωπος και η σοφία ταυτίζεται με την ευσέβεια, ενώ αντίθετα η αδικία και η ασέβεια χαρακτηρίζονται ως “αφροσύνη”. Έτσι, κάθε συλλογή γνωμικών αρχίζει ή τελειώνει με την υπενθύμιση πως θεμελιώδης αρχή της σοφίας είναι το να φοβάται κανείς τον Θεό: «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρ 1:7· 9:10).

Με την ίδια επισήμανση ολοκληρώνεται και η περικοπή 9:1-11, που διαβάζεται κατά τους Εσπερινούς των γιορτών που είναι αφιερωμένες στην Παναγία: «Θεμελιώδης αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου, και η συμβουλή των εναρέτων είναι η σύνεση, ενώ η γνώση του νόμου προϋποθέτει αγαθή διάθεση· μ’ αυτόν τον τρόπο για πολύν καιρό θα ζήσεις, τα χρόνια της ζωής σου θ᾿ αυξηθούν (Παρ 9:10-11).

Η περικοπή ανήκει στην ενότητα των κεφ 8 – 9 του βιβλίου, όπου η σοφία παρουσιάζεται προσωποποιημένη ως μια γυναικεία μορφή. Συνιστά ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του σημιτικού τρόπου έκφρασης η αποφυγή της χρήσης αφηρημένων ουσιαστικών. Στη θέση μιας έννοιας οι σημιτικοί λαοί προτιμούν συχνά ένα συγκεκριμένο ουσιαστικό, που αποδίδει συμβολικά το νόημα της. Η έννοια “δύναμη”, για παράδειγμα, αποδίδεται συχνά με τη λέξη “κέρας”, επειδή τα κέρατα του ταύρου συμβολίζουν τη δύναμη του, οπότε η φράση «ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου» (1Βα 2:1) σημαίνει «ο Θεός με ενίσχυσε». Με την ίδια σημασία χρησιμοποιείται επίσης η λέξη “βραχίων”, το σύμβολο της ανθρώπινης δύναμης: «Λυτρώσομαι ὑμᾶς ἐν βραχίονι ὑψηλῷ» (Εξο 6:6). Η λέξη “πέτρα” δηλώνει τη σταθερότητα και γίνεται σύμβολο της πιστότητας του Θεού στις επαγγελίες του: «Κύριε, πέτρα μου» (2Βα 22:2), η “καρδιά”, το κέντρο, κατά τις αντιλήψεις της εποχής, των συναισθημάτων και της λογικής, δηλώνει τη σκέψη και γενικά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου: «μετεστράφη ἡ καρδία Φαραώ» (Εξο 24:5), «ἐξέστη ἡ καρδία αὐτῶν» (Γεν 42:28) και η “μάχαιρα”, το κατ’ εξοχήν όπλο της εποχής, δηλώνει τον πόλεμο: «ἐπάξω ἐφ’ ὑμᾶς μάχαιραν» (Λευ 26:25).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από θεολογική άποψη παρουσιάζει η τάση να προσωποποιούνται αφηρημένες έννοιες ή αρχές που αφορούν στη ζωή του ανθρώπου. Η τάση αυτή προκύπτει από την πίστη ότι οι βασικές αρχές της ζωής, που αποτελούν αυτό που δηλώνεται με τον όρο “σοφία”, προέρχονται από τον Θεό. Έτσι, συχνά η σοφία παρουσιάζεται ως μια γυναικεία μορφή (Παρ 8:1εξ 9:1εξ), η οποία βρίσκεται κοντά στον Θεό, μετέχει στο έργο της δημιουργίας του κόσμου και παρεμβαίνει στην Ιστορία.

Στην περικοπή Παρ 9:1-11 η προσωποποιημένη σοφία εμφανίζεται να καλεί τους ανθρώπους σε ένα συμπόσιο, προκειμένου να γευτούν τα αγαθά που προσφέρει: «Έχτισε η σοφία σπίτι γι᾿ αυτήν και το στήριξε σε στύλους εφτά· έσφαξε τα ζώα της, ετοίμασε μέσ᾿ στο κανάτι το κρασί της κι έστρωσε το τραπέζι της· έστειλε και τους δούλους της να προσκαλέσουν τους ανθρώπους για κρασί, λέγοντας με δυνατή φωνή: Όποιος είναι ανόητος σ᾿ εμένα ας έρθει» (στχ 1-4). Η πρόσκληση απευθύνεται σε κάθε “ανόητο” και “άμυαλο” άνθρωπο. Με τους όρους αυτούς (“ἄφρων” στο πρωτότυπο) δηλώνεται συνήθως στη σοφιολογική γραμματεία ο άνθρωπος που απορρίπτει πεισματικά τη σοφία, την αναγνώριση, δηλαδή, του ρόλου που έχει ο Θεός στην καθημερινότητά του. Στην παραπάνω περικοπή όμως, όπως προκύπτει από τη συνάφεια του κειμένου, με τον όρο αυτόν χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος που δεν έχει εμπειρία της ζωής. Η σοφία εδώ απευθύνεται σε ανώριμους και άπειρους ανθρώπους, προφανώς νεαρούς, και τους καλεί να γευτούν τα αγαθά της. Στους ίδιους ανθρώπους απευθύνεται στη συνέχεια του κεφαλαίου και η αφροσύνη, επίσης προσωποποιημένη, η οποία τους καλεί να γευτούν τις απολαύσεις που εκείνη προσφέρει (Παρ 9:13-18).

Προκειμένου να καλέσει τους συνδαιτυμόνες της η σοφία χτίζει ένα λαμπρό ανάκτορο που στηρίζεται σε επτά στύλους και ετοιμάζει μια μεγάλη γιορτή. Ο αριθμός των στύλων παραπέμπει στο κοσμοείδωλο της εποχής, σύμφωνα με το οποίο ολόκληρος ο κόσμος στηρίζεται σε επτά στύλους, αλλά και στους ναούς, οι οποίοι επίσης διέθεταν λαμπρούς πυλώνες. Έτσι, η πρόσκληση για είσοδο στο σπίτι της σοφίας φαίνεται να ισοδυναμεί με πρόσκληση για είσοδο σε έναν κόσμο όπου κατοικεί ο Θεός. Η πρόσκληση που απευθύνει στους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός για είσοδο στη Βασιλεία του Θεού περιγράφεται συχνά επίσης σαν πρόσκληση σε κάποια γιορτή (π.χ. Λου 13:29· 14:15-24· 22:29-30· Ματ 22:1-14). Αλλά και το φραστικό που χρησιμοποιεί η σοφία: «Ελάτε, φάτε απ᾿ το ψωμί μου και πιείτε το κρασί που σας ετοίμασα» παραπέμπει στο τελευταίο δείπνο του Χριστού με τους μαθητές του.

Γενικά το φραστικό και οι εικόνες του βιβλίου των Παροιμιών φαίνεται πως άσκησαν μεγάλη επίδραση στην πρώτη χριστιανική κοινότητα. Καθώς, όπως αναφέρθηκε, η εβραϊκή γλώσσα δεν χρησιμοποιεί αφηρημένες έννοιες, οι προσωποποιήσεις της σοφίας έδωσαν τη δυνατότητα στην πρώτη Εκκλησία να διατυπώσει στον επηρεασμένο από την ελληνική φιλοσοφική γλώσσα κόσμο της εποχής τη χριστολογία της. Έτσι, οι περιγραφές του ρόλου της προσωποποιημένης σοφίας κοντά στον Θεό προετοιμάζουν την περί Λόγου του Θεού διδασκαλία της Καινής Διαθήκης (Ιωα 1:1-5· πρβλ Κολ 1:20 και Εβρ 1:1-4) και επιτρέπουν στον απόστολο Παύλο να περιγράψει τον Χριστό ως «Θεού Δύναμη και Θεού Σοφία» (1Κο 1:22-24). Αλλά και η Επιστολή Ιακώβου υιοθετεί τη θέση του βιβλίου των Παροιμιών ότι πηγή της σοφίας είναι ο Θεός (Παρ 2:6) και ότι αυτή είναι διαθέσιμη σε όλους: «Αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από τον Θεό, κι αυτός θα του τη δώσει. Γιατί ο Θεός δίνει σε όλους με απλοχεριά και χωρίς να περιφρονεί κανέναν» (Ιακ 1:5). Η ανταμοιβή όσων αποδεχτούν την πρόσκληση της σοφίας θα είναι να αποκτήσουν τη σύνεση που φέρνει η γνώση (Παρ 9:6). Επισημαίνεται όμως ότι η αποδοχή της πρόσκλησης από μόνη της δεν είναι αρκετή, αλλά απαιτείται και συνεχής προσωπική προσπάθεια να παραμείνει κανείς συνετός: «Δίνε αφορμή στον σοφό και πιότερο σοφός θα γίνει· τον δίκαιο δίδασκε και πιο πολλά θα μάθει» (9:9).

Αν ληφθεί υπόψη το ειδικό θρησκευτικό βάρος που έχουν οι όροι “σύνεση” και “γνώση” στη συγκεκριμένη ενότητα (πρβλ 9:10), η πρόσκληση της σοφίας ισοδυναμεί με πρόσκληση να ακολουθήσει κανείς τον Θεό. Στον ρόλο της σοφίας να οδηγεί τους ανθρώπους στον Θεό είδε η Εκκλησία να προτυπώνεται ο ρόλος της Θεοτόκου στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου και αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η συγκεκριμένη περικοπή διαβάζεται σε όλες σχεδόν τις αφιερωμένες στην Παναγία γιορτές (8 Σεπτεμβρίου, 25 Μαρτίου και 15 Αυγούστου).

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Tagged: