Δεν υπάρχει ίσως χριστιανός που δεν βρέθηκε κάποιες στιγμές της ζωής του στη θέση του πατέρα που, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Δ´ Κυριακής των Νηστειών από το Κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον (9:17-31), ακούει από τον Ιησού τη φράση: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Δεν υπάρχει ίσως χριστιανός που δεν ένοιωσε κάποιες στιγμές την αμφιβολία να τρυπώνει στη σκέψη του, ιδιαίτερα όταν βλέπει κάποιες προσδοκίες του να διαψεύδονται ή όταν κυριεύεται από αισθήματα απογοήτευσης. Ανάλογα αισθήματα απογοήτευσης κυρίεψαν ασφαλώς και τους μαθητές του Ιησού, όταν, ενόσω εκείνος βρισκόταν πάνω στο όρος Θαβώρ όπου μεταμορφώθηκε, αυτοί προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να θεραπεύσουν ένα επιληπτικό παιδί. Αν πάνω στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε η δόξα του Χριστού ως Θεού σε όλο της το μεγαλείο, κάτω στα χωριά της Γαλιλαίας εξακολουθεί να κυριαρχεί η ανθρώπινη δυστυχία και ο πόνος. Όσο ο Ιησούς βρισκόταν πάνω στο βουνό, ένας απελπισμένος πατέρας έφερε το άρρωστο παιδί του στους μαθητές για να το γιατρέψουν, αυτοί όμως δεν τα κατάφεραν. Οι πιο κοντινοί άνθρωποι του Ιησού απέτυχαν να απαλλάξουν έναν άνθρωπο από τον πόνο που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή. Και τώρα ο πατέρας μαζεύει όσα αποθέματα πίστης διαθέτει ακόμη και απευθύνεται στον ίδιο τον Ιησού.

Καθώς η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής οδεύει προς το τέλος της, η Εκκλησία κλιμακώνει μέσα από την επιλογή των ευαγγελικών και αποστολικών αναγνωσμάτων τις προσκλήσεις της προς τους πιστούς να εντείνουν τους πνευματικούς τους αγώνες. Έτσι, την πρώτη Κυριακή της περιόδου κάλεσε τους πιστούς να μιμηθούν τους αγώνες όλων εκείνων που θυσίασαν και τη ζωή τους ακόμα για την Ορθοδοξία, τη δεύτερη Κυριακή προέβαλε τη μορφή ενός ανυποχώρητου αγωνιστή της Ορθοδοξίας, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και την τρίτη ύψωσε τον σταυρό του Χριστού προς ενίσχυση της πνευματικής πορείας. Καθώς όμως κάθε πορεία έχει τις διακυμάνσεις της και τα πισωγυρίσματά της, θέμα της τέταρτης Κυριακής αποτελεί η πίστη, ενώ προβάλλεται μια άλλη οσιακή μορφή, αυτή του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος.

Το ζήτημα της πίστης και των ορίων της τίθεται με τον πλέον τραγικό τρόπο από τη σπαρακτική κραυγή του πατέρα του επιληπτικού παιδιού, ο οποίος, στην προσπάθειά του να διαβεβαιώσει τον Ιησού για την πίστη του, αναγνωρίζει ταυτόχρονα και τα όριά του: «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (9:24). Ο δυστυχισμένος πατέρας είναι απόλυτα ειλικρινής απέναντι στον Χριστό. Δεν δηλώνει άπιστος, αλλά αναγνωρίζει την αδυναμία του να πιστέψει απόλυτα, την αμφιβολία του ότι το αίτημά του μπορεί να ικανοποιηθεί. Η αμφιβολία δεν είναι απουσία πίστης, αλλά αμφισβήτηση του περιεχομένου της πίστης. Η αμφιβολία, κατά συνέπεια, προϋποθέτει την πίστη, γιατί μόνον όποιος πιστεύει σε κάτι μπορεί να αναρωτηθεί για το τι πιστεύει και πόσο βέβαιος είναι γι’ αυτό που πιστεύει. Και σε ό,τι αφορά την πίστη στον Χριστό η αμφιβολία υπεισέρχεται συνήθως όταν ο πιστός έχει την εντύπωση ότι η προσευχή του δεν εισακούεται από τον Θεό.

Προφανώς ο δυστυχισμένος πατέρας πίστευε ότι οι μαθητές του Χριστού μπορούσαν να θεραπεύσουν τον γιο του, γι’ αυτό και τους το ζήτησε. Προφανώς και οι μαθητές πίστευαν ότι ήταν ικανοί για κάτι τέτοιο, διαφορετικά δεν θα το επιχειρούσαν. Και, αν και ο ευαγγελιστής δεν αναφέρει σε τι συνίστατο η προσπάθεια των μαθητών, προφανώς αυτή θα περιείχε την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, επομένως, πριν οι μαθητές επιχειρήσουν να θεραπεύσουν το παιδί, προσευχήθηκαν. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, η διαβεβαίωση του Ιησού προς τους μαθητές του, όταν αυτοί τον ρώτησαν για την αιτία της αποτυχίας τους, ότι ο μόνος τρόπος για να νικηθεί το κακό που καταδυναστεύει στον κόσμο είναι η προσευχή καθίσταται ακατανόητη.

Ίσως η σύνδεση στην απάντηση του Ιησού της προσευχής με τη νηστεία -παρ᾽ όλο που η πλειονότητα των ερευνητών υποστηρίζει ότι η λέξη “νηστεία” είναι μεταγενέστερη προσθήκη στο κείμενο- μπορεί να βοηθήσει στην εξεύρεση μιας λύσης στο πρόβλημα. Ήδη το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Τυρινής έθεσε τις τρεις προϋποθέσεις με τις οποίες εισέρχεται κανείς στο στάδιο των πνευματικών αγώνων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής· συγχωρητικότητα απέναντι στα λάθη των άλλων (Ματ 6:14-15), σωστός τρόπος τήρησης της νηστείας (Ματ 6:16-18) και πρόκριση των πνευματικών αξιών έναντι των υλικών αγαθών (Ματ 6:19-21). Ειδικά για τη δεύτερη προϋπόθεση διευκρινίζεται ότι η νηστεία δεν είναι μια επίδειξη εγκράτειας αλλά μια συνειδητή δήλωση ότι είναι κανείς έτοιμος να θυσιάσει κάτι από τον εαυτό μου υπέρ των άλλων και του κόσμου ολόκληρου.

Αν όμως αυτό είναι το αληθινό νόημα της νηστείας, αντίστοιχο θα πρέπει να είναι και το περιεχόμενο της προσευχής. Αποτελεί κοινή θέση τόσο της Γραφής όσο και των Πατέρων της Εκκλησίας ότι η αληθινή προσευχή δεν μπορεί να περιορίζεται στα στενά όρια της κάλυψης των ατομικών ενδιαφερόντων και επιδιώξεων, αλλά πρωταρχικός στόχος της προσευχής θα πρέπει να είναι η σωτηρία του κόσμου ολόκληρου: «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» βεβαιώνει ο Χριστός στην “Επί του Όρους Ομιλία” του (Ματ 6:33), και ο απόστολος Παύλος συνιστά «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (1Κο 10:24).

Στο μέτρο και στον βαθμό που ο χριστιανός πιστεύει ότι ο Θεός αγαπάει τον κόσμο, ότι θέλει να βγάλει τους ανθρώπους από τα αδιέξοδα, ότι το δίκιο και η δικαιοσύνη είναι αδιαπραγμάτευτα στην παγκόσμια ιστορία, ότι η ειρήνη παραμένει ο σκοπός του, έστω και αν αυτό συχνά δεν είναι εμφανές, όταν αναγνωρίζει ότι ο Θεός οδηγεί την παγκόσμια ιστορία προς ένα τέλος που είναι η Βασιλεία του, τότε θέλει να παραμένει σε κοινωνία μαζί του χωρίς να φοβάται τις αμφιβολίες του. Έτσι, οι αμφιβολίες που γεννιούνται από μια αναπάντητη προσευχή μπορεί να αποδειχθούν μάλιστα ευεργετικές, καθώς βοηθούν τον πιστό να ξεφύγει από τη δογματική και αμετακίνητη βεβαιότητα που υποβαθμίζει την πίστη σε ισχυρισμό, και μπορεί να τον οδηγήσουν μέσα από μια αναζήτηση ανάλογη με εκείνη των μαθητών του Χριστού (Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε;) σε μια επανεκτίμηση της σχέσης του με τον Θεό.

Στα ευεργετικά αποτελέσματα της εμμονής στην προσευχή, παρά την απογοήτευση που συχνά προκαλείται από την αίσθηση ότι ο Θεός δεν ανταποκρίνεται, αναφέρεται και ο συγγραφέας της Οὐρανοδρόμου Κλίμακος, ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η τέταρτη Κυριακή της περιόδου των Νηστειών. Στον 28ο Λόγο από τους 30 της Κλίμακος, που είναι αφιερωμένος στην προσευχή, προτρέπει ο όσιος τους αναγνώστες του: Μὴ λέγε χρονίζων ἐν τῇ δεήσει μηδὲν κατωρθωκέναι· ἤδη γὰρ καὶ κατώρθωκας. Τί γὰρ καὶ ὑψηλότερον ἀγαθὸν τοῦ τῷ Κυρίῳ πρωσκολλᾶσθαι, καὶ ἐν τῇ πρὸς αὐτὸν ἑνώσει ἀδιαλείπτως προσκαρτερεῖν. Αυτή την ανάγκη επαναξιολόγησης των στόχων της προσευχής υπαινίσσεται ο Χριστός όταν προτείνει στους μαθητές του και την παράλληλη άσκηση της νηστείας. Μόνον όταν ο άνθρωπος κάνει αντικείμενο των προσευχών του το καλό του άλλου -«Μὴ παραιτούμενος, καὶ ὑπὲρ ψυχῆς προσεύχεσθαι, κἂν προσευχὴν μὴ κέκτησαι», προτρέπει σε κάποιο άλλο σημείο του λόγου του ο όσιος Ιωάννης- τότε ταυτίζει τις επιδιώξεις του με το σχέδιο του Θεού και μόνον τότε η προσευχή καθίσταται, όπως την ορίζει και πάλι ο όσιος: «κατὰ μὲν τὴν αὐτῆς ποιότητα συνουσία καὶ ἕνωσις ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ· κατὰ δὲ τὴν ἐνέργειαν, κόσμου σύστασις».

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: