Η περικοπή Ιωη 3:23 – 4:5 είναι, σύμφωνα με την ανατολική λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, το δεύτερο ανάγνωσμα από την Παλαιά Διαθήκη του Εσπερινού της γιορτής της Πεντηκοστής. Ο λόγος της επιλογής είναι προφανής, καθώς, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (2:16-21), ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος, κατά την ημέρα της ιουδαϊκής γιορτής της Πεντηκοστής, εξηγεί στο πλήθος που συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι οι μαθητές του Χριστού, ότι η βοή που ακούστηκε είναι εκπλήρωση της σχετικής προφητείας του Ιωήλ, η οποία αναφέρεται στην εκδήλωση του ελέους του Θεού προς τον λαό του και την πλούσια χορήγηση προς αυτόν του Πνεύματός του.

Για τον προφήτη Ιωήλ, το όνομα του οποίου συνιστά κάτι σαν ομολογία πίστης (Ο Κύριος είναι ο Θεός), ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία είναι γνωστά, καθώς η μοναδική πηγή πληροφοριών γι’ αυτόν είναι το ομώνυμο σύντομο, συγκροτούμενο από τέσσερα μόνον κεφάλαια, βιβλίο της συλλογής “Δωδεκαπρόφητον”. Ο πατέρας του προφήτη ονομαζόταν Βαθουήλ, και το προφητικό του κήρυγμα, που έχει ως θέμα την ημέρα της κρίσης του Κυρίου, σχετίζεται με την Ιερουσαλήμ. Από τη συνάφεια και το περιεχόμενο των προφητειών του Ιωήλ εικάζεται με σχετική βεβαιότητα ότι έδρασε κατά την μετά την επιστροφή των Ιουδαίων (538 π.Χ.) από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία περίοδο.

Μια ασυνήθιστα εκτεταμένη επιδρομή ακρίδων που ακολουθείται από ξηρασία (1:2-12), δίνει στον προφήτη αφορμή να καλέσει τον λαό σε μετάνοια και προσευχές για απαλλαγή από την πληγή (1:13-20), και να τον προειδοποιήσει για την επικείμενη έλευση της ημέρας της κρίσης του Κυρίου (2:1-17), που θα έχει αντίστοιχης έκτασης καταστρεπτικά αποτελέσματα, αν ο λαός δεν αλλάξει στάση ζωής. Η μετάνοια του λαού ως ανταπόκριση στις προειδοποιήσεις του προφήτη θα έχει ως συνέπεια την εκδήλωση του ελέους του Θεού προς τον λαό του (2:18-27), την πλούσια χορήγηση προς αυτόν του Πνεύματός του (3:1-5), την κρίση των ξένων λαών (4:1-16) και την αποκατάσταση του Ισραήλ (4:17-21).

Η διμερής διαίρεση του βιβλίου αντικατοπτρίζεται και στη λειτουργική του χρήση στην εκκλησία. Έτσι, με ένα ανάγνωσμα που έχει ως θέμα την έκκληση του προφήτη για μετάνοια του λαού (2:12-26) ανοίγει η πένθιμη περίοδος του Τριωδίου και με ένα ανάγνωσμα του οποίου το περιεχόμενο αναφέρεται στην ανταπόκριση του Θεού στη μετάνοια του λαού (2:23 – 3:5) ολοκληρώνεται η χαρμόσυνη περίοδος του Πεντηκοσταρίου.

Μετά την περιγραφή, λοιπόν, μιας τρομακτικής επιδρομής ακρίδων στη χώρα, με απίστευτης έκτασης καταστρεπτικά αποτελέσματα, που μόνο με την εκδήλωση της επικείμενης κρίσης του Θεού κατά του λαού του μπορεί να παρομοιαστεί, και μετά την ανταπόκριση του λαού στις εκκλήσεις του προφήτη για μετάνοια, ο προφήτης μπορεί τώρα να εξαγγείλει τη σωτηριώδη επέμβαση του Θεού προς αποκατάσταση των ζημιών, και να καλέσει τον λαό σε πανηγυρισμούς και εκδηλώσεις χαράς, αφού ο Θεός αποφάσισε να στείλει και πάλι τη βροχή στη γη του: «Εσείς, οι κάτοικοι της Σιών, χαρείτε κι ευφρανθείτε για τον Κύριο τον Θεό σας, γιατί σας έδωσε τροφή, αποδεικνύοντας έτσι την αγάπη του, και θα σας στέλνει την πρώιμη και την όψιμη βροχή, όπως έκανε παλιά. Θα γεμίζουνε τ’ αλώνια στάρι, θα ξεχειλίζουνε τα πατητήρια από κρασί και λάδι» (2:23-24).

Αφορμή για τους πανηγυρισμούς αποτελεί η διαπίστωση ότι ο Θεός «ἔδωκεν ὑμῖν τὰ βρώματα εἰς δικαιοσύνην». Η γλώσσα που χρησιμοποιεί εδώ ο προφήτης φαίνεται αρκετά δυσνόητη, καθώς η έκφραση «εἰς δικαιοσύνην» δεν ακολουθείται από κάποια αντωνυμία. Αρκετοί ερμηνευτές υποθέτουν πως με την έκφραση αυτή ο προφήτης δηλώνει ότι ο Θεός προσφέρει και πάλι τροφή στον λαό του για να τον δικαιώσει, ως ανταμοιβή για τη μετάνοιά του, ή ότι ενεργεί ανταποκρινόμενος στις απαιτήσεις μιας δίκαιης συμπεριφοράς. Μια τέτοια θεώρηση όμως φαίνεται να υποτάσσει τον Θεό σε ένα σύστημα κανόνων δικαιοσύνης, ένα είδος αναγκαιότητας, που απουσιάζει από τη σκέψη του προφήτη, καθώς, όπως ο ίδιος από την πρώτη στιγμή που καλεί τον λαό σε μετάνοια τονίζει:

«Επιστρέψτε στον Κύριο τον Θεό σας, γιατί είναι γεμάτος αγάπη και καλοσύνη, είναι ανεξίκακος και πολυεύσπλαχνος και συγχωρεί τις κακίες. Ποιος ξέρει; Ίσως μεταστραφεί και αλλάξει γνώμη και επιτρέψει νά ’ρθει και πάλι η ευλογία του σ’ εσάς …» (2:13-14).

Φαίνεται, κατά συνέπεια πολύ πιθανότερο πως η έκφραση «εἰς δικαιοσύνην» στο συγκεκριμένο χωρίο δηλώνει, όπως και σε πλήθος άλλων χωρίων της Βίβλου, την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Έκφραση της αγάπης αυτής είναι η αποστολή της βροχής, η οποία στη συγκεκριμένη συνάφεια δηλώνει την αποκατάσταση των σχέσεων του λαού με τον Θεό του. Η περίοδος των βροχών αρχίζει στην Παλαιστίνη τον Δεκέμβριο (πρώιμη βροχή) και ολοκληρώνεται με τις βροχές του Απριλίου – Μαΐου (όψιμη βροχή). Συνέπεια της κανονικής πτώσης των βροχών είναι η επάρκεια της χώρας σε σιτάρι, κρασί και λάδι, που στη συγκεκριμένη συνάφεια ταυτίζονται με την ευλογία του Θεού προς τον λαό του.

Αυτός ο παραλληλισμός της βροχής με την αποκατάσταση των σχέσεων Θεού – Ισραήλ και της επάρκειας της χώρας σε αγαθά με τη θεία ευλογία ηχεί ίσως παράξενα στα αφτιά του σύγχρονου αναγνώστη, όμως σε έναν πολιτισμό η επιβίωση του οποίου εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον έγκαιρο ερχομό της βροχής η ξηρασία ισοδυναμεί με απουσία του Θεού από τη συγκεκριμένη περιοχή, που στη βιβλική γλώσσα περιγράφεται ως «αποστροφή του προσώπου του Θεού» από έναν λαό ή έναν τόπο.

Ο όρος «πρόσωπον του Θεού / του Κυρίου» έχει στη Βίβλο βαθύτατο θεολογικό νόημα, καθώς δηλώνει τη σχέση του Θεού με τον κόσμο, την παρουσία του Κυρίου μέσα στην Ιστορία. Γι’ αυτό οι πιστοί θεωρούν ότι βρίσκονται συνεχώς «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» και διακηρύσσουν προς αυτόν την πίστη τους ότι: «ἀνοίξαντός σου την χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος· ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον, ταραχθήσονται» (Ψαλ 103:28-29). Έτσι, παρακαλούν καθημερινά τον Θεό: «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ» (Ψαλ 26:9• 68:18• 101:3• 142:7) ή «μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ» (Ψαλ 50:13).

Η παρουσία του Θεού στη ζωή των πιστών του καθίσταται εμφανής από την ευημερία που αυτή διασφαλίζει, και αυτό ακριβώς διακηρύσσει ο προφήτης στη συνέχεια: «Θα σας αποζημιώσω, λοιπόν, λέει ο Κύριος, γι’ αυτά που στα προηγούμενα χρόνια τα καταφάγανε οι ακρίδες, τα καταστρεπτικά έντομα, οι μύκητες των φυτών και οι κάμπιες, όλο εκείνο το μεγάλο μου στράτευμα που έστειλα εναντίον σας. Τότε θα φάτε όσο θέλετε και θα χορτάσετε και θα δοξολογήσετε τον Κύριο τον Θεό σας για όλα τα θαύματα που έκανε για σας· ποτέ πια δεν θα εξευτελιστεί ο λαός μου. Τότε θα μάθετε πως ανάμεσα στους Ισραηλίτες βρίσκομαι εγώ, και πως εγώ, ο Κύριος, είμαι ο Θεός σας κι άλλος κανένας πέρα από μένα δεν υπάρχει· ποτέ πια δεν θα εξευτελιστεί ο λαός μου» (2:25-27).

Αντίθετα, η απουσία του Θεού από τη ζωή των πιστών του ισοδυναμεί με εξευτελισμό τους, καθώς μαρτυρεί την αδυναμία τους να διαμορφώσουν μια πραγματική σχέση μαζί του που θα αντικατοπτρίζεται στην καθημερινότητά τους. Αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της βιβλικής θεολογικής σκέψης η πεποίθηση ότι ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στην Ιστορία, στην οποία επεμβαίνει δυναμικά, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

Απευθυνόμενος, δηλαδή, ο Θεός στους Ισραηλίτες, ήδη από την αρχή της σχέσης τους, με το «Εγώ είμαι» (Εξο 20:2) δεν συστήνεται σαν κάποιος άγνωστος σ᾽ αυτούς, αλλά δηλώνει ότι είναι αυτός που οι άνθρωποι γνώρισαν μέσα από την Ιστορία τους (Γεν 15:7• Εξο 6:2-8). Οι Ισραηλίτες καλούνται να λατρέψουν τον Κύριο, όχι για κάποια θρυλούμενα κατορθώματά του στο αρχέγονο μυθικό παρελθόν, αλλά για τις συγκεκριμένες ενέργειές του μέσα στην πρόσφατη Ιστορία τους. Ποιος είναι και τι είναι ο Θεός το γνωρίζει ο Ισραήλ, όχι μέσα από μυθικές αφηγήσεις ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά μέσα από την εμπειρία των θείων ενεργειών.

Απευθυνόμενος, λοιπόν, ο Θεός στους ανθρώπους δηλώνοντας το όνομά του, «Εγώ είμαι ο Κύριος», δεν εμφανίζεται σαν τυραννικός δυνάστης, η ακρόαση του ονόματος του οποίου προκαλεί τρόμο στους υπηκόους του και υπαγορεύει υποταγή, αλλά ως στοργικός πατέρας που ζητά από τους ανθρώπους μια ανάλογη με τη δική του συμπεριφορά. Αυτό το νόημα έχει η επανάληψη ύστερα από κάθε εντολή της στερεότυπης φράσης «Εγώ είμαι ο Κύριος» (Λευ 18:4,5,6• 19:10,14,16,18• κ.ά.). Η σύνδεση αυτή του ονόματος του Θεού, της υπενθύμισης δηλαδή των θείων ενεργειών, με τις εντολές του Θεού προς τους ανθρώπους δεν έχει κάποιο ανάλογο στο εθνολογικό περιβάλλον του Ισραήλ. Προηγούνται πάντοτε οι ενέργειες του Θεού μέσα στην Ιστορία και ακολουθούν οι απαιτήσεις του από τους ανθρώπους (Εξο 19:4-6). Έτσι, η ανθρώπινη Ιστορία αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό νόημα, καθώς σκοπός της πλέον δεν είναι άλλος από τη γνώση τού «Εγώ είμαι ο Κύριος» (Εξο 6:7• πρβλ Δευ 5:6• Ησα 43•3• Ιεζ 20:5), την ανταπόκριση, δηλαδή, των ανθρώπων στις πρωτοβουλίες του Θεού για τη σωτηρία τους.

Αυτός ακριβώς είναι, σύμφωνα με ολόκληρη την προφητική παράδοση, και ο σκοπός της αληθινής λατρείας του Θεού. Στην εσφαλμένη πεποίθηση του λαού ότι η συνεπής προσφορά θυσιών προς τον Κύριο του εξασφαλίζει ασφάλεια και ευημερία, οι προφήτες δεν διστάζουν να διακηρύξουν την πλήρη απόρριψη της λατρείας από τον Θεό, αντιπροτείνοντας ταυτόχρονα την άσκηση της αγάπης. «Προσφορά αγάπης θέλω και όχι θυσιών, επίγνωση του Θεού παρά ολοκαυτώματα», βεβαιώνει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ωσηέ (6:6) και την ίδια διαβεβαίωση θα επαναλάβει αρκετούς αιώνες αργότερα ο Ιησούς Χριστός (Ματ 9:13), επιβεβαιώνοντας έτσι την αιώνια ισχύ της. Επίγνωση του Θεού στην προκειμένη περίπτωση δεν σημαίνει βαθιά θεογνωσία ή φιλοσοφικό ενδιαφέρον για την εξιχνίαση του μυστηρίου του Θεού, αλλά δυνατότητα να αναγνωρίσει ο λαός την παρουσία του Κυρίου στην Ιστορία του. Η μη αναγνώριση της παρουσίας του Κυρίου στην Ιστορία ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι αυτός δρα και ενεργεί στον χώρο του μύθου και επομένως αδιαφορεί για την πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων. Στόχος της λατρείας σε αυτήν την περίπτωση είναι ο εξευμενισμός της θεότητας με θυσίες για την επίτευξη ατομικών επιδιώξεων και όχι η συνεργασία με τον Θεό για την απαλλαγή τού κόσμου από το κακό. Έτσι όμως ο αληθινός Θεός εξομοιώνεται με τους διάφορους θεούς των μυθικών αφηγήσεων και η προσφορά λατρείας σε αυτόν είναι ειδωλολατρία, ευτελίζει, επομένως, την οποιαδήποτε σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και εξευτελίζει τον άνθρωπο, όπως χαρακτηριστικά επαναλαμβάνει ο προφήτης: «Τότε θα μάθετε πως ανάμεσα στους Ισραηλίτες βρίσκομαι εγώ, και πως εγώ, ο Κύριος, είμαι ο Θεός σας κι άλλος κανένας πέρα από μένα δεν υπάρχει· ποτέ πια δεν θα εξευτελιστεί ο λαός μου» (2:27).

Μόνο μια πραγματική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, αυτό που στη βιβλική γλώσσα δηλώνεται με τον όρο «γνώση του Θεού», δίνει πραγματικό νόημα στη ζωή του ανθρώπου και αυτό ακριβώς είναι το έργο που ήρθε να επιτελέσει ο Χριστὸς στη γη, όπως ο ίδιος βεβαιώνει στην τελευταία προσευχή του: «Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν Υἱόν, ἵνα καὶ ὁ Υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ιωα 17:1-3).

Η επίτευξη όμως μιας πραγματικής σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό δεν αποτελεί ανθρώπινο επίτευγμα αλλά δωρεά της αγάπης του Θεού. Υπό αυτήν την προϋπόθεση η σύνδεση της καθόδου της βροχής στη χώρα, που περιγράφεται στην παραπάνω ενότητα, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους που περιγράφεται στην ενότητα που ακολουθεί, αποκτά ένα ξεχωριστό νόημα, καθώς φαίνεται η πρώτη να αποτελεί προτύπωση της δεύτερης• όπως η αποστολή της βροχής από τον Θεό συμβάλλει στην καλλιέργεια και στην ανάπτυξη των φυτών, έτσι η αποστολή του θείου Πνεύματος θα συμβάλει στην καλλιέργεια και στην ανάπτυξη των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό: «Μετά απ’ όλα αυτά, θα χαρίσω πλουσιοπάροχα το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο· τότε οι γιοι κι οι θυγατέρες σας θα προφητεύουν, οι γέροντές σας θα βλέπουν αποκαλυπτικά όνειρα κι οι νέοι σας οράματα. Σε όλους και σε όλες που θα με υπηρετούν πιστά θα χαρίσω εκείνη την εποχή πλουσιοπάροχα το Πνεύμα μου. Ακόμα, θα παρουσιάσω θαυμαστά σημάδια στον ουρανό και στη γη: αίμα, φωτιά και σύννεφα καπνού. Ο ήλιος σε σκοτάδι θα μεταβληθεί και το φεγγάρι κόκκινο θα γίνει σαν το αίμα, πριν έρθει η μεγάλη και λαμπρή μέρα που ο Κύριος θα φανερώσει τη δύναμή του» (Ιωη 3:1-4).

Ο παραλληλισμός της καθόδου του Πνεύματος του Θεού στους ανθρώπους με την πτώση της βροχής είναι μια εικόνα που χρησιμοποιούν και οι αρχαιότεροι προφήτες, όπως επίσης τονίζουν τη συμβολή του θείου Πνεύματος στην αποκατάσταση των σχέσεων του Θεού με τον λαό του (Ησα 32:15• πρβλ Ησα 44:3• Ιεζ.39:29). Αυτό όμως στο οποίο δίνει ιδιαίτερη έμφαση ο προφήτης Ιωήλ είναι το μέγεθος της προσφοράς του Θεού, όπως προκύπτει από το ρήμα που επιλέγει για την περιγραφή της. Το ρήμα «ἐκχέω», εκτός από παραστατικότητα, εμπεριέχει την έννοια της πλουσιοπάροχης δωρεάς. Έτσι, όλος ο λαός του Θεού, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση που θα προέκυπτε από το φύλο ή την ηλικία, θα έχει τη δυνατότητα να βιώσει την εμπειρία της παρουσίας του Θεού στη ζωή του. Όμως ο προφήτης προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Η κάθοδος του θείου Πνεύματος, που θα σημάνει την αποκατάσταση των σχέσεων του Θεού με τον λαό του, θα συνοδεύεται από «θαυμαστά σημάδια στον ουρανό και στη γη». Τα «σημάδια» αυτά συνοδεύουν πάντοτε, σύμφωνα με αρχαιότερα βιβλικά κείμενα, την εμφάνιση του Θεού, αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία των διάφορων περιγραφών θεοφάνειας από τους συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης. Θα ήταν, κατά συνέπεια, στοιχείο μάλλον σχολαστικής ερμηνείας η προσπάθεια να συσχετίσει κανείς τα σημάδια που αναφέρονται στην προφητεία με τα φαινόμενα που περιγράφονται στη σχετική με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος περικοπή του βιβλίου των Πράξεων (2:1-21), καθώς στόχος του προφήτη δεν είναι η λεπτομερής περιγραφή ενός μελλοντικού γεγονότος αλλά η θεολογική ερμηνεία της νέας παρέμβασης του Θεού στην Ιστορία. Περιγράφοντας, λοιπόν, ο προφήτης την κάθοδο του Πνεύματος του Θεού με όρους και παραστάσεις που οδηγούν συνειρμικά σε σκηνές θεοφάνειας, προϊδεάζει τους αναγνώστες του ότι ο όρος «Πνεύμα» δηλώνει εδώ τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος θα εγκατασταθεί ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μερικούς αιώνες αργότερα ο Ιησούς Χριστός θα υποσχεθεί στους μαθητές του πως όταν ολοκληρώσει τη δράση του στη γη δεν πρόκειται να τους αφήσει μόνους, αλλά θα παρακαλέσει τον Πατέρα του να τους στείλει κάποιον άλλον που θα βρίσκεται συνέχεια μαζί τους και θα τους συμπαραστέκεται (Ιωα 14:16,17,26). Το Άγιο Πνεύμα είναι ο συμπαραστάτης όλων των ανθρώπων• είναι ο Θεός που κατοικεί μόνιμα στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν χρειάζεται να κάνει κανείς τίποτα μεγάλο, τίποτα θαυμαστό, τίποτα δύσκολο, τίποτα αξιόμισθο, καθώς παρέχει τη συμπαράστασή του δωρεάν. Χρειάζεται μόνον απόφαση να τη δεχθεί κανείς, και με αυτή τη διαβεβαίωση ολοκληρώνει την εξαγγελία του ο προφήτης: «Τότε, καθένας που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί. Έτσι, στο όρος Σιών και στην Ιερουσαλήμ θα βρίσκεται όποιος έχει σωθεί, σύμφωνα με όσα έχει υποσχεθεί ο Κύριος, κι ακόμα όποιοι μετέφεραν το χαρμόσυνο μήνυμά του σ’ εκείνους που ο Κύριος έχει προσκαλέσει» (3:5).

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου Της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: