Με πρόσφατη δήλωσή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων κατέστησε σαφές, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος ο Α΄ είναι σχισματικός. Ας δούμε, λοιπόν, την φύση της δηλώσεως αυτής, ώστε να προχωρήσουμε στην συνέχεια και στην κανονική αξιολόγησή της.

Έχοντας υπόψιν ότι στο Κανονικό δίκαιο προβλέπεται ένας πλήρης μηχανισμός απονομής δικαιοσύνης, του οποίου η αρμοδιότητα επί εκάστου κανονικού παραπτώματος κρίνεται με βάση τρεις παραμέτρους, την κατά τόπον, την καθ’ ύλιν και την κατά πρόσωπον αρμοδιότητα, η δήλωση αυτή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ, εμπεριέχουσα ανακοίνωση διαπιστώσεως ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι σχισματικός, δηλαδή τέλεσε το αδίκημα του σχίσματος, μας προδιαθέτει – καταρχήν – ότι έχει εκδοθεί ήδη δικαστική απόφαση από το αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαστήριο και ότι ο ίδιος μας ανακοίνωσε με την δήλωση αυτή το περιεχόμενό της.

Ας κάνουμε, λοιπόν, μια υπόθεση εργασίας και ας δεχθούμε ότι η δήλωση αυτή του Σεβασμιωτάτου αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Δηλαδή ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν ενσωματώνει ένα αυθαίρετο συμπέρασμα του δηλούντος Σεβασμιωτάτου αλλά συνιστά ανακοίνωση πράγματι εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως, της οποίας το διατακτικό δημοσιοποίησε με τον ως άνω τρόπο ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ. Οπότε, το ερώτημα που τίθεται, είναι πως θα μπορούσε να έχει εκδοθεί μία τέτοια απόφαση;

Τα δεδομένα που έχουμε ως προς τον υποτιθέμενο «καταδικασθέντα» Οικουμενικό Πατριάρχη, είναι τα εξής

Α. Ο «καταδικασθείς» φέρει τον βαθμό του Επισκόπου, συνεπώς κρίνεται από συλλογικό όργανο, δηλαδή Σύνοδο επισκόπων (βλ. κανόνες 6ο Β΄ Οικουμενικής, 9ο της Δ΄ Οικουμενικής, 14ο και 15ο της Αντιοχείας και 3ο της Σαρδικής σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014).

Β. Φέρει επίσης διττή ιδιότητα, του Προκαθημένου της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας υπό τον τίτλο «Οικουμενικό Πατριαρχείο» και του Πρώτου μεταξύ των Αρχηγών των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Υπό την πρώτη ιδιότητα, κρίνεται είτε από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εφόσον το παράπτωμα το τέλεσε εντός των γεωγραφικών ορίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είτε – σε περίπτωση τελέσεως του παραπτώματος εκτός των ορίων αυτών – από την Σύνοδο της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας το ετέλεσε.

Υπό την δεύτερη ιδιότητα, κρίνεται από την Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, δηλαδή την Σύνοδο των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Στην περίπτωσή μας, η περί ης ο λόγος «κατηγορία» αφορά σε «παράπτωμα», που τέλεσε ο φερόμενος ως κατηγορούμενος Οικουμενικός Πατριάρχης υπό την δεύτερη ιδιότητά του. Συνεπώς, η κρίση του «κανονικού παραπτώματός» του ανήκει στην αρμοδιότητα της Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου.

Για να δούμε τώρα, τα επιμέρους ζητήματα της συγκλήσεως μίας τέτοιας Συνόδου:

I. Ως προς το πρόσωπο που θα έπρεπε να συγκαλέσει την Σύνοδο αυτή

Για το θέμα αυτό, εφαρμόζονται αναλογικώς οι ιεροί κανόνες περί συγκλήσεως της Επαρχιακής Συνόδου, που αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα αυτή στον Μητροπολίτη της πρωτεύουσας (βλ. κανόνες 8ο της Πενθέκτης, 6ο της Ζ΄ Οικουμενικής, 20ο της Αντιοχείας, σε Α. Βαβούσκου, ο.π.). Συνεπώς, η Σύνοδος αυτή συγκαλείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, υπό την ιδιότητα του Πρώτου μεταξύ των Προκαθημένων. Όμως, επειδή στην περίπτωσή μας ο συγκαλών τελεί «υπό κατηγορίαν», η αρμοδιότητα συγκλήσεως θα μεταφερόταν στον δεύτερο τη τάξει, ήτοι στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας.

II. Ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να συγκληθεί η Σύνοδος αυτή

Για να συγκαλούσε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας την Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, θα έπρεπε να έχει πληροφορηθεί την τέλεση του κανονικού παραπτώματος είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας είτε κατόπιν καταγγελίας είτε κατόπιν αιτήματος από κάποιον από τα μέλη της Συνόδου, δηλαδή από έναν ή περισσοτέρους εκ των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Εφόσον θα είχε λάβει γνώση του κανονικού παραπτώματος με έναν εκ των παραπάνω τρόπων, θα ήταν υποχρεωμένος να συγκαλέσει την Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο.

Επί της πραγματικής καταστάσεως, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μετά από το χρονικό διάστημα, που έχει παρέλθει από την ανάδειξη του ζητήματος, διαπιστώνω τα εξής:

α) Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας έχει πλήρη γνώση των γεγονότων, παρά ταύτα δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την σύγκληση της Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου.

β) Πλήρη γνώση των γεγονότων, είναι παγκοίνως γνωστό, ότι έχουν και οι λοιποί Προκαθήμενοι, ιδίως ο Πατριάρχης Μόσχας. Κανείς, όμως, εξ αυτών δεν ζήτησε μέχρι σήμερα την σύγκληση τέτοιας συνόδου. Μπορεί μερικοί Προκαθήμενοι να έθεσαν εμμέσως ζήτημα συγκλήσεως Συνόδου πανορθοδόξου χαρακτήρα για την συζήτηση του «Ουκρανικού» αλλά αίτημα για σύγκληση Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου για την εξέταση κατηγορίας περί Σχίσματος με κατηγορούμενο τον Οικουμενικό Πατριάρχη δεν έθεσε κανείς. Παρεμπιπτόντως, δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω, ότι και οποιοδήποτε αίτημα για συζήτηση εν Συνόδω του «Ουκρανικού» δεν έχει κανονική βάση, διότι μία σύνοδος είναι αρμόδια να συζητήσει μόνον ζήτημα, το οποίο αφορά σε όλους τους επισκόπους που την απαρτίζουν. Και τους αφορά ένα ζήτημα, όταν έχουν και την αρμοδιότητα να το επιλύσουν. Σε αντίθετη περίπτωση, οποιαδήποτε εν συνόδω συζήτηση για θέμα, που δεν είναι αρμόδιοι να το επιλύσουν οι επίσκοποι που την απαρτίζουν, κινείται στη σφαίρα της ευγενούς συμπαραστάσεως και συμπαθείας προς τον αρμόδιο προς επίλυση του θέματος επίσκοπο ή ίσως και στην σφαίρα της άνευ αντικειμένου συζητήσεως και ενασχολήσεως με θέματα εκτός αρμοδιότητας αυτών. Και το βέβαιο είναι, ότι το ζήτημα της παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Ουκρανική Εκκλησία, ως αποκλειστικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκφεύγει – υπό το ισχύον καθεστώς – της αρμοδιότητας οποιασδήποτε άλλης συνόδου.

γ) Τέλος, ούτε κάποια καταγγελία συνετάγη επισήμως και εγγράφως, η οποία να έχει επιδοθεί στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ιδίως από το Πατριαρχείο Μόσχας. Αλλά και στην περίπτωση αυτή θα ετίθετο σοβαρό ζήτημα, ως προς το πρόσωπο που θα προέβαινε στην σύνταξη κατηγορίας, το οποίο ταυτοχρόνως θα αποκτούσε και την ιδιότητα του κατηγόρου. Συμφώνως προς τους σχετικούς ιερούς κανόνες, η ιδιότητα του κατηγόρου είναι συνυφασμένη μόνο με φυσικά πρόσωπα και όχι θεσμούς. Ούτως, δεν μπορεί να είναι κατήγορος: α) ο αφορισμένος (6ος της Β΄ Οικουμενικής, 128ος της Καρθαγένης), β) ο διαβεβλημένος (8ος της Καρθαγένης), γ) ο δούλος, ο Ιουδαίος, ο μίμος και ο ειδωλολάτρης (129ος της Καρθαγένης) και δ) ο σχισματικός (6ος της Β΄ Οικουμενικής) (βλ. τα κείμενα σε Α. Βαβούσκου, ο.π.).

Συνεπώς, το Πατριαρχείο Μόσχας ως θεσμός, δεν θα ηδύνατο να αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγόρου. Θα έπρεπε, λοιπόν, να ανεύρει φυσικά πρόσωπα, τα οποία θα κατέθεταν κατηγορία και θα αποκτούσαν την ιδιότητα του κατηγόρου, είτε αυτοί θα ήταν λαϊκοί είτε κληρικοί, ιδίως δε Μητροπολίτες. Όμως ούτε κάτι τέτοιο συνέβη και θεωρώ πως δεν πρόκειται και να συμβεί στο μέλλον.

Και αν συμβεί μετά την δημοσίευση του παρόντος άρθρου, θα αποδειχθεί περίτρανα, ότι τέτοια κίνηση δεν ήταν εξαρχής στον σχεδιασμό του Πατριαρχείου Μόσχας ή οποιασδήποτε άλλης από τις διαφωνούσες με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Εκκλησίες.

ΙΙΙ. Ως προς τα μέλη που θα έπρεπε να κληθούν να συμμετάσχουν στην Σύνοδο αυτή

Κατά τους ιερούς κανόνες περί συμμετοχής στην Επαρχιακή Σύνοδο, οι οποίοι – όπως προείπα – εφαρμόζονται αναλογικώς, στην σύνοδο αυτή, μετέχουν όλοι οι επίσκοποι της Επαρχίας (βλ. τους κανόνες 6ο της Β΄ Οικουμενικής, 9ο της Δ΄ Οικουμενικής, 14ο και 15ο της Αντιοχείας, 3ο της Σαρδικής σε Α. Βαβούσκου, ο.π). Η παρουσία όλων των επισκόπων της επαρχίας είναι υποχρεωτική, εκτός αν λόγοι ανεξάρτητοι της θελήσεώς τους, όπως λόγοι υγείας ή πραγματικοί (π.χ. καθήκοντα και υποχρεώσεις στην επισκοπή τους) δεν επιτρέπουν την συμμετοχή τους στην συγκληθείσα σύνοδο (βλ. κανόνες 19ο της Δ΄ Οικουμενικής, 6ο της Ζ΄ Οικουμενικής, 40ο της Λαοδικείας, 76ο της Καρθαγένης, σε Α. Βαβούσκου, ο.π.), οπότε υπάρχει η δυνατότης αποστολής αντιπροσώπου (βλ. 18ο κανόνα της Καρθαγένης, σε Α. Βαβούσκου, ο.π., ο οποίος κανόνας εισάγει τον θεσμό της εκπροσωπήσεως σε επίπεδο Πατριαρχικής Συνόδου), εξαιρουμένου του Μητροπολίτη, ο οποίος ως συγκαλών τη Σύνοδο, δεν επιτρέπεται να παραστεί με αντιπρόσωπο (βλ. 34ο των Αποστόλων, 4ο της Δ΄ Οικουμενικής, 9ο, 16ο και 20ο της Αντιοχείας, σε Α. Βαβούσκου, ο.π.).

Περαιτέρω, η αριθμητική σύνθεση επηρεάζεται και από την ύπαρξη λόγων αποκλεισμού σε ένα ή περισσότερα μέλη της Συνόδου. Και τέτοιος λόγος, που oδηγεί σε αποκλεισμό μέλους της συνόδου από την άσκηση των καθηκόντων του ως δικαστή είναι η ύπαρξη εχθρικών αισθημάτων αυτού προς τον κατηγορούμενο (βλ. κανόνες 5ο της Α΄ Οικουμενικής, 14ο της Σαρδικής, 15ο της Καρθαγένης, σε Α. Βαβούσκου, ο.π.). Ως εχθρικά αισθήματα ή εχθρότητα θα νοηθεί κάθε αρνητική συμπεριφορά, που έχει εκδηλωθεί προς τον κατηγορούμενο πριν από την εκδίκαση της υποθέσεώς του εμπράκτως και αμέσως, καθώς και κάθε γεγονός που κατ’ αμάχητο τεκμήριο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τέτοια συμπεριφορά, όπως είναι η περίπτωση που ο ασκών τα καθήκοντα του δικαστή είναι και ο παθών από το κρινόμενο κανονικό παράπτωμα.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν θα μπορούσαν να συμμετάσχουν λόγω αποκλεισμού στην σύνθεση της Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου όσοι Προκαθήμενοι θα είχαν ήδη προ της συγκλήσεως της Συνόδου δηλώσει, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης τέλεσε το κανονικό παράπτωμα του Σχίσματος ή ότι κατά την εξέλιξη του «Ουκρανικού» ζητήματος παραβίασε γενικώς τους ιερούς κανόνες. Συνεπώς, θα απεκλείοντο λόγω των κανονικών διατάξεων αυτεπαγγέλτως από την σύνθεση της Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου οι Προκαθήμενοι των Πατριαρχείων Μόσχας, Αντιοχείας, Σερβίας, καθώς και της Εκκλησίας Τσεχίας και Σλοβακίας. Εκτός αν εξ ιδίας πρωτοβουλίας οι ως άνω Προκαθήμενοι εδήλωναν για τους ως άνω λόγους αποχή από την σύνθεση της Συνόδου, πράγμα κάπως δύσκολο έως απίθανο.

IV. Ως προς τα άτομα, που θα έπρεπε να αχθούν ενώπιον της Συνόδου αυτής

Ενώπιον της Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου άγονται ως κατηγορούμενοι ένας ή περισσότεροι εκ των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών ως αυτουργοί. Στην περίπτωση, δε, που υπάρχουν και συναυτουργοί ή συνεργοί, τότε και αυτοί – ανεξαρτήτως τάξεως του πληρώματος ή ιερατικού βαθμού που ανήκουν – κρίνονται από αυτό το δικαστήριο, συμπαρασυρόμενοι ως προς την επ΄ αυτών αρμοδιότητα κρίσεως από τις ισχύουσες για τον αυτουργό κανονικές διατάξεις περί αρμοδιότητας κρίσεως παραπτωμάτων. Όμως στην υπό συζήτησιν περίπτωση, η όλη πολεμική στρέφεται μόνον κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη και όχι και κατά των «συναυτουργών» του, δηλαδή των Μητροπολιτών – μελών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίοι συμμετείχαν πλήρως και ισοτίμως στην διαδικασία λήψεως της αποφάσεως, που θεωρείται από το Πατριαρχείο Μόσχας ως η γενεσιουργός αιτία του «Σχίσματος». Η παράλειψη αυτή συνιστά αδιαμφισβήτητη απόδειξη, ότι η απόδοση κατηγορίας έχει εντόνως προσωπικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκεται η τήρηση της κανονικότητας και η διαφύλαξη της κανονικής τάξεως, όπως επικαλείται το Πατριαρχείο Μόσχας. Αν η διαφύλαξη της κανονικότητας ήταν ο πραγματική επιθυμία του Πατριαρχείου Μόσχας, τότε τα «πυρά» θα εξετοξεύοντο και κατά των μελών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και θα περιελαμβάνοντο και αυτοί στην δήλωση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ.

Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η διαδικασία, η οποία θεωρητικώς και υποθετικώς θα έπρεπε να έχει ακολουθηθεί για την έκδοση σχετικής δικαστικής αποφάσεως, αν υποτεθεί ότι η δήλωση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ ανταποκρινόταν σε πραγματική κατάσταση και τέτοια απόφαση υπήρχε.

Αλλά, όλοι γνωρίζουμε, ότι τέτοια διαδικασία δεν έχει ακολουθηθεί. Και ούτε πρόκειται να ακολουθηθεί, διότι, αν υπήρχε πράγματι σοβαρός λόγος, η διαδικασία αυτή ή κάποια παρεμφερούς και προς αυτή την κατεύθυνση διαδικασία θα είχε ήδη κινηθεί. Με όλα τα διαδικαστικά προβλήματα, τα οποία εξέθεσα παραπάνω και τα οποία καθιστούν εν τοις πράγμασι ένα βήμα στο κενό την πιθανή σύγκληση μιας τέτοιας Συνόδου ως Δικαστηρίου.

Εκτός αυτής της διαπιστώσεως, και επί της ουσίας αν θέλει να εξετάσει κάποιος το ζήτημα, δεν τίθεται θέμα τελέσεως του κανονικού παραπτώματος του Σχίσματος. Και τούτο, διότι, όπως έχω ήδη εκθέσει παλαιότερα, απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση του κανονικού παραπτώματος του Σχίσματος είναι η ύπαρξη σχέσεως υπαγωγής και εξαρτήσεως μέσω της κανονικής δικαιοδοσίας μεταξύ του δράστη (κληρικού ή μοναχού) και του θύματος (επισκόπου). Ανυπακοή, η οποία αφορά σε πρόσωπα που δεν συνδέονται με τέτοια σχέση, όπως είναι η περίπτωση της διαφωνίας του Πατριαρχείου Μόσχας προς την απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και της εν γένει στάσεως του Πατριαρχείου Μόσχας έναντι του Οικουμενικού Πατριάρχη, δεν συνιστά Σχίσμα. Και όποιος μια τέτοια διαφωνία την καταγράφει ως Σχίσμα, δεν λανθάνει ως προς το πώς αποδίδει την πραγματικότητα στην καθομιλουμένη, λανθάνει όμως ως προς τον κανονικό χαρακτηρισμό της.

Συμπερασματικώς, η δήλωση αυτή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Βολοκολάμασκ δεν συνιστά ανακοίνωση διατακτικού αποφάσεως, που εξέδωσε το αρμόδιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο.

Το αν, τώρα, το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής συνιστά ίσως κανονικό παράπτωμα και ειδικότερα αν κατατείνει προς το κανονικό παράπτωμα της εξυβρίσεως επισκόπου, (βλ. τον 55ο κανόνα των Αποστόλων: «Εἴ τις κληρικὸς ὑβρίσοι τὸν ἐπίσκοπον, καθαιρείσθω· ἄρχοντα γὰρ τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς», σε Α. Βαβούσκου, ο.π.), ο μόνος αρμόδιος να το κρίνει είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ως ο θιγόμενος αμέσως από το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής.

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: