Προ της ενάρξεως των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το Ουκρανικό Κοινοβούλιο με ψήφους 245 υπέρ και 20 κατά, αποφάσισε να απευθυνθεί προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αιτούμενο την εκ μέρους του άσκηση των εκ των ιερών κανόνων δικαιωμάτων του, ώστε:

– Να ακυρωθεί η Πράξη του 1686, επειδή είχε εγκριθεί με παράβαση των ιερών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
– Να επιλυθεί το ζήτημα της εκκλησιαστικής διαιρέσεως με τη σύγκληση υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Πανουκρανικής ενοποιητικής συνόδου.
– Να παραχωρηθεί αυτοκέφαλο καθεστώς στην Εκκλησία της Ουκρανίας.

Το ζήτημα, που ανέκυψε με το ως άνω ψήφισμα, εντάσσεται στο ευρύτερο θέμα της μεταβολής του καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας μέσω της δημιουργίας νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας και της διαδικασίας, που πρέπει να ακολουθηθεί βάσει των ιερών κανόνων.

Οι ιεροί κανόνες, που ρυθμίζουν το ζήτημα, είναι ο 12ος της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου («Ἦλθεν εἰς ἡμᾶς, ὥς τινες παρά τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς προσδραμόντες δυναστείαις, διά πραγματικῶν τήν μίαν ἐπαρχίαν εἰς δύο κατέτεμον, ὡς ἐκ τούτου δύο μητροπολίτας εἶναι ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ. Ὥρισε τοίνυν ἡ ἁγία σύνοδος, τοῦ λοιποῦ μηδέν τοιοῦτον τολμᾶσθαι παρά ἐπισκόπου∙ ἐπεί, τόν τοιοῦτο έπιχειροῦντα ἐκπίπτειν τοῦ ἰδίου βαθμοῦ. Ὅσαι δέ ἤδη πόλεις διά γραμμάτων τῷ τῆς μητροπόλεως ἐτιμήθησαν ὀνόματι, μόνης ἀπολαυέτωσαν τῆς τιμῆς, καί ὁ τήν ἐκκλησίαν αὐτῆς διοικῶν ἐπίσκοπος, δηλονότι σωζομένων τῇ κατ’ ἀλήθειαν μητροπόλει τῶν οἰκείων δικαίων»), και ο 38ος της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου («Τόν ἐκ τῶν Πατέρων ἡμῶν τεθέντα κανόνα καί ἡμεῖς παραφυλάττομεν, τόν οὕτω διαγορεύοντα∙ Εἴ τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἤ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καί δημοσίοις τύποις καί ἡ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τάξις ἀκολουθείτω»).

Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των ως άνω κανόνων, ο μεν 12ος κανόνας απαγορεύει την απόσπαση εκκλησιαστικής επαρχίας (Επισκοπής) από την υφιστάμενη μείζονα εκκλησιαστική περιφέρεια (Μητρόπολη) στην οποία η επισκοπή υπάγεται, και την αναβίβασή της σε μητρόπολη με πολιτειακή πράξη, κατόπιν αιτήματος του επισκόπου, που διοικεί την αποσπόμενη επισκοπή και κατ’ αποκλεισμό των αρμοδίων οργάνων της Εκκλησίας. Ο δε ο 38ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου θεσμοθετεί την υποχρέωση της Εκκλησίας, να ακολουθεί τις πρωτοβουλίες της Πολιτείας σε θέματα διοικητικής μεταρρυθμίσεως και ειδικότερα όταν η Πολιτεία δημιουργεί κατ’ ουσίαν νέα πόλη, επιβάλλει στην Εκκλησία να προβεί σε ανάλογη πρωτοβουλία απονομής στη νέα πόλη – και στην νέα περιφέρεια αυτής – των αναλογούντων σ’ αυτή εκκλησιαστικών προνομίων.

Με συνδυαστική αντιμετώπιση των δύο ως άνω κανονικών διατάξεων συνάγεται ότι:

α) Εφόσον πρόκειται για ίδρυση νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας μέσω της αναβιβάσεώς της σε ανώτερο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας (μετατροπή Επισκοπής σε Μητρόπολη), η οποία αναγκαστικώς θα προέλθει από την απόσπαση τμήματος, που γεωγραφικώς ανήκει στη μείζονα εκκλησιαστική περιφέρεια (Μητρόπολη), τότε η αρμοδιότητα για τη λήψη της σχετικής αποφάσεως ανήκει στο αρμόδιο όργανο της Εκκλησίας, δηλαδή στη σύνοδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, αποκλειομένης της πολιτειακής παρεμβάσεως.

β) Εφόσον όμως πρόκειται, για ίδρυση νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας και γενέσεως νέων ορίων κανονικής δικαιοδοσίας, λόγω δημιουργίας διά πολιτικής πράξεως νέας πόλεως – και νέας αυτονοήτως διοικητικής περιφέρειας – τότε η Εκκλησία υποχρεούται «κανονικώς» να κινήσει παραλλήλως προς την Πολιτεία, τις προβλεπόμενες από τη δική της δικαιοταξία διαδικασίες, για την ίδρυση της νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας, αντίστοιχης προς την διοικητική. Εάν, δε, διευρύνουμε το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «πόλις», και ως «πόλη» εννοήσουμε ερμηνευτικώς σήμερα την πολιτική περιφέρεια εν γένει, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και ο όρος «Κράτος», τότε είναι δυνατή αναλογικώς η εφαρμογή του ως άνω 38ου κανόνα σε κάθε περίπτωση ιδρύσεως νέας πολιτικής οντότητας, δηλαδή Κράτους.

Οι δύο ως άνω κανόνες, δηλαδή ο 12ος της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου και ο 38ος της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου, προστιθεμένων και των γενικών αρχών κανονικής δικαιοδοσίας, αποτέλεσαν και την κανονική βάση, επί της οποίας θεμελιώθηκαν νομοκανονικώς όλες οι Πράξεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου, αλλά και αυτονόμου, καθεστώτος στις Ορθόδοξες Εκκλησίες (βλ. τα κείμενα των Πράξεων σε Αν. Βαβούσκου – Γρ. Λιάντα, Οι θεσμοί του αυτοκεφάλου και του αυτονόμου καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία / Μελέτες – Πηγές, εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014), οι οποίες υπέβαλαν σχετικό αίτημα, είτε η διαδικασία αυτή της παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος κινήθηκε και ολοκληρώθηκε εξ ολοκλήρου κατά τους ιερούς κανόνες (βλ. ενδεικτικώς τις περιπτώσεις του Πατριαρχείου Σερβίας, Πατριαρχείου Γεωργίας, Αρχιεπισκοπής Πολωνίας, Αρχιεπισκοπής Φιλλανδίας, Μητροπόλεως Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας) είτε προηγήθηκε περίοδος αντικανονικότητας ως προς την ίδρυση και λειτουργία της «ανεξάρτητης» εκκλησίας, που αποκαταστάθηκε στη συνέχεια με την έκδοση της σχετικής Πράξεως από την Ιερά σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (βλ. ενδ. τις περιπτώσεις του Πατριαρχείου Ρουμανίας, Εκκλησίας Ελλάδος, Αρχιεπισκοπής Αλβανίας, Πατριαρχείου Βουλγαρίας).

Ως προς τον τρόπο κινήσεως της διαδικασίας για την μεταβολή υφισταμένου καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας οι ιεροί κανόνες δεν έχουν σχετική πρόβλεψη. Συνεπώς, και ειδικότερα για την μεταβολή υφισταμένου καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας μέσω της δημιουργίας νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας ως Αυτοκέφαλης Εκκλησίας εντός των πλαισίων της Ορθόδοξης εν γένει Εκκλησίας, θα προσφύγουμε στα δεδομένα, που μας παρέχουν οι σχετικές Πράξεις περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, που εκδόθηκαν μέχρι σήμερα:

Έτσι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχώρησε αυτοκέφαλο καθεστώς:

1.στην Εκκλησία της Σερβίας: α) επί Σερβικής Ηγεμονίας, κατόπιν κοινής αιτήσεως Πολιτείας και τοπική Εκκλησίας, η οποία υποβλήθηκε στο όνομα του σερβικού λαού, β) επί Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, κατόπιν κοινής αιτήσεως Πολιτείας και τοπικής Εκκλησίας

2. στην Εκκλησία της Ρουμανίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας με τη συναίνεση της Πολιτείας

3. στην Εκκλησία της Βουλγαρίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας

4. στην Εκκλησία της Γεωργίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας

5. στην Εκκλησία της Ελλάδος: α) κατόπιν αιτήσεως των Ιεραρχών της τοπικής Εκκλησίας διά την Πολιτείας (Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850), β) κατόπιν αιτήσεως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1866), γ) κατόπιν χωριστών αιτήσεων της Πολιτείας και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1882). Ως προς δε την μερική προσωρινού χαρακτήρα μεταβολή του καθεστώτος των Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, διά της οποίας η διοίκηση των Ιερών αυτών Μητροπόλεων παραχωρήθηκε στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, αυτή επήλθε εξ ιδίας πρωτοβουλίας (αυτεπαγγέλτως) του Οικουμενικού Πατριαρχείου διά της σχετικής Πράξεως του 1928.

6. στην Εκκλησία της Πολωνίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας

7. στην Εκκλησία της Αλβανίας, κατόπιν αιτήσεως του πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας, η οποία συνοδεύθηκε από τις διαβεβαιώσεις της Πολιτείας για πλήρη αυτοτέλεια και ελευθερία της νέας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.

8. στην Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας με τη σύμφωνη γνώμη του λαού και του κλήρου.

Όπως, λοιπόν, προκύπτει από τα παραπάνω, η διαδικασία για παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος κινείται:

α) είτε κατόπιν αιτήσεως από την τοπική Εκκλησία, η οποία επιθυμεί την παροχή αυτοκεφάλου καθεστώτος,

β) είτε κατόπιν αιτήσεως από την Πολιτική Αρχή, εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας υπάρχει η αιτούσα το αυτοκέφαλο καθεστώς τοπική Εκκλησία,

γ) είτε κατόπιν αιτήσεως του πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας,

δ) είτε κατόπιν συνδυαστικής πρωτοβουλίας των προαναφερθέντων με διακριτούς και διάφορους ρόλους ο καθένας κατά περίπτωση, χωρίς να αποκλείεται και η αυτεπάγγελτη κίνηση της σχετικής διαδικασίας από το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Εκκλησίας.

Περαιτέρω, η αρμοδιότητα για την έκδοση της Πράξεως περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος ανήκει σαφώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στα θεσμικά αυτού όργανα. Αυτονοήτως, δε, στην αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπάγεται και το δικαίωμα τροποποιήσεως ή ανακλήσεως των Πράξεων αυτών, καθόσον κατά την έκδοση των σχετικών Πράξεων περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος αποκρυσταλλώνεται η αρμοδιότητα του εκδόσαντος οργάνου και για την πιθανή τροποποίηση ή ανάκλησή τους. Συνεπώς, όσες Πράξεις περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος ή περί μεταβολής εν γένει καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας έχουν εκδοθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν δύνανται να τροποποιηθούν ή να ανακληθούν παρά μόνον από το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, συμφώνως προς την νυν ισχύουσα και εφαρμοζόμενη διαδικασία. Η αρμοδιότητα αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε στο μέλλον πιθανή πανορθοδόξως συμφωνία περί μεταβολής της διαδικασίας παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, διότι η συμφωνία αυτή, η οποία θα περιλαμβάνει την αρμοδιότητα τόσο επί της εκδόσεως των Πράξεων αυτών όσο και επί της τροποποιήσεως ή ανακλήσεως των – εάν λάβει χώρα – θα ισχύει για το μέλλον (ex nunc) και όχι αναδρομικώς (ex tunc) προς διαφύλαξη της κανονικής ευταξίας και ασφάλειας.

Ήδη το Ουκρανικό Κράτος – και ειδικότερα το Κοινοβούλιο της χώρας όπως αναφέρθηκε στην αρχή – υπέβαλε επισήμως αίτημα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος στην τοπική Εκκλησία της Ουκρανίας. Επί του αιτήματος αυτού, επισημαίνω τα εξής:

Η Ουκρανία, μια από τις ιδρυτικές Δημοκρατίες της Ενώσεως Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, ανέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991 μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως. Η πολιτική – πολιτειακή αυτή μεταβολή είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία νέας πολιτικής περιφέρειας, η οποία πληροί την προϋπόθεση του 38ου κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (Εἴ τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἤ αὖθις καινισθείη…), και συνεπώς τίθεται θέμα μεταβολής και του ισχύοντος καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσία της τοπικής Εκκλησίας.

Περαιτέρω, συμφώνως προς τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω σχετικώς με τον τρόπο κινήσεως της διαδικασίας για τη μεταβολή αυτή, η επιλογή της Ουκρανικής Πολιτείας να αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία για την υποβολή του σχετικού αιτήματος, κατόπιν αποφάσεως του Κοινοβουλίου της, κινείται εντός των πλαισίων της διαμορφωθείσης νομοκανονικής παραδόσεως, η οποία αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό της κινήσεως της σχετικής διαδικασίας στην τοπική Εκκλησία, στην ενδιαφερόμενη Πολιτεία και στο πλήρωμα της τοπικής Εκκλησίας, όλων αυτών ενεργούντων μεμονωμένως ή συνδυαστικώς.

Τέλος, ορθώς η Ουκρανική Πολιτεία απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού λόγω αναβολής της συζητήσεως του ζητήματος περί των προϋποθέσεων παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, συνεχίζει άνευ ετέρου να ισχύει η μέχρι σήμερα κρατούσα και εφαρμοζόμενη διαδικασία, τόσο ως προς το όργανο που εκδίδει τη σχετική Πράξη όσο και ως προς τον τύπο της διαδικασίας. Η αναβολή, δε, αυτή, η οποία διατηρεί σε εκκρεμότητα το υπό συζήτησιν ζήτημα, δεν συνιστά λόγο για την αναστολή εξετάσεως αιτημάτων περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και εκδόσεως των σχετικών Πράξεων, διότι άλλως θα οδηγούμασταν ουσιαστικώς σε αναστολή λειτουργίας της ίδιας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Εξίσου, λόγο αναβολής εξετάσεως του ζητήματος δεν συνιστά ούτε το πολιτικής φύσεως θέμα της αμφισβητούμενης ενσωματώσεως της περιοχής της Κριμαίας στη Ρωσική Πολιτεία. Η περιφέρεια αυτή θα συνεχίσει να ανήκει κανονικώς στην δικαιοδοσία της τοπικής Εκκλησίας της Ουκρανίας και μετά την πιθανή παραχώρηση σ’ αυτήν αυτοκεφάλου καθεστώτος, το δε πιθανό πρόβλημα της διαποιμάνσεως της περιοχής αυτής, εάν προκύψει, μπορεί να επιλυθεί από την τοπική Εκκλησία βάσει των κανόνων περί σχολαζόντων επισκόπων (16ος και 18ος κανόνες της Αντιοχείας), δηλαδή των επισκόπων που δεν δύνανται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η περίπτωση της παράνομης κατοχής από ξένη δύναμη.

Από εδώ και πέρα το θέμα βρίσκεται εις τας χείρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του μόνου αρμοδίου να αποφασίσει περί του υποβληθέντος αιτήματος, καθώς και περί της κανονικής απαξίας της προσαρτήσεως της εκκλησιαστικής περιφέρειας της Ουκρανίας κατά το έτος 1686 στην Εκκλησία της Μόσχας.

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: