Τό ὀξύτατο ζήτημα γιά τή συμμετοχή τῶν πιστῶν τόσο στή θεία Λειτουργία, ὅσο καί στή θεία κοινωνία προέκυψε αἰφνιδίως ἀπό τήν ἀπρόβλεπτη καί ἐπικίνδυνη ἀπειλή τοῡ κορονοϊοῦ ἐναντίον τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου σέ παγκόσμια κλίμακα, μέ τίς γνωστές μάλιστα τραγικές συνέπειες γιά ὅλους σχεδόν τούς λαούς τοῦ κόσμου.

Εἶναι λοιπόν εὐνόητος ὁ πανικός ὄχι μόνο τῶν πολιτικῶν, ἀλλά καί τῶν θρησκευτικῶν ἡγεσιῶν τόσο γιά τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῆς ραγδαίας, ἐπικίνδυνης καί ἀκατάσχετης ἀπειλῆς, ὅσο καί γιά τήν ἀμεσώτερη καί ἀποτελεσματικότερη προστασία τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν ἀπό τή συνεχῶς ἐντεινόμενη ἀπειλή. Συνεπῶς, ἡ ταχύτητα τῆς διαδόσεως τῆς παγκόσμιας ἀπειλῆς ἐπέβαλλε τήν ἄμεση λήψη τῶν ἀναγκαίων προληπτικῶν μέτρων.

Ὑπό τήν πίεση τῆς ἀπειλῆς αὐτῆς, γιά ὅλους σχεδόν τούς λαούς τοῦ κόσμου, οἱ Κυβερνήσεις τους ἀντέδρασαν, μέ γνώμονα τίς εἰσηγήσεις τῶν ἁρμοδίων ἐκπροσώπων τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, μέ ἤ καί χωρίς τά ἀναγκαῖα ἄμεσα προληπτικά μέτρα, στά μέτρα δέ αὐτά ἐντάχθηκαν καί ὅλες οἱ θρησκεῖες τῶν κρατῶν. Συνεπῶς, προτάχθηκε ἡ προστασία τοῦ θείου δώρου τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων ἔναντι ὅλων τῶν δημοσίων ἤ ἰδιωτικῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν καί ὅλων τῶν θρησκευτικῶν συνάξεων ἤ τελετουργιῶν, γι’αὐτό ἐπιβλήθηκαν αὐστηρά καί γενικά μέτρα ἀπό ὅλες σχεδόν τίς Κυβερνήσεις τοῦ κόσμου.

Ἡ ἄμεση λοιπόν ἐφαρμογή ἀπό τήν Ἑλληνική Κυβέρνηση τῶν ἀναγκαίων αὐστηρῶν προληπτικῶν μέτρων αἰφνιδίασαν καί τήν ἐκκλησιαστική ἡγεσία, ἀφοῦ ἀπαγόρευαν αὐστηρῶς ὅλες τίς καθιερωμένες λατρευτικές συνάξεις τῶν πιστῶν καί ἀξίωναν τή συναίνεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, συμφώνως πρός τίς σχετικές εἰσηγήσεις τῆς ἁρμόδιας ἰατρικῆς ἐπιτροπῆς, γι’αὐτό προέκυψε καί τό πολύπλοκο ζήτημα τοῦ λόγου ἤ τοῦ τρόπου τῆς κοινωνίας τῶν πιστῶν.

Τό πολύπλοκο αὐτό ζήτημα προκάλεσε ὀξύτατες διαφωνίες ἤ ἀντιθέσεις, ἐπειδή δέν εἶναι σαφής στή θεία Λειτουργία ἡ διάκριση τῆς τελετουργίας τῆς θείας Εὐχαριστίας γιά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων ἀπό τή μετάδοση τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων στούς πιστούς. Ἡ ἀσάφεια τῆς διακρίσεως αὐτῆς προκάλεσε πάντοτε ἐπικίνδυνες συγχύσεις στήν Ἐκκλησία τῆς Δύσεως, μετά τό σχίσμα τοῦ ΙΑ’ αἰώνα (1054), μέ τήν αὐθαίρετη ἐπιβολή τοῦ ἀδοκίμου ὅρου «μετουσίωσις» ἀντί τοῦ καθιερωμένου ὅρου «μεταβολή»γιά τά καθαγιασμένα τίμια δῶρα, ἡ ὁποία εἶχε ἐπικίνδυνες θεολογικές, ἐκκλησιολογικές καί λειτουργικές συνέπειες (Καθαγιασμός τῶν τιμίων δώρων μέ τούς λόγους τοῦ Χριστοῦ, Κατάργηση τῆς Ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος, Ἐπιβολή τῶν ἀζύμων, Κοινωνία τῶν λαϊκῶν μόνο μέ τό καθαγιασμένο ἄρτο (ὄστια) κ.ἄ.

Βεβαίως, ἡ μετάδοση τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων διακρινόταν πάντοτε ἀπό τόν καθαγιασμό τους στήν Ἀναφορά τῆς Εὐχαριστιακῆς συνάξεως ἤδη κατά τούς ἀποστολικούς χρόνους, μέ ἀμετάθετο μάλιστα γνώμονα τόν Μυστικό Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων του. Ἔτσι, ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς Ἰουστίνος (μέσα τοῦ Β’ αἰώνα) ἀναφέρει, ὅτι «εὐχαριστήσαντος τοῦ προεστῶτος καί ἐπευφημήσαντος παντός τοῦ λαοῦ, οἱ καλούμενοι παρ’ἡμῖν διάκονοι, ἑκάστῳ τῶν παρόντων μεταλαβεῖν ἀπό τοῦ εὐχαριστηθέντος ἄρτου καί οἴνου καί ὕδατος, καί τοῖς οὐ παροῦσιν ἀποφέρουσιν» (Α’ Ἀπολογία, 66). Κατά τή σχετική μαρτυρία τοῦ Τερτυλλιανοῦ, ὁ τελετουργός τοῦ μυστηρίου Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος προσέφερε τόν καθαγιασμένο ἄρτο (σῶμα) καί ὁ διάκονος προσέφερε τόν καθαγιασμένο οἶνο (αἷμα) μέ τό ἱερό Ποτήριο (De corona, 3), γι’αὐτό οἱ πιστοί πρόσεχαν νά μή πέσουν ψυχία ἀπό τά χέρια τους γιά νά μή βεβηλωθοῦν. Ὡστόσο, οἱ εὑρισκόμενοι σέ καθεστώς νηστείας ζηλωτές χριστιανοί δέν διέκοπταν τή νηστεία γιά νά λάβουν τά τίμια δῶρα, γι’αὐτό τούς προέτρεπε νά λαμβάνουν στά χέρια τους τόν ἐμβαπτισμένο στό οἶνο καθαγιασμένο ἄρτο καί νά μεταλαμβάνουν μετά τό πέρας τῆς νηστείας (Ad uxorem, II, 5). Ἄλλωστε, ὁ καθαγιασμένος ἄρτος τῆς Εὐχαριστίας ἀποστελλόταν καί στούς μή δυναμένους νά παραστοῦν ὑπό τή μορφή μικροῦ τεμαχίου, στό ὁποῖο εἶχε ἐπισταχθῆ καί καθαγιασμένος οἶνος γιά τή μετάληψή τους.

Εἶναι λοιπόν εὐνόητον, ὅτι ἡ συχνή θεία κοινωνία τῶν πιστῶν κατά τούς πρώτους αἰῶνες δέν ἦταν πάντοτε συνδεδεμένη μέ τήν τελετουργία ἤ μέ τή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή θεία Λειτουργία, ἀφοῦ μποροῦσαν νά λάβουν περισσότερες ἀπό μία μερίδες ἀπό τά καθαγιασμένα τίμια δῶρα καί νά τά φυλάσσουν στήν οἰκία τους γιά τή συχνή ἤ καί τήν καθημερινή μετάληψή τους. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Μ. Βασίλειος, σέ ἐπιστολή του πρός τήν πατρικία Καισαρία τόνιζε, ὅτι εἶναι «τό κοινωνεῖν καθ’ἑκάστην ἡμέραν… καλόν καί ἐπωφελές… Ἡμεῖς μέντοι γε τέταρτον καθ’ἑκάστην ἑβδομάδα κοινωνοῦμεν… Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δέ καί ἐν Αἰγύπτῳ ἕκαστος καί τῶν ἐν τῷ λαῷ τελούντων ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἔχει κοινωνίαν ἐν τῷ οἴκῳ καί, ὅτε βούλεται, μεταλαμβάνει δι’ἑαυτοῦ… Ταυτόν τοίνυν ἐστι τῇ δυνάμει, εἴτε μίαν μερίδα δέξεταί τις παρά τοῦ ἱερέως, εἴτε πολλάς μερίδας ὁμοὺ» (PG., 32, 484-485).

Ἡ ἀποστολική αὐτή παράδοση γιά τόν τρόπο μεταδόσεως ἤ μεταλήψεως τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων, ἤτοι μέ τή μετάδοση ἀπό μέν τόν τελετουργό τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ καθαγιασμένου ἄρτου στό δεξιό χέρι τοῦ μεταλαμβάνοντος πιστοῦ, ἐνῶ ὁ διάκονος τοῦ προσέφερε μέ τό ἱερό Ποτήριο τόν καθαγιασμένο οἶνο. Ὡστόσο, ἄν ὁ πιστός ζητοῦσε περισσότερες τῆς μιᾶς μερίδες, τότε ἐπιστάζοντο σέ αὐτές σταγόνες τοῦ καθαγιασμένου οἴνου εἴτε γιά τή δική τους συχνή κοινωνία ἤ καί για τή μεταφορά τους στούς μή δυναμένους νά παραστοῦν για σοβαρούς λόγους στήν Εὐχαριστιακή σύναξη πιστούς.

Βεβαίως, τόσο ὁ τρόπος μεταδόσεως τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων στούς πρσερχομένους πιστούς, ὅσο καί ὁ τρόπος μεταφορᾶς τους στούς ἀπόντες γιά σοβαρούς ἤ καί γιά προσχηματικούς λόγους διευκόλυναν τήν ἄκριτη ἀποφυγή τῆς συμμετοχῆς πολλῶν πιστῶν στή θεία Λειτουργία, ἀφοῦ εἶχαν πολλές καθαγιασμένες μερίδες στήν οἰκία τους καί μεταλάμβαναν, μέ τή συναίνεση μάλιστα καί τῶν τελετουργῶν τῆς θείας Λειτουργίας. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, εἰσήχθη καί ἡ ἀνάμιξη τῶν καθαγιασμένων στοιχείων τοῦ ἄρτου καί του οἴνου στό ἱερό Ποτήριο της θείας κοινωνίας γιά τή μετάληψη τῶν πιστῶν μέ τή χρήση λαβίδας, ἀφοῦ μέ τόν παλαιό τρόπο ὑπῆρχε πάντοτε ὁ κίνδυνος τόσο τῆς βεβηλώσεως τῶν μεταφερομένων στίς οἰκίες τῶν παρόντων ἤ καί τῶν ἀπόντων πιστῶν καθαγιασμένων μερίδων τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τῆς ἀποδυναμώσεως τῆς ἐπιθυμίας τῶν πιστῶν γιά τή μετάληψή τους.

Ἡ ἀνάμιξη λοιπόν τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων καί ἡ χρήση τῆς λαβίδας εἰσήχθη πρώτα στήν Ἀνατολή καί μετά διαδόθηκε στή Δύση. Προφανῶς, εἰσήχθη στίς Μονές τῶν Ἀκοιμήτων τῆς ἀσιατικῆς περιοχῆς τῆς Κων/πόλεως, στίς ὁποῖες οἱ πολλοί μοναχοί εἶχαν κατανεμηθῆ σέ ἕξι χορούς καί τελοῦσαν συνεχῶς ἐκ περιτροπῆς τή νυχθήμερη θεία Λειτουργία μέ τήν ὁμαδική συρροή σέ αὐτές καί πολλῶν εὐλαβῶν πιστῶν τῆς Κων/πόλεως. Βεβαίως, οἱ πιστοί αὐτοί μεταλάμβαναν καί ἐλάμβαναν τίς ἐμποτισμένες στόν καθαγιασμένο οἶνο μερίδες μέ τή λαβίδα σέ πολύτιμα δοχεῖα γιά νά τίς μεταφέρουν στούς οἰκείους τους, καίτοι ἡ χρήση πολυτίμων ἤ καί χρυσῶν δοχείων γιά τήν ὑποδοχή τῶν καθαγιασμένων μερίδων τοῦ σώματος Χριστοῦ σκανδάλιζε πολλούς εὐλαβεῖς πιστούς, ὡς μία προκλητική μεταιοδοξία, ἡ ὁποία μάλιστα ἀπαξίωνε τήν καθιερωμένη παλαιά παράδοση.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική σύνοδος (691) ἀποδοκίμασε τή ματαιόδοξη αὐτή νέα τάση μέ τόν 101 κανόνα, ὁ ὁποῖος τόνιζε, ὅτι «εἴ τις τοῦ ἀχράντου σώματος μετασχεῖν ἐν τῷ τῆς συνάξεως βουληθείῃ καιρῷ, καί ἔμπροσθεν αὐτοῦ τῇ μετουσίᾳ γενέσθαι, τάς χεῖρας σχηματίζων εἰς τύπον σταυροῦ, οὕτῳ προσίτῳ καί δεχέσθω τήν κοινωνίαν τῆς χάριτος. Τούς γάρ έκ χρυσοῦ ἤ ἄλλης ὕλης ἀντί χειρός τινα δοχεῖα κατασκευάζοντας πρός τήν τοῦ θείου δώρου ὑποδοχήν, καί δι’αὐτῶν τῆς ἀχράντου κοινωνίας ἀξιουμένους, οὐδαμῶς προσιέμεθα, ὡς προτιμῶντας τῆς τοῦ Θεοῦ εἰκόνος (=ἄνθρωπον) τήν ἄψυχον ὕλην καί ὑποχείριον…» (Σύνταγμα., ΙΙ, 864-865). Βεβαίως, ὁ κανόνας αὐτός δέν ἀποδοκιμάζει τή χρήση εὐπρεπῶν καί ἀσφαλῶν δοχείων γιά τή μεταφορά καθαγιασμένων μερίδων στούς μή δυναμένους νά παραστοῦν στή θεία Λειτουργια γιά σοβαρούς λόγους πιστούς ἤ στούς ἐρημίτες μοναχούς, ἡ ὁποία ἦταν καθιερωμένη στήν ἐκκλησιαστική πράξη.

Συμπεράσματα

Πρῶτον, ὅλα τά ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν δύο βασικές, κοινές καί ἀπαραίτητες πτυχές, ἤτοι τόσο τήν τελετουργία, ὅσο καί τή μετάδοση του μυστηρίου στούς πιστούς, ἰδιαίτερα δέ τά τρία εἰσαγωγικά Μυστήρια (Βάπτισμα, Χρῖσμα, θεία Εὐχαριστία)καί ἡ Ἱερωσύνη.

Ο καθηγητής δρ. Βλάσιος Φειδάς (photo:orthodoxia.info/Χρήστος Λαρισαίος)
Ο καθηγητής δρ. Βλάσιος Φειδάς (photo:orthodoxia.info/Χρήστος Λαρισαίος)

Δεύτερον, ἡ τελιτουργία τῶν Μυστηρίων αὐτῶν εἶναι ἀμετάβλητη στόν οὐσιαστικό πυρήνα κάθε συγκεκριμένου μυστηρίου, ἀλλ’ὅμως ἡ μετάδοσή τους στούς πιστούς ὑπέστη ποικίλες πρακτικές ἀλλαγές στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν προσαρμογή τους στίς νέες ἀνάγκες τῶν πιστῶν, χωρίς βεβαίως νά ἀλλοιωθῆ ἡ ταυτότητα τοῦ μυστηρίου.

Τρίτον, πηγή ὅλων τῶν Μυστηρίων εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀλλ’ὅμως τόσο ἡ τελετουργία, ὅσο καί ἡ μετάδοση τῶν Μυστηρίων στήν ἐπίγεια Ἐκκλησία τελειοῦνται πάντοτε μέ τή συνεργία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιά νά εἶναι βεβαία καί ἀσφαλής ἡ ἄρρηκτη ὀντολογική σχέση της μέ τό ἀναληφθέν στούς οὐρανούς αἰώνιο ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Τέταρτον, ἡ θεία Λειτουργία διακρίνεται στή Λειτουργία τοῦ Λόγου καί στή Λειτουργία τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, μέ βασικό μάλιστα πυρήνα τῆς τελετουργίας τήν «Ἀναφορά» τόσο γιά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων (Ἀνάμνηση, Ἐπίκληση), ὅσο καί γιά τήν προσαγωγή τους, μέ τή μυστική πάντοτε ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος, στό οὐράνιο θυσιαστήριο τῆς αἰώνιας θείας Λειτουργίας. Στή Λειτουργία ὅμως αὐτή, θύτης, θῦμα καί θυσιαστήριο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γιά νά ἑνωθοῦν τά προσαχθέντα τίμια δῶρα μέ τό αἰώνιο ἱστορικό του σῶμα καί νά ἀντικαταπεμφθῆ στούς πιστούς ἡ θεία χάρις, ὥστε νά γίνουν καί θείας φύσεως κοινωνοί, μέ τή μετάληψη τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων στήν τελετουργία τῆς κοινωνίας.

Πέμπτον, στό τελετουργικό αὐτό πλαίσιο, τό μέν μυστηριακό μέρος τῆς θείας Λειτουργίας παρέμεινε πάντοτε ἀμετάβλητο στό συσταθέν ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, συμφώνως καί πρός τήν ἐντολή του στούς ἀποστόλους («Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν»), ἐνῶ ἡ μετάδοση τοῦ μυστηρίου στούς πιστούς (κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς) προσαρμόσθηκε πάντοτε στίς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, ἤτοι ὄχι μόνο τῶν συμμετασχόντων, ἀλλά καί τῶν δι’εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων πιστῶν, στούς ὁποίους ἀποστέλλοντο στούς μέν εγγύς μέ τόν διάκονο, στούς δέ μακράν μέ τούς παρόντες οἰκείους τους.

Ἔκτον, σέ περιόδους ὅμως ἐπικινδύνων μεταδοτικῶν λοιμωδῶν νόσων ἤ ἰώσεων, ἡ διάδοση τῶν ὁποίων ἀπειλοῦσε τήν ἴδια τή ζωή τῶν πιστῶν, ἀναστελλόταν ἡ τελετουργία τῆς θείας Λειτουργίαςἐτελεῖτο κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἀφοῦ ἡ προστασία τοῦ θείου δώρου τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ὑπερεῖχε τῆς ἐπιθυμίας τῆς συχνῆς κοινωνίας τους. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία ἀφ’ἑνός μέν προσεύχεται πάντοτε γιά τούς εὐλόγως ἀπόντες πιστούς, ἀφ’ἑτέρου δέ ἀναζήτησε πάντοτε τρόπους γιά τήν περιοδική ἔστω μετάδοση ἤ ἀποστολή σέ αὐτούς τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων τῆς θείας κοινωνίας, μέ τά προσιτά σέ κάθε ἐποχή μέσα.

Ἑβδομον, ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος καί ἡ Ἱερά Σύνοδος ὀρθῶς ἀγνόησαν τίς συνήθεις ἄλλωστε αὐθαίρετες καί ἀβάσιμες ἀντιδράσεις ὁρισμένων ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι συνέχεαν ἀφελῶς ἤ ἀκρίτως τή μετάδοση τῆς θείας κοινωνίας στούς πιστούς μέ τήν τελετουργία τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄλλωστε, ὅλοι γνωρίζουν καλῶς ὅτι ἡ παρουσία τῶν πιστῶν στή θεία Λειτουργία δέν συνεπάγεται ἀπαραιτήτως καί τή συμμετοχή τους στή θεία κοινωνία, ἀφοῦ ἡ μετάληψη τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων ἀποφασίζεται ἀπό τούς ἴδιους τούς πιστούς καί ὄχι βεβαίως ἀπό τούς τελετουργούς τῆς θείας Λειτουργίας.

Ὄγδοον, ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποδέχθηκε ὀρθῶς τό ἐπίμονο αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως γιά τήν ἀναστολή τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἔστω καί πρός καιρόν, ἤτοι χωρίς τήν παρουσία τοῦ λαοῦ, γιά τήν ἔγκαιρη ἐξουδετέρωση τῆς προφανοῦς σοβαρῆς ἀπειλῆς ἐναντίον τοῦ θείου δώρου καί τῆς δικῆς του ζωῆς, ὅπως ἔπραξε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία σέ ἀνάλογες λοιμώδεις ἐπιδημίες ἤ πανδημίες. Συνεπῶς, ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποφάσισε ἐπίσης ὀρθῶς, ἤτοι μετά τήν ἐκτόνωση τῆς ἀπειλῆς, τόσο γιά τή σταδιακή διακριτική συμμετοχή τοῦ λαοῦ, ὅσο καί γιά τήν ἄμεση μετάδοση τῆς θείας μεταλήψεως τῶν καθαγιασμένων τιμίων δώρων, μέ τήν καθιερωμένη στήν ὀρθόδοξη παράδοση λαβίδα. Ἄλλωστε, εἶναι κοινή ἡ συνείδηση τῶν πιστῶν ὅτι μέ τή μετάδοση τῆς θείας μεταλήψεως ὄχι μόνο δέν κινδυνεύει ἡ ζωή, ἀλλ’ἀντιθέτως ἐνισχύεται τό θεῖο δῶρο τῆς ζωῆς καί μέ τή θεία χάρη τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ο κ. Βλάσιος Ι. Φειδάς είναι Ομότιμος καθηγητής της θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ετικέτες: