Η διατύπωση του άρθρου 3 του Συντάγματος έχει αποτελέσει επανειλημμένως αντικείμενο ερμηνείας και νομικού σχολιασμού τόσο από την νομική θεωρία όσο και από την ελληνική δικαιοσύνη για θέματα, που άπτονται των θεμελίων του συστήματος σχέσεων σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας.

Ταυτοχρόνως, επανήλθαν στο προσκήνιο οι συζητήσεις για την επαναφορά του ζητήματος της αναθεωρήσεως του Συντάγματος, στην οποία θα συμπεριληφθεί και η αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος

Στο παρόν άρθρο δεν θα υπεισέλθω στον σχολιασμό των απόψεων, που έχουν διατυπωθεί για τα θέματα αυτά.

Θα αρκεσθώ στην επισήμανση των δεδομένων, που κατά την άποψή μου θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν στην φημολογούμενη αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, ούτως ώστε το «νέο» άρθρο 3 να συμβάλλει στην πραγματική ρύθμιση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και όχι στην διαιώνιση των προβλημάτων που η ερμηνεία του εν πολλοίς δημιούργησε στις σχέσεις αυτές. Περαιτέρω, δε, θα τολμήσω να υποβάλλω και την δική μου πρόταση, για το πώς πρέπει να διατυπωθεί το αναθεωρημένο άρθρο 3.

Για την αναθεώρηση του άρθρου 3, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι:

Κατά το άρθρο 1 πργφ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος: «Κατὰ τὰς νομικὰς αὐτῶν σχέσεις ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, αἱ Μητροπόλεις, αἱ ἐνορίαι μετὰ τῶν Ἐνοριακῶν αὐτῶν Ναῶν, αἱ Μοναί, ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, ὁ ΟΔΕΠ, τὸ ΤΑΚΕ, τὸ Διορθόδοξον Κέντρον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου».

Από την διάταξη αυτή συνάγονται δύο συμπεράσματα:

α) ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δημιουργεί δύο ειδών «σχέσεις», τις «νομικές» και a contrario τις «μη νομικές» και

β) για τις πρώτες, η Εκκλησία της Ελλάδος και οι διοικητικές μονάδες τις αναγνωρίζονται εκ του νόμου (Καταστατικός Χάρτης Εκκλησίας Ελλάδος) ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Συνεπώς, για τις δεύτερες (τις μη νομικές), δηλαδή για τις «κανονικές» σχέσεις της (εκ των ιερών κανόνων), η Εκκλησία της Ελλάδος (και οι διοικητικές μονάδες της) αντιμετωπίζονται βάσει του συστήματος διοικητικής οργανώσεως, που ισχύει στην Ορθόδοξη Εκκλησία Το σύστημα αυτό προβλέπει τα καθεστώτα του αυτοκεφάλου, της αυτονομίας, της ημιαυτονομίας και της πλήρους κανονικής εξαρτήσεως (υπό την μορφή της κοινής ή κεχωρισμένης ασκήσεως διοικητικής και πνευματικής εποπτείας). Συνεπώς, η Εκκλησία της Ελλάδος για τις νομικές σχέσεις της αντιμετωπίζεται εντός Ελλάδος ως ένας ενιαίος Οργανισμός με νομική προσωπικότητα, ενώ ως προς τις αντίστοιχες κανονικές σχέσεις της εντός των κόλπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας υφίσταται με την μορφή δύο καθεστώτων, αυτού της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και αυτού των Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα (Νέες Χώρες)

ii. Η αρμοδιότητα τόσο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για ρύθμιση των κανονικών σχέσεων του με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος όσο και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος για ρύθμιση των σχέσεων εντός του Οργανισμού της, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την αρμοδιότητα της ελληνικής Πολιτείας να νομοθετεί επί των νομικών σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος εντός του ελληνικού κράτους.

Υπό αυτό το πρίσμα, στη νέα διάταξη του άρθρου 3 του Συντάγματος θα πρέπει να επέλθουν οι παρακάτω τροποποιήσεις:

Α. Θα πρέπει να τροποποιηθεί ο τίτλος του άρθρου, ώστε να συμπεριλάβει τη ρύθμιση των σχέσεων του Κράτους με όλες τις Ορθόδοξες εκφάνσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα.

Β. Θα πρέπει να απαλειφθεί ο όρος «αυτοκέφαλος», ως μη ανταποκρινόμενος στην νομική και κανονική πραγματικότητα, αφού η Εκκλησίας της Ελλάδος ως γνωστόν δεν είναι αυτοκέφαλη, αλλά αποτελείται από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Νέες Χώρες).

Γ. Η ρητή αναφορά σε συγκεκριμένες αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850 – Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928) θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια γενικότερη αναφορά στις ισχύουσες διατάξεις των εκάστοτε Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων, ούτως ώστε οι πιθανές μεταβολές ή τροποποιήσεις των διεκκλησιαστικών – κανονικών σχέσεων μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, να μην δημιουργούν ζήτημα αναθεωρήσεως του Συντάγματος.

Δ. Θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη για τα ευρισκόμενα στην Ελλάδα καθεστώτα και τους θεσμούς που λειτουργούν εντός των γεωγραφικών ορίων της, που ανήκουν στην κανονική δικαιοδοσία των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ιδιαιτέρως δε του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ε. Θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη της διαδικασίας κυρώσεως των αποφάσεων των Συνοδικών οργάνων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών από το Κράτος, ούτως ώστε να ενσωματώνονται πλήρως στην ελληνική έννομη τάξη μέσω συγκεκριμένης και παγίας διαδικασίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 3 ως εξής:

Άρθρο 3 Σχέσεις Πολιτείας – Ορθόδοξης Εκκλησίας

«1. Eπικρατούσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατολικής Oρθόδοξης Eκκλησίας του Xριστού.

2. H Oρθόδοξη Eκκλησία της Ελλάδος, αναγνωρίζει ως κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Xριστού και τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις.

3. Ως προς τις κανονικές σχέσεις της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες ομόδοξες Εκκλησίες του Χριστού διέπεται:

α) από τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις και

β) από τους όρους των εκδιδομένων Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων, κυρουμένων διά Προεδρικού Διατάγματος.

Ως προς τις νομικές σχέσεις της διέπεται από τις διατάξεις των νόμων του Ελληνικού Κράτους και των εσωτερικών κανονισμών αυτής, οι διατάξεις δε αυτές δεν δύνανται να αντιβαίνουν στους όρους των εν ισχύϊ Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων.

4. Θεσμοί και καθεστώτα εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή άλλης Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας:

α) ιδρύονται, τροποποιούνται ή καταργούνται με απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή άλλης Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, κυρουμένης διά Προεδρικού Διατάγματος.

β) διέπονται ως προς την οργάνωση και τη λειτουργία τους από τη νομοθεσία του Ελληνικού Κράτους.

5. Οι περί των υφισταμένων θεσμών και καθεστώτων κανονικής δικαιοδοσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των λοιπών Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, που εκδόθηκαν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, παραμένουν σε ισχύ, ως έχουν.

6. Η ίδρυση θεσμών και καθεστώτων από Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος συντελείται, όπως ο νόμος ορίζει.

7. Tο κείμενο της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. H επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου».

Ποια είναι τα οφέλη από μια τροποποίηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, που θα λάβει υπόψιν τα παραπάνω;

Απεμπλοκή της ελληνικής Πολιτείας από την ανάμειξή της σε ζητήματα διεκκλησιαστικών – κανονικών σχέσεων, ιδίως Εκκλησίας Ελλάδος – Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Τόνωση της αυτοδιαθέσεως και αυτοπροσδιορισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Διασφάλιση του αποκλειστικού χαρακτήρα της αρμοδιότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για ρύθμιση των κανονικών σχέσεων του με την Εκκλησία της Ελλάδος, άνευ αναμείξεως της ελληνικής Πολιτείας.

Κατοχύρωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως θεσμού διεθνούς χαρακτήρα.

Παγίωση της διαδικασίας κυρώσεως των αποφάσεων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ιδίως του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ενσωματώσεως των αποφάσεων αυτών στην ελληνική έννομη τάξη.

Επιφύλαξη υπέρ της ελληνικής Πολιτείας του ρόλου του θεματοφύλακα της τηρήσεως της νομιμότητας.

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: